Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία
Συνοπτικό διάγραμμα του προβλήματος
*


κ. Ιωάννου Κορναράκη
Ομοτίμου Καθηγητού
Πανεπιστημίου των Αθηνών



Σύντομη Ιστορική Αναδρομή α

Στις Θεολογικές Σχολές της Ελλάδας, εδώ και αρκετά χρόνια πριν, ξεκίνησε μία σημαντική επιστημονική διαπραγμάτευση ανάμεσα στην Ψυχολογία και τη Νηπτική Παράδοσι...
Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης αυτής μεταξύ της Ψυχολογίας και της Νηπτικής Παράδοσης, οδήγησε σε μια καινούργια έρευνα του κλάδου της Πρακτικής Θεολογίας, που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα κατά το τέλος του 1960 και καλείται Ποιμαντική Ψυχολογία.
Το πρόσωπο που δημιούργησε επίσημα τον όρο αυτό στα ελληνικά, και ο οποίος συνεχίζει έως σήμερα ακατάπαυστα να εργάζεται σ αυτόν τον τομέα, είναι ο νυν ομότιμος Καθηγητής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου των Αθηνών κ. Ιωάννης Κορναράκης.

Η πρώτη μονογραφία που κυκλοφόρησε από τον Καθηγητή κ. Κορναράκη ήταν: «Η εν ταις επιστολαίς Ισιδώρου του Πηλουσιώτου περιεχομένη Ποιμαντική Ψυχολογία», και εκδόθηκε το 1958. Η δεύτερή του μονογραφία εκδόθηκε λίγο αργότερα τον ίδιο χρόνο και έφερε τον τίτλο: Η συμβολή της Ψυχολογίας του Κάρλ Γκούσταβ εν τη Ποιμαντική Ψυχολογίᾳ. Αργότερα, το1963, δημοσίευσε την πραγματεία: «Στοιχεία νηπτικής ψυχολογίας».

Μέσα από τα γραπτά του ο Καθηγητής κ. Κορναράκης συμβάλλει σημαντικά στην εξέλιξη της Ποιμαντικής Ψυχολογίας, σε σημείο που να τον χαρακτηρίζουμε ως λαϊκό-ποιμαντικό ψυχολόγο.
Ως αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτών, μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι η Ποιμαντική Ψυχολογία καθιερώθηκε όχι μόνο ως επίσημη διδασκαλία στους Ορθόδοξες Θεολογικές Σχολές6, αλλά και ως καθημερινή πρακτική της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας επίσης.
Η Ποιμαντική Ψυχολογία στην Ελλάδα ανήκει στον κλάδο της Πρακτικής Θεολογίας, όπως προείπαμε. Ο σκοπός της είναι να μελετά τα γραπτά των Νηπτικών Πατέρων της Εκκλησίας, ώστε να ανακαλύπτει τους ψυχολογικούς προβληματισμούς τους και να τους εφαρμόζει ποιμαντικά είτε σε μέλη του κλήρου είτε μέσα στους ενορίες. Η Ποιμαντική Ψυχολογία εξασκείται σήμερα έμπρακτα σε αρκετές ενορίες σε όλη την Ελλάδα, και όλοι συμφωνούν ότι βοηθά τους πιστούς στους προβληματισμούς τους.
Μέσω της Ποιμαντικής Ψυχολογίας κατανοούμε ότι η θρησκευτική πίστη παρέχει συναισθηματική ασφάλεια, αίσθηση προσωπικής ταυτότητος, και την εμπερία ότι ο άνθρωπος ανήκει σε ευρεία προοπτική πνευματικότητος.
Στην Ελλάδα άλλοι επιστήμονες που διαπραγματεύονται θέματα Πομαντικής Ψυλοχογίας, εκτός του Καθηγητού κ. Κορναράκη, είναι ο Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Φάρος, και ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών κ. Αλέξανδρος Σταυρόπουλος. Η επόμενη γενιά ποιμαντικών ψυχολόγων έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι Πρωτοπρεσβύτεροι Αδαμάντιος Αυγουστίδης και Βασίλειος Θερμός.
Η σχέση μεταξύ Ψυχολογίας και Νηπτικής Ψυχολογίας δεν αποτελεί απλά θέμα καινοφανούς ενδιαφέροντος, μα μέρος της Παράδοσής μας. Ξεκινά από τους πρώϊμους Πατέρες, στους οποίους ανακαλύπτουμε βαθύ ανθρωπολογικό ενδιαφέρον για την οντολογία του ανθρώπου, που αν το συγκρίνουμε, συναντούμε στοιχεία σύγχρονων ψυχολογικών αντιλήψεων».


        1. Η προβληματική της ψυχολογίας

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ τι είναι Ψυχολογία; προκαλεί συζητήσεις πού φέρνουν στην επιφάνεια αδιευκρίνιστες συγχύσεις. Η φύση, η λειτουργία, ο σκοπός και οι υπαρξιακές προεκτάσεις της Ψυχολογίας στην καθημερινότητα κατανοούνται τόσο διαφορετικά από τους εισηγητές και θεμελιωτές ψυχολογικών θεωριών και συστημάτων, ώστε να ισχύει και εδώ η παρατήρηση• «της ψυχολογίας υπάρχουν τόσοι ορισμοί όσοι και ψυχολόγοι»1. Ο αναπαλλοτρίωτος, από κάθε συγκεκριμένη ψυχολογική θεωρία, υποκειμενισμός οδηγεί σε απολυτοποιήσεις πού καταντούν πα-ραμορφωτικά πρίσματα της εικόνας τού ανθρώπινου προσώπου. Κάθε ψυχολογική θεωρία μας δίνει μια εικόνα τού ανθρώπινου προσώπου, πού ελάχιστα συγγενεύει με την εικόνα μιας άλλης θεωρίας.
Κι αν ακόμη δεχθούμε ότι η ποικιλία και πολλαπλότητα των ψυχολογικών θεωριών δείχνει μια πολυεδρική σπουδή και μελέτη τού ανθρώπινου προσώπου και πάλι, αν αναζητήσουμε, δε θα βρούμε τις διασυνδέσεις εκείνες, μεταξύ των διαφόρων θεωριών, πού θα συνεργούσαν σε μια συνισταμένη εικόνα ή προοπτική των ψυχολογικών πορισμάτων. Η απολυτοποίηση μιας μονομέρειας (Freud, Adler, Jung, Frankl κλπ.) καταργεί τη δυνατότητα παγιώσεως διασυνδέσεων μεταξύ των διαφόρων θεωριών, οι οποίες θα αποτελούσαν σταθερά και αμετακίνητα δομικά στοιχεία μιας καθολικά έγκυρης εικόνας τού ανθρώπινου προσώπου. Κάθε ψυχολογική θεωρία οικοδομεί αυθαίρετα, με το υλικό υποκειμενικών προοπτικών, μια «ατομική» εικόνα τού ανθρώπινου προσώπου με αξίωση καθολικής επιβολής. Σ' αυτή την περίπτωση κλονίζεται το επιστημονικό κύρος της Ψυχολογίας γενικά και δικαιώνεται αδιάσειστα ο ισχυρισμός, ότι η Ψυχολογία δεν μπορεί να μας δώσει μια ενιαία και καθολικά ισχύουσα εικόνα τού ανθρώπινου προσώπου2.

Ο υποκειμενισμός, οι απολυτοποιήσεις και η σύγχυση πού επικρατεί στο χώρο της Ψυχολογίας προέρχονται ίσως από το γεγονός ότι η Ψυχολογία δεν μπορεί αυτή η ίδια να σεβασθεί την επιστημονική της ταυτότητα. Οι υπερβάσεις των περισσοτέρων ψυχολόγων στην αξιολογική περιοχή της ανθρώπινης προσωπικότητος και η επιβολή μιας Ψυχολογιαρχίας στην ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς εκθέτουν την Ψυχολογία επιστημονικώς, επειδή προεκτείνεται σε χώρους πού δεν της ανήκουν3. Με τις υπερβάσεις της και τις καθολικές εκτιμήσεις, πού δεν ανήκουν στη φύση της και την επιστημονική της ταυτότητα, δημιουργεί εσωτερική κρίση και διαιωνίζει τις ασυμφωνίες μεταξύ των διαφόρων εισηγητών ψυχολογικών θεωριών.

Με αυτό το επιστημονικό καθεστώς, πού επικρατεί μονίμως στο χώρο των ψυχολογικών ερευνών και αναζητήσεων, η Ψυχολογία προσφέρει οπτικά πρίσματα συγχύσεως και παραισθήσεως, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της4.
Μια συγκεκριμένη ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να μελετηθεί κάτω από αντιφατικά ψυχολογικά πρίσματα. Αν π.χ. η Libido είναι η βασική ψυχική λειτουργία του ανθρώπινου προσώπου, η μελέτη και ερμηνεία της θα είναι διαφορετική στην ψυχολογία του Jung από εκείνη της ψυχολογίας του Freud. Ο τελευταίος κατανοεί το περιεχόμενο και τη φύση της λειτουργίας της Libido τελείως διαφορετικά από τις απόψεις τού Jung για τον ψυχικό αυτό παράγοντα. Αυτό όμως τί σημαίνει για τον οποιοδήποτε άλλο ερευνητή; Διαλέγει και παίρνει; Και με ποια κριτήρια διαλέγει ή απορρίπτει; Αν το ασυνείδητο είναι πληρωμένο με γενετήσιες ορμήσεις για τον Freud και αυτό είναι βασικό και πρωταρχικό στοιχείο για τη θεωρία του, για τον Jung είναι δευτερεύον. Άλλη εικόνα της νευρώσεως δίνει ο Freud από εκείνη του Jung. Ποιος επιλέγει αυτό πού νομίζει ότι ανταποκρίνεται(;) στην πραγματικότητα και γιατί το επιλέγει; με ποια κριτήρια;


Ασφαλώς η ψυχολογία δεν είναι ένα ψέμμα ή μια παραίσθηση πέρα για πέρα. Η ανθρώπινη συμπεριφορά, ακόμη και όταν παρερμηνεύεται, είναι ένα γεγονός. Αυτό σημαίνει ότι η μελέτη και έρευνα της συμπεριφοράς αυτής, με οποιεσδήποτε προϋποθέσεις και μεθοδολογίες, ως επαναλαμβανόμενο γεγονός, μας δίνει εμπειρικά στοιχεία. Π.χ. ο φόβος είναι ένα βασικό στοιχείο ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μπορούμε να τον μελετήσουμε και να τον ψηλαφήσουμε εμπειρικά. Μέχρις εδώ το έργο της ψυχολογίας είναι χρήσιμο και αξιόλογο. Αλλά γίνεται συγκεχυμένο, όταν προχωρεί στην ερμηνεία, δηλ. στο γιατί τού φόβου η της επιθετικότητας. Γιατί ένας άνθρωπος έχει αγοραφοβία ή γιατί είναι επιθετικός; Είναι φανερό το γεγονός ότι το έργο της ερμηνείας αφήνει το χώρο της άμεσης εμπειρίας και προχωρεί σε υποθέσεις πού δεν επικυρώνονται πάντοτε και δεν αποδεικνύονται έγκυρα πρίσματα μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εν τούτοις όμως επιβάλλονται από το συνολικό σύστημα της συγκεχυμένης ψυχολογικής θεωρίας ως τελεσίδικες αποφάνσεις.

Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι γενικεύσεις, οι απολυτοποιήσεις, οι αυθαιρεσίες, πού επιτρέπουν στον οποιοδήποτε ψυχολόγο να λέει και να υποστηρίζει ο,τι θέλει. Έτσι π.χ. μπορούμε να ακούσουμε ότι η ενοχή είναι σε κάθε νευρωτική περίπτωση ανυπόστατη. Ο ψυχολογισμός απορρίπτει την ενοχή, γιατί τη θεωρεί μέγεθος ετερογενές σε σχέση με την ψυχολογική λειτουργικότητα. Έτσι άνετα τη χαρακτηρίζει ως φαντασίωση, χωρίς κανένα ιδιαίτερο νόημα. Εξ άλλου το αξίωμα «ο,τι είναι ψυχολογικό, είναι και σωστό» χρησιμοποιείται απεριόριστα στο χώρο της αγωγής τού άνθρωπου, με αναπόφευκτη κατάληξη την παραμόρφωση τού ανθρώπινου προσώπου. Γι' αυτό η Ψυχολογία, χωρίς κανένα δισταγμό, διδάσκει και προβάλλει τα πιο απίθανα και απαράδεκτα πράγματα5.

Βέβαια η κρίση αυτή της Ψυχολογίας δεν άφορα αυτή την ίδια την επιστήμη ως μεθοδολογική διαδικασία σπουδής και μελέτης τού ψυχικού παράγοντος τού άνθρωπου. Είναι γεγονός ότι η κρίση της Ψυχολογίας είναι κρίση των ψυχολόγων. Οπωσδήποτε όμως μια επιστήμη ουσιώνεται και λειτουργεί όχι με φαντάσματα, άλλα με τον ερευνητή, πού εργαζόμενος εκπροσωπεί την υποστασιακή της δομή και λειτουργικότητα. Αν ο ψυχολόγος δείχνει ένα παραποιημένο πρόσωπο της Ψυχολογίας, σημαίνει ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό του και να περάσει στο χώρο μιας αντικειμενικής και χωρίς προκαταλήψεις λειτουργούσης επιστημονικής συνειδήσεως. Τα υποκειμενικά του βιώματα προβάλλονται ανυποψίαστα ως ψυχολογικά δεδομένα με καθολικό κύρος. Η ψυχολογία του ανυψώνεται σε μια θεωρία με αξιώσεις καθολικής επιβολής. Εμείς οι άλλοι, στην περίπτωση αυτή, δεν κρίνουμε άμεσα τον ψυχολόγο εισηγητή, άλλα δεχόμαστε αυτή την επιστημονική του θεωρία ως «επιστημονική» ψυχολογία, πού αξιώνει αυτή την ευρύτερη αναγνώριση και επιβολή.

Σ αυτή τη σύγχυση των σχέσεων επιστήμης και υποκειμενικών βιωμάτων του ερευνητού, η επιστημονική ταυτότητα της Ψυχολογίας παραποιείται αθεράπευτα. Τα ψυχολογικά πορίσματα, στην τελική τους εκτίμηση, εμφανίζονται με αμφιβαλλόμενο υπαρξιακό κύρος. Το ερώτημα σε ποιό είδωλο ανθρώπινου προσώπου ανήκουν ή ποιά εικόνα του προσώπου αυτού παρουσιάζουν, μένει συνήθως αναπάντητο, γιατί η ψυχολογία αυτού του είδους αξιώνει απλώς σεβασμό της ελευθερίας της να λέει ό,τι θέλει6.


2. Το επιστημολογικό πρόσωπο της Ποιμαντικής Θεολογίας

Ο ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ κλάδος της Ποιμαντικής Θεολογίας μεθοδεύει τη θεωρητική διασάφηση και πρακτική ενύλωση του έργου της σωτηρίας του ανθρώπου δια του Ιησού Χριστού.

Η Ποιμαντική Θεολογία προϋποθέτει όλο το σύστημα των αληθειών που παρεδόθησαν στην Εκκλησία διά της «εν Χριστώ Ιησού» αποκαλύψεως. Αλλά η συνισταμένη των δογματικών, ηθικών, σωτηριολογικών και άλλων προϋποθέσεων της Ποιμαντικής Θεολογίας αποτυπώνεται στη συγκεκριμένη εικόνα του ανθρωπίνου προσώπου, όπως αυτό συγκροτείται μέσα στο όλο σύστημα των αληθειών της «εν Χριστώ Ιησού» αποκαλύψεως.

Το ανθρώπινο αυτό πρόσωπο ούτε μονοσήμαντο είναι ούτε μονοδιάστατο. Η θεολογία του ανθρώπινου προσώπου, που σχετίζεται άμεσα με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ο Οποίος είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού και συγχρόνως ο δεύτερος Αδάμ, ο σαρκωμένος δηλ. Υιός του Θεού, αποκαλύπτει το πολυσήμαντο και πολυδιάστατο του προσώπου αυτού. Κάτω από τους προβολείς των αληθειών της «εν Χριστώ» αποκαλύψεως, που αφορούν τον άνθρωπο, το πρόσωπο του ανθρώπου αυτού συνειδητοποιείται ως ένα υπαρξιακό μυστήριο. Η απορία του ψαλμωδού: «Τι έστιν άνθρωπος, ότι μιμνήσκῃ αυτού; ή υιός ανθρώπου, ότι επισκέπτη αυτόν, ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’ αγγέλους, δόξῃ και τιμή εστεφάνωσας αυτόν»7, εκπροσωπεί ασφαλώς την εσώτερη ανάγκη του ανθρώπου για την ανίχνευση αυτού του μυστηρίου. Εξ άλλου η χριστολογική εκδοχή του ψαλμικού αυτού στίχου ευρύνει περισσότερο ακόμη τις διαστάσεις του μυστηρίου «άνθρωπος»!
Η θεολογική «εν Χριστώ Ιησού» εκτίμηση του ανθρώπινου προσώπου δίνει συγχρόνως την εικόνα του επιστημολογικού προσώπου της Ποιμαντικής Θεολογίας. Η Ποιμαντική Θεολογία είναι, όπως είπαμε, ένας επιστημονικός κλάδος της ακαδημαϊκής θεολογίας. Ο επιστημονικός χαρακτήρας της Ποιμαντικής Θεολογίας είναι αναμφισβήτητος από κάθε άποψη.
Η Ποιμαντική Θεολογία είναι «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών», κατά τη γνωστή πατερική απόφανση. Αλλά ο επιστημονικός χαρακτήρας της Ποιμαντικής Θεολογίας έχει δικό του πρόσωπο. Έχει μία ιδιαιτερότητα που προσιδιάζει στη φύση των θεωρητικών της προϋποθέσεων και του έργου της. Ήδη ο ίδιος ο Θεός εσφράγισε την όλη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρώπου με το χαρακτήρα της αυθεντικής επιστήμης. «Και δώσω υμίν ποιμένας κατά την καρδίαν μου, και ποιμανούσιν υμάς ποιμαίνοντες μετ επιστήμης»8.

Το ποιμαντικό έργο και στη θεωρητική του όψη και στην πρακτική του μεθόδευση φέρει αυτόν τον επιστημονικό χαρακτήρα που είναι θεόσδοτος. Αυτό σημαίνει ότι, όπως σε κάθε άλλη επιστήμη, έτσι και στο όλο έργο της Ποιμαντικής Θεολογίας ισχύουν κατηγορικές επιστημονικές αρχές συγκροτήσεως, λειτουργίας, μεθόδου και ερευνητικών προοπτικών και στόχων της επιστήμης αυτής, που συνθέτουν τελικά το δικό της επιστημολογικό πρόσωπο. Η Ποιμαντική Θεολογία είναι αυθεντική επιστημονική λειτουργία με τις ιδιάζουσες σ’ αυτήν κατηγορικές επιστημονικές αρχές. Με άλλα λόγια η Ποιμαντική Θεολογία λειτουργεί ως επιστημονική γλώσσα με την ιδιαιτερότητα που προκύπτει από τις δικές της προϋποθέσεις, τη φύση και το χαρακτήρα του έργου της.


3. Το πρόβλημα: Σύγχρονη Ποιμαντική Ψυχολογία

Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ μιας σύγχρονης Ποιμαντικής Ψυχολογίας, σύμφωνα με το σκεπτικό της ιδρυτικής αποφάσεως της έδρας της Ποιμαντικής Ψυχολογίας και Εξομολογητικής της Θεολογικής Σχολής, εννοείται ως μεθόδευση εφαρμογών της σύγχρονης Ψυχολογίας στο εκκλησιαστικό - ποιμαντικό έργο. Αλλά ήδη η συνοπτική υπόμνηση της προβληματικής φύσεως της επιστημονικής Ψυχολογίας αφ ενός και η ιδιαιτερότητα του επιστημολογικού προσώπου της Ποιμαντικής Θεολογίας σε σχέση με την Ψυχολογία αυτή αφ ετέρου, θέτουν ενώπιόν μας μια σειρά προβλημάτων που συνθέτουν τελικά τον οξύ προβληματισμό των εφαρμογών της σύγχρονης Ψυχολογίας στο εκκλησιαστικό ποιμαντικό έργο.

Τα σπουδαιότερα ίσως από τα προβλήματα αυτά είναι τα εξής:
α) Είναι γεγονός ότι η επιστημονική Ψυχολογία συνεργεί στη βελτίωση του παιδαγωγικού γενικά έργου και ανοίγει θύρα αυτογνωσίας στον άνθρωπο. Η διαπίστωση όμως αυτή δεν μπορεί να είναι απόλυτη και αδιάψευστη σε κάθε περίπτωση. Η εκτίμηση της Ψυχολογίας έχει γίνει εύστοχα από τον Καμύ: «Στην ψυχολογία και τη λογική υπάρχουν αλήθειες, αλλά λείπει η αλήθεια»9. Το αξίωμα αυτό απορρίπτει εύλογα την Ψυχολογιαρχία . Η Ψυχολογία δεν είναι η αλήθεια. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι έγκυρο πρίσμα μελέτης και κατανοήσεως του υπαρξιακού μυστηρίου που λέγεται «άνθρωπος». Εξ άλλου, το κρισιμότερο πρόβλημα στην εκτίμηση των ψυχολογικών γνώσεων και πορισμάτων είναι ποιές είναι οι αλήθειες που περιέχει η Ψυχολογία. Δηλαδή με ποιά κριτήρια μπορούμε να επισημάνουμε αυτές τις αλήθειες και να τις συλλέξουμε.

β) Αν υποτεθεί όμως ότι επισημαίνονται ορισμένες ψυχολογικές αλήθειες, ποιό νόημα υπαρξιακό μπορούν να έχουν οι αλήθειες αυτές, αν ο βασικός τους χαρακτήρας είναι αποσπασματικός, δηλ. μερικός. Αν η Ψυχολογία δεν μπορεί να είναι η αλήθεια, το συνονθύλευμα αληθειών με μερική αξία δεν μπορεί να γίνει πρίσμα καθολικής ψυχολογικής κατανοήσεως του ανθρώπινου προσώπου. Αν στον επιστημονικό ψυχολογικό χώρο έχουμε αποσπασματικές αλήθειες, μάς διαφεύγει όμως η αλήθεια για το ανθρώπινο πρόσωπο, τότε ποιά σημασία μπορούν να έχουν οι αλήθειες αυτές για τον ανθρώπινο υπαρξιακό προβληματισμό;

γ) Η σύγχρονη Ψυχολογία και κυρίως η Ψυχολογία του Ασυνειδήτου ή του Βάθους έχει ήδη χαρακτηρισθεί ως υπαρξιακή Ψυχολογία. Η έρευνα τού ψυχολογικού βάθους τού ανθρώπινου προσώπου σχετίζεται μοιραίως με τους υπαρξιακούς ερεθισμούς πού δονούν το βάθος αυτό και προκαλούν τις συγκρουσιακές και άλλες λειτουργικότητες του. Αλλά εάν ο υπαρξιακός προβληματισμός τού άνθρωπου αγκαλιάζει την όλη υπόσταση του και λειτουργικότητα, οι μερικές ψυχολογικές αλήθειες δεν μπορούν να συγκλίνουν (ως υπαρξιακές λεπτομέρειες) στην αυθεντική ψυχολογική διευκρίνιση τού ανθρώπινου προσώπου. Οι μερικές ψυχολογικές αλήθειες, από την φύση τους, μένουν μετέωρες και διαθέσιμες μόνο για παρερμηνεία τού προσώπου αυτού, όταν μοιραίως από μια μερική αλήθεια επιδιώκουμε να φθάσουμε σε μια καθολική ερμηνεία
Ο άνθρωπος έχει γενετήσια ορμή. Αυτή η επισήμανση είναι μια ψυχολογική αλήθεια. Η γενετήσια ορμή προκαλεί εύλογες ψυχολογικές διαδικασίες. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι γενετήσια ορμή, δηλ. μόνο γενετήσια ορμή. Ή, για να θυμηθούμε Adler, ο άνθρωπος έχει αδυναμίες και μειονεκτήματα. Πρόκειται για σημαντική επισήμανση μιας ψυχολογικής αλήθειας από πλευράς αντλεριανής ψυχολογίας. Δεν μπορούμε όμως αυτή την μερική αλήθεια να την κάνουμε την αλήθεια. Δεν μπορεί τον κοινωνικό αίσθημα να είναι το αποφασιστικό πρίσμα θεωρήσεως τού ανθρώπινου προσώπου.


Έπειτα, ένα ψυχολογικό πόρισμα, πού μάς δίνει μια ψυχολογική αλήθεια, απαιτεί να σεβασθούμε την επιστημονική του ταυτότητα, πού προκύπτει από την φύση των κατηγορικών άρχων της επιστήμης πού τον γέννησε. Όταν χρησιμοποιούμε φροϋδι-κούς ψυχαναλυτικούς όρους ή όρους της Ψυχολογίας τού Jung ή τού Adler ή τού Frankl πρέπει να εννοούμε ο,τι εννοούν οι όροι αυτοί. Διαφορετικά τους παραμορφώνουμε, τους παρανοούμε και, φυσικά, δεν τους χρησιμοποιούμε σύμφωνα με το πνεύμα τού ψυχολογικού χώρου μέσα στον οποίο γεννήθηκαν. Αυτό σημαίνει ότι, όποιο πόρισμα ψυχολογικό προσπαθούμε να εφαρμόσουμε στον ποιμαντικό χώρο, πρέπει ή να το εφαρμόσουμε διατηρώντας το επιστημονικό του νόημα ή να το «αποτοξινώσουμε» από τον αρνητικό του («καθ' ημάς») χαρακτήρα. Και στις δύο περιπτώσεις τα προβλήματα πού προκύπτουν απαιτούν για τη λύση τους ακανθώδεις μεθοδεύσεις.


δ) Η ανάγκη πού ώθησε την Θεολογική Σχολή Αθηνών στην ίδρυση Έδρας σύγχρονης Ποιμαντικής Ψυχολογίας προκλήθηκε και από την γοητεία πού ασκεί η Ψυχολογία στην ανθρώπινη συνείδηση. Η επιστημονική Ψυχολογία είναι οπωσδήποτε μια ισχυρή πρόκληση αυτογνωσίας. Ο άνθρωπος αισθάνεται τον εαυτό του «ως το μέγιστο μυστήριο» (Das Grosste Mysterium). Κάθε πρόκληση αυτογνωσίας τον δονεί συνειδητά η ασυνείδητα. Η πρωτοβουλία της Σχολής για την ίδρυση Έδρας ήταν φυσιολογική και εξέφραζε την προσδοκία για μια καλύτερη ανάπτυξη της ποιμαντικής θεωρίας.
Από πλευράς επομένως Σχολής, η εφαρμογή ψυχολογικών πορισμάτων στο ποιμαντικό εκκλησιαστικό έργο ήταν αυτονόητη. Από την άποψη όμως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας η εφαρμογή αυτή υποδήλωνε ένα πλέγμα δυσεπίλυτων προβλημά-των. Γιατί κατά την εφαρμογή ψυχολογικών πορισμάτων στο ποιμαντικό-εκκλησιαστικό έργο, πού φέρουν έστω το κύρος μιας μερικής ψυχολογικής αλήθειας, αυτό πού πρέπει να προηγείται είναι η λειτουργία της θεολογικής αυτοσυνειδησίας. Είναι αυτονόητο το γεγονός, ότι η θεολογική μεθόδευση εφαρμογής ψυχολογικών πορισμάτων στο έργο αυτό σημαίνει αποδοχή μιας μερικής ψυχολογικής αλήθειας υπό τους όρους όμως θεολογικών προϋποθέσεων

Η θεωρία της Karen Horney για το «αποσπασμένο άτομο»10 είναι περισσότερο μια εξωτερική περιγραφή. Από την περιγραφή αυτή προκύπτει βέβαια ένα ψυχολογικό διάγραμμα ανθρώπινης συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη υπαρξιακή έκφραση. Για την Karen Horney η συμπεριφορά της «αποσπάσεως» είναι συνέπεια μιας στάσεως ζωής. Ήδη αυτό σημαίνει συσχετισμό της «αποσπάσεως» με ένα συγκεκριμένο αξιολογικό σύστημα ζωής, αφού μοιραίως η στάση ζωής τελεί υπό το κράτος αξιολογικών συναρτήσεων. Έτσι, αυτομάτως, η περιγραφή μιας συμπεριφοράς εννοείται συγχρόνως ως έκφραση αξιολογικών ροπών. Η θεολογική όμως αυτοσυνειδησία δεν μπορεί να ικανοποιείται με μια ερμηνεία πού υπαγορεύεται από τη λειτουργικότητα αξιολογικών ροπών πού αναδύονται από το έδαφος μιας ψυχολογικής θεωρήσεως.

Η αξιολογική ροπή είναι έκφραση καθολικής διαστάσεως της υπάρξεως, ενώ μια ψυχολογική θεώρηση, από τη φύση της, είναι μια λειτουργία στα περιορισμένα πλαίσια μιας λεπτομερειακής συμπεριφοράς. Σ' αύτη την περίπτωση η θεολογική αυτοσυνειδησία, κατά τη μεθόδευση της εφαρμογής του ψυχολογικού πορίσματος της αποσπάσεως στο ποιμαντικό-εκκλησιαστικό έργο, θα δεχθεί την ψυχολογική περιγραφή της αποσπάσεως, θα αρνηθεί όμως την επέκταση της περιγραφής στην ψυχολογική ερμηνεία. Και τούτο γιατί η θεολογική αυτοσυνειδησία λειτουργεί σε μεγαλύτερο υπαρξιακό βάθος από εκείνο της ψυχολογικής ερμηνείας11. Η μεθόδευση αυτή είναι απαράδεκτη για τον ψυχολόγο ερευνητή πού συγκροτεί τη θεωρία του με βάση υπαρξιακές-αξιολογικές κατηγορικές αρχές της επιλογής του. Αλλά η θεολογική αυτοσυνειδησία δεν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό της. Η Ψυχολογία είναι αναπόφευκτα αποτύπωση μιας θεωρίας ζωής και υπαρξιακής λειτουργικότητος τού άνθρωπου. Η θεολογική αυτοσυνειδησία δεν μπορεί να αποδεχθεί την εκπροσώπηση της θεωρίας αυτής σε μια ψυχολογική λεπτομέρεια, την περιγραφή δηλ. μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς.

ε) Η θεολογική αυτοσυνειδησία, πού είναι το κριτήριο της επιλογής των ψυχολογικών αληθειών, προέρχεται από τη δυναμική λειτουργικότητα των πηγών της «εν Χριστώ» αποκαλύψεως και απολυτρώσεως. Οι πηγές αυτές δεν πρέπει να νοούνται στατικώς. Αν το Άγιο Πνεύμα οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν», ο αποθησαυρισμός των αληθειών τού Αγίου Πνεύματος στην κιβωτό της Εκκλησίας εννοείται ως αδιάπτωτη δυναμική λειτουργικότητα. Ως «ύδωρ ζών αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον».
Αυτό, για την περίπτωση μας, σημαίνει ότι η θεολογική αυτοσυνειδησία είναι η ίδια λειτουργία ζωής «εν Αγίω Πνεύματι». Η θεολογική αυτοσυνειδησία έχει δική της, αγιασμένη από το Άγιο Πνεύμα, ψυχολογική λειτουργικότητα, δηλ. ποιότητα. Ίσως σ' αυτό το γεγονός μπορούμε να εντοπίσουμε τη δυνατότητα της θεολογικής αυτοσυνειδησίας να εναρμονίζει εποικοδομητικά ψυχολογικές εμπειρικές γνώσεις με την υπαρξιακή, αλλά και σωτηριολογική προοπτική της «εν Χριστώ Ιησού» σωτηρίας.

Είναι λοιπόν αυτονόητο το γεγονός, ότι η κατ' εξοχήν πηγή της «εν Χριστώ Ιησού» αποκαλύψεως και σωτηρίας, η Αγία Γραφή, είναι ο κώδικας ερμηνείας της ψυχολογικής συμπεριφοράς τού άνθρωπου. Ήδη η Αγία Γραφή περιέχει το ανθρώπινο πρόσωπο σε όλες τις όψεις και διαστάσεις του, στην πολυποίκιλη και πολύτροπη συμπεριφορά του, στους πάσης φύσεως αντιδράσεις του, στην αμαρτωλή κατάσταση και στη θεωμένη του φύση. Η θεολογική αυτοσυνειδησία καθρεπτίζεται αδιάλειπτα στα έσοπτρα12 των αγιογραφικών λογίων και κατανοεί την ταυτότητά της ως συνεχώς, με τη βίωση των κυριακών λογίων και εντολών, καθαιρομένη εικόνα του Θεού. Έτσι μόνο αποβαίνει διακριτικό όργανο επιλογής των ψυχολογικών αληθειών.

ϛ) Η θεολογική αυτοσυνειδησία, σύμφωνα με την τελευταία παρατήρηση, συνδυάζει θεωρητική-αποκαλυπτική γνώση και προσωπική αγιοπνευματική εμπειρία. Όταν μιλάμε για θεολογική αυτοσυνειδησία στο παρόν κείμενο δεν εννοούμε μόνο το θεολογικό γράμμα ή τη θεολογική θεωρητική γνώση. Εννοούμε τη βίωση αυτής της γνώσεως. Κι αυτό ακριβώς είναι το πιο σημαντικό στο πρόβλημα της δυνατότητος ή της μεθοδεύσεως της αξιοποιήσεως πορισμάτων της σύγχρονης Ψυχολογίας στο χώρο του εκκλησιαστικού-ποιμαντικού έργου.
Ο ποιμαντικο-ψυχολόγος, που διαθέτει μόνο θεωρητική - θεολογική κατάρτιση και δεν έχει την εμπειρία της βιώσεως των αληθειών της «εν Χριστώ Ιησού» αποκαλύψεως, δεν μπορεί να κάνει εύστοχες επιλογές και μεθοδεύσεις κατά την εφαρμογή ψυχολογικών γνώσεων στο έργο αυτό13. Εκείνος που δεν βιώνει τις ευαγγελικές αλήθειες, έστω και αν είναι κάτοχος ακαδημαϊκών θεολογικών γνώσεων, ακολουθεί αναπόφευκτα κάποιο αξιολογικό σύστημα ζωής, που πάντως δεν είναι το ευαγγελικό αξιολογικό σύστημα. Αυτό σημαίνει, ότι ψυχολογικές «αλήθειες», που μπορεί να βρίσκονται σε αξιολογική αντίθεση με το Ευαγγέλιο του Χριστού, μπορεί να επικυρώνουν το προσωπικό του αξιολογικό σύστημα. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι φανερό ότι τον τελικό λόγο επιλογής θα έχει όχι το βιωματικά αγνοούμενο ευαγγελικό σύστημα ζωής, αλλά οι βιούμενες από τον ποιμαντικο-ψυχολόγο ερευνητή ψυχολογικές «αλήθειες»!
Η μικρή ομάδα των προβλημάτων που παρουσιάσθηκαν μέχρι τώρα δίνει τις διαστάσεις του προβληματισμού της συγκροτήσεως μιας σύγχρονης Ποιμαντικής Ψυχολογίας. Η προσπάθεια να εντάξουμε πορίσματα της σύγχρονης ψυχολογίας στο ευρύτερο σύστημα της Ποιμαντικής Θεολογίας συνδέεται με ποικίλα προβλήματα. Η μέθοδος επιλογής των πορισμάτων της Ψυχολογίας, πού μπορούν να αξιοποιηθούν στο χώρο τού εκκλησιαστικού ποιμαντικού έργου, είναι μια πολύ συνθετική λειτουργία. Η «μεταμόσχευση» ψυχολογικών γνώσεων στο σώμα του έργου αυτού απαιτεί τη χειρουργική και συρραπτική ικανότητα μιας γνήσιας, από κάθε άποψη, θεολογικής αυτοσυνειδησίας.


4. Ορδόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία

Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ, πού συνειδητοποιείται κατά την προσπάθεια της αξιοποιήσεως ψυχολογικών πορισμάτων στο εκκλησιαστικό-ποιμαντικό έργο, δεν βεβαιώνει ότι είναι αδύνατη η συγκρότηση μιας σύγχρονης Ποιμαντικής Ψυχολογίας. Φέρνει απλώς στην επιφάνεια μεθοδολογικές δυσχέρειες, άλλα και συγχύσεις όρων και εννοιών πού προέρχονται από το επιστημολογικό κατεστημένο.


Ίσως η κύρια αφορμή συγχύσεως στην περιοχή αυτή είναι ο όρος «Ψυχολογία». Καθένας σήμερα, όταν χρησιμοποιεί τον όρο αυτό, ξέρει ότι μιλάει για την «επιστημονική» Ψυχολογία. Δηλ. για ένα σύστημα γνώσεων πού άφορα την ανθρώπινη προσωπικότητα και προέρχεται από μεθοδική επιστημονική έρευνα και ερμηνεία, πού έγινε κάτω από ορισμένες κατηγορικές αρχές και προϋποθέσεις. Ο όρος «Ψυχολογία», με την έννοια αυτή, έχει πράγματι δική του ταυτότητα πού γίνεται περιγραπτή βάσει των κατηγορικών άρχων υπάρξεως και λειτουργίας της επιστήμης πού καλλιεργεί και προάγει την Ψυχολογία αυτή. Επομένως, ο όρος Ψυχολογία σημαίνει ήδη μια δέσμευση της πρισματικής θεωρήσεως και λειτουργίας της ανθρώπινης προσωπικότητος. Ο κοινός νους δεν μπορεί να συλλάβει άλλο είδος η ποιότητα «επιστημονικής» Ψυχολογίας. Γι’ αυτό όταν κάποιος μιλάει για Ψυχολογία αναπλάττει αυτόματα στη μνήμη του κάποια από τις ισχύουσες θεωρίες η συλλήβδην όλες τις γνωστές ψυχολογικές θεωρίες.

Αλλά αν αποδεσμευθούμε από τον επιστημονικό χαρακτήρα τού όρου «Ψυχολογία», επανερχόμεθα στη βασική και γενική έννοια τού όρου αυτού πού σημαίνει απλώς λόγο περί της Ψυχής. Αυτή η γενική έννοια, σε μια πρώτη φάση θεωρήσεως του όρου «Ψυχολογία», κρατάει τη μεθοδική έρευνα και ερμηνεία των βιωματικών καταστάσεων και λειτουργιών της ψυχής μακριά από τις συγκεκριμένες γνωστές ψυχολογικές θεωρίες. Έτσι μπορούμε να παραδεχθούμε ότι ο περί Ψυχής λόγος δεν αποτελεί αποκλειστικότητα της σύγχρονης οπωσδήποτε επιστημονικής, κατά την καθιερωμένη έννοια, Ψυχολογίας. Κάθε14 θεώρηση της λειτουργίας του ψυχικού παράγοντος, απ όπου κι αν αφορμάται, αποδίδει ψυχολογική γνώση έγκυρη, σε σχέση πάντοτε με τις κατηγορικές της προϋποθέσεις. Η τελευταία παρατήρηση προλειαίνει «επιστημονικώς» το χώρο της συγκροτήσεως Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας.

Αν η δυνατότητα θεωρήσεως της ανθρώπινης ψυχής υπερβαίνει τους θεωρητικούς φραγμούς ενός επιστημολογικού κατεστημένου, η περί ψυχής θεωρία μπορεί να είναι «επιστημονική» κάτω από οποιεσδήποτε κατηγορικές αρχές. Πράγματι! Ο όρος Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία σημαίνει βέβαια συγκρότηση ενός συστήματος ψυχολογικών γνώσεων με βάση το δογματικό (ανθρωπολογικό, σωτηριολογικό) σύστημα της Ορθόδοξης Θεολογίας. Η a priori κατηγορική θεμελίωση της Ποιμαντικής Θεολογίας, σύμφωνα με τα «επιστημολογικώς» ισχύοντα, είναι από τον κοινό επιστημονικό νού απαράδεκτη. Γιατί δημιουργείται εύκολα η εντύπωση ότι προδικάζεται, κατά κάποιο τρόπο, το σύστημα των πορισμάτων της συγκεκριμένης μεθοδικής έρευνας, αφού τελικά πρέπει να δικαιωθεί η λειτουργικότητα και το νόημα του ανθρώπινου προσώπου, όπως προβάλλεται στο χώρο της «εν Χριστώ» αποκαλύψεως. Αλλά το απαράδεκτο αυτό έχει φαινομενική μόνο ισχύ. Γιατί, όπως άλλωστε είπαμε ήδη, η Ποιμαντική Θεολογία έχει το δικό της επιστημολογικό πρόσωπο και επομένως, κάθε μεθοδική της λειτουργία και κάθε διαδικασία ερμηνείας και συγκροτήσεως των πορισμάτων θεωρήσεως της ανθρώπινης ψυχής έχει χαρακτήρα επιστημονικό, δηλ. σύμφωνο με τις κατηγορικές αρχές και προϋποθέσεις από τις οποίες αφορμήθηκε. Ο όρος Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία μπορεί να μην είναι επιστημονικός σε σχέση με τη σύγχρονη επιστημονική Ψυχολογία. Είναι όμως επιστημονικός σε σχέση με τις δικές του κατηγορικές αρχές και προϋποθέσεις. Έτσι ο όρος Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία δηλώνει συγκεκριμένο σύστημα ψυχολογικών γνώσεων, που ανταποκρίνεται στους στόχους και τις επιδιώξεις της Ποιμαντικής Θεολογίας.


Εξ άλλου η θεμελιώδης ειδοποιός διαφορά της Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας από την καθιερωμένη επιστημονική Ψυχολογία, είναι δυνατόν να συνοψισθεί στη γενική περί ψυχής παρατήρηση του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, σύμφωνα με την οποία: «Ούτε δε σοφοί διά της σοφίας ούτε φρόνιμοι διά της φρονήσεως αυτών ηδυνήθησαν καταλαβείν ψυχής λεπτότητα ή ειπείν περί αυτής ώς εστίν, ει μη μό νοις οίς διά του Αγίου Πνεύματος αποκαλύπτεται η κατάληψις και γνώσις ακριβώς περί ψυχής γνωρίζεται»15.
Η σύγχρονη Ψυχολογία στο ερώτημα τι είναι η Ψυχή (εάν δεν το περιφρονεί ή δεν το παραβλέπει) δίνει συγκεχυμένες και αντιφατικές μεταξύ των διαφόρων θεωριών απαντήσεις. Δεν έχει μάλιστα χωρίς λόγο χαρακτηρισθεί ως «Ψυχολογία χωρίς ψυχή». Ήδη αυτό το γεγονός κλονίζει το κύρος των πορισμάτων που εξάγονται από μια έρευνα που δεν έχει επίγνωση της φύσεως και της ταυτότητος του αντικειμένου της. Μια σύγχρονη Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία δεν θα μπορούσε να εντάξει στο σύστημά της καμιά ψυχολογική θεωρία γι’ αυτόν και μόνο το λόγο. Βέβαια η παραπομπή του περί ψυχής ερωτήματος στο Άγιο Πνεύμα είναι για κάθε θεολογικώς ανυποψίαστο επιστήμονα ακατανόητη και, γιατί όχι, αντιεπιστημονική. Αλλά κάθε δι-αυγής επιστημονικός νους, που θα μπορούσε να κατανοήσει το όλο σύστημα των ανθρωπολογικών και σωτηριολογικών θεολογικών αληθειών, θα παρεδέχετο, χωρίς δυσκολία, την παρατήρηση του Οσίου Μακαρίου. Οπωσδήποτε όμως η παρατήρηση αυτή αποτελεί την ουσιώδη προϋπόθεση της συγκροτήσεως Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας και συγχρόνως αποκαλύπτει τον γενικό χαρακτήρα και τη φύση της.


Το όλο θεωρητικό σύστημα της Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας συγκροτείται από ερευνητικές διαδικασίες που καθορίζονται από τις ανθρωπολογικές-σωτηριολογικές θεολογικές κατηγορικές αρχές. Αυτό σημαίνει ότι, όπως κάθε άλλη αυθεντική θεολογική λειτουργία έχει αγιοπνευματικό χαρακτήρα, έτσι και η Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία, ως θεολογική ανθρωπολογική-σωτηριολογική διάσταση και λειτουργία, συγκροτείται από θεωρητικό υλικό που έχει ως αναπαλλοτρίωτο γνώρισμα την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Εάν γενικώς μέσα στο χώρο της βιώσεως της αυθεντικής Θεολογίας «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω»16, δεν μπορεί επίσης να συγκροτεί θεωρητικά συστήματα ποιμαντικο-ψυχολογικής μελέτης και κατανοήσεως του ανθρώπου χωρίς τη φωτιστική λειτουργία του Αγίου Πνεύματος. Η προϋπόθεση αυτή αποτελεί τον ουσιώδη όρο επιστημονικής συγκροτήσεως Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας.
Η παραδοχή του όρου αυτού διευκρινίζει εξ αλλού και καθορίζει τους γνώμονες17 της θεωρητικής συγκροτήσεως και πρακτικής εφαρμογής Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας. Οι γνώμονες αυτοί είναι κυρίως: το ορθόδοξο δόγμα (ανθρωπολογίασωτηριολογία), το ορθόδοξο ήθος και η βιωματική αγιοπνευματική εμπειρία του ποιμαντικο-ψυχολόγου ερευνητού. Αλλά οι γνώμονες αυτοί υποδηλώνουν συγχρόνως τις πηγές από τις οποίες είναι δυνατόν να συγκεντρωθεί το θεωρητικό υλικό της συγκροτήσεως και πρακτικής εφαρμογής 0ρθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας. Όπως είναι ευνόητο, πηγαί της Ψυχολογίας αυτής πρέπει να είναι: Η Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας και των εκκλησιαστικών συγγραφέων, οι βίοι των αγίων, η λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, η απεικονιζομένη στα λειτουργικά της βιβλία, η πρακτική ποιμαντική εμπειρία και ακόμη η Ψυχολογία και οι εφαρμογές της στους ειδικούς θεραπευτικούς κλάδους (στη Συμβουλευτική, Παιδαγωγική, ψυχοθεραπεία και ψυχιατρική), υπό τις προϋποθέσεις που ήδη εξεθέσαμε στην παράγραφο για τον προβληματισμό της σύγχρονης Ποιμαντικής Ψυχολογίας και μέ το πνεύμα των κατηγορικών αρχών της Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας18.


Το έργο της Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας είναι κυρίως μελέτη και κατανόηση της ψυχολογικής λειτουργικότητας του ανθρώπου ως μετανοούντος αμαρτωλού και οδεύοντος προς δημιουργία της «καινής κτίσεως». Ο όρος Ποιμαντική Ψυχολογία δηλώνει σαφώς τον ερευνητικό προσανατολισμό της επιστήμης αυτής. Το γενικό κύριο έργο της είναι η συγκομιδή γνώσεων, από τις πηγές που εμνημονεύσαμε, με το σκοπό της καλύτερης κατανοήσεως της πορείας του ανθρώπου από την κατάσταση του πρώτου Αδάμ στην ενσωμάτωσή του στον δεύτερο Αδάμ, τον Ιησούν Χριστόν. Και από την άποψη αυτή ο σχεδιασμός της αναπτύξεως του έργου της Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας προβάλλει μια σημαντική πολλαπλότητα ιδιαίτερων ερευνητικών στόχων. Αλλά τους στόχους αυτούς, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν μπορούμε να επισημάνουμε συστηματικώς. Η Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία, ως επιστημονική παρουσία, αυτοσχεδιάζει προς το παρόν με το δισταγμό του πρωτόπειρου ερευνητού.


Θα ήταν όμως χρήσιμο να υπογραμμίσουμε εδώ, ότι ίσως το πιο αξιόλογο έργο της Ορθόδοξης Ποιμαντικής Ψυχολογίας στους ημέρες μας πρέπει να είναι η μελέτη και κατανόηση του «Πατερικού Ανθρώπου». Μέσα από τον πλούτο της πατερικής σκέψεως και ζωής αναδύεται ένας τύπος ανθρώπινου προσώπου που φέρει το κύρος της «εν Χριστώ Ιησού» βιωτής. Εφ όσον οι Πατέρες της Εκκλησίας πρώτα εβίωσαν και ύστερα εμίλησαν και έγραψαν, κάθε ψυχολογικό-ανθρωπολογικό στοιχείο που μάς παρέδωσαν, αποτελεί πολύτιμο λίθο της δομήσεως του αυθεντικού «εν Χριστώ Ιησού» ανθρώπινου προσώπου. Γιατί ακριβώς οι Πατέρες της Εκκλησίας μας εβίωσαν το ευαγγελικό πρότυπο ζωής, έζησαν τον «Υπογραμμόν» σε όλες του τις διαστάσεις και τον προβάλλουν με εκπλήσσουσαν συνέπεια στην προσωπική τους ζωή.

 
Ασφαλώς, ο τύπος του «Πατερικού Ανθρώπου» δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να εννοείται αποκλειστικά παρελθοντολογικώς και επομένως, ως ξένος προς τον υπαρξιακό προβληματισμό του σύγχρονου ανθρώπου. Η σύγχρονη μελέτη του «Πατερικού Ανθρώπου» δεν μπορεί να εννοείται «φωτοτυπικώς». Η ποιμαντικο-ψυχολογική σπουδή και έρευνα του ανθρώπου αυτού υποχρεούται να ανακαλύψει και να επισημάνει τους ψυχολογικούς-πνευματικούς δυναμισμούς του, που λειτούργησαν στη δομή προηγηθέντων εποχιακών σχηματισμών και υπαρξιακών εκφράσεων. Παραμερίζοντας δηλ. η Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία το καθ αυτό εποχιακό και τη συγκεκριμένη υπαρξιακή έκφραση της στιγμής, στη ζωή και στο έργο των Πατέρων και των Αγίων της Εκκλησίας, πρέπει να συλλαμβάνει τους γενικούς χαρακτήρες ενός τύπου ψυχολογικής λειτουργικότητος που δικαιώνει την ευαγγελική εικόνα του ανθρώπινου προσώπου άπδ κάθε άποψη και σε κάθε εποχή.


Τα εποχιακά υπαρξιακά προβλήματα του άνθρωπου, παρά την πολυσήμαντη ιδιαιτερότητα τους, δεν αλλοιώνουν τους βασικούς χαρακτήρες των ψυχολογικών-πνευματικών δυναμισμών του ανθρώπινου προσώπου πού προβάλλει το Ευαγγέλιο του Χριστού. «Ο λόγος του Κυρίου μένει εις τον αιώνα». Αυτό σημαίνει ότι, από πλευράς ευαγγελικού υπαρξιακού σχεδιασμού, το γενικό διάγραμμα της ψυχοπνευματικής λειτουργικότητος τού ανθρώπινου προσώπου είναι σε κάθε εποχή το ίδιο και αναλλοίωτο. Ο,τι αλλάζει άφορα τα πεδία, άλλα και τα μέσα και τους τρόπους, με τους οποίους καλείται, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και σ ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, να αγωνισθεί ο άνθρωπος για να καταξιώσει την υπαρξιακή του ταυτότητα.
Η βίωση τού προβλήματος της ζωής και τού θανάτου, ο διάλογος τού άνθρωπου με τις δυναμικές ροπές τού ψυχικού του κόσμου, οι εναγώνιες αναζητήσεις του στη χρονική ρευστότητα της καθημερινότητος, οι προσδοκίες του και οι αδυναμίες του και γενικώς οι αξεπέραστες υπαρξιακές του οριοθετήσεις, παρά τη διάφορη κάθε φορά εξωτερική εικόνα της εκφράσεως τους, πού οφείλεται στις εποχιακές ιδιαιτερότητες, λειτουργούν ως βασικοί ψυχολογικοί-πνευματικοί δυναμισμοί, πού χαρακτηρίζουν διαχρονικά το ανθρώπινο πρόσωπο.
Το γεγονός αυτό επιτρέπει να παραδεχθούμε ότι ο τύπος τού «Πατερικού Ανθρώπου», στη λειτουργική του φύση, έχει διαχρονική ισχύ. Εξ άλλου η ορθόδοξη πνευματική ζωή ποτέ δεν κατανοήθηκε στατικά. Η ορθόδοξη παράδοση διατηρεί στη μακραίωνη πορεία της το χαρακτήρα της ανανεωτικής ζωοποιού δραστικότητος, πού την αποδεικνύει πράγματι: «Υδωρ ζών αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον». Αυτό σημαίνει, για την περίπτωση μας, ότι ο τύπος τού «Πατερικού Ανθρώπου» έχει μια βασική υπαρξιακή λειτουργικότητα, πέρα από τις συγκεκριμένες εποχιακές της εκφράσεις, πού βεβαιώνουν τον ανανεωτικό της χαρακτήρα. Η Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία οφείλει να επισημάνει και να εντοπίσει τους βασικούς χαρακτήρες και τις βιωματικές διαδικασίες αυτής της λειτουργικότητος. Και, επί πλέον, να μελετήσει τον τρόπο βιώσεως τού βασικού τύπου τού «Πατερικού Ανθρώπου» στη συγκεκριμένη εποχή που η Ψυχολογία αυτή λειτουργεί. Με τον τρόπο αυτό η Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία αποδεικνύεται βασικός συγχρονιστικός παράγων στην άσκηση του εκκλησιαστικού-ποιμαντικού έργου. Συγχρονίζει τον λόγον του Κυρίου, που μένει στον αιώνα, με τα υπαρξιακά σχήματα της συγκεκριμένης εποχής, στην οποία η επιστήμη αυτή αναπτύσσεται.

 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


(*)Περιοδ. «Σύναξη», αριθ. 25/ΙανουάριοςΜάρτιος 1988, σελ. 19-33.
α. Γεωργίου Βαρβατσούλια, Η Νεύρωση κατά την Karen Horney και οι ανθρωπολογικές θεωρήσεις του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητή / Συγκριτική Μελέτη, Διδακτορική Διατριβή στο Πανεπιστήμιο Durham της Αγγλίας (19941997), εκδόσεις «Ακρίτας», Αθήνα 2004, σελ. 2729, Πρόλογος. β. Η επίσημη εμφάνιση της Ποιμαντικής Ψυχολογίας ως διδασκαλίας στους Θε-ολογικές Σχολές της Ελλάδας ξεκίνησε όταν ο Καθηγητής Κορναράκης ορίσθηκε διδάσκων αυτού του μαθήματος του Πρακτικού Κλάδου στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια η διδασκαλία αυτή οργανώθηκε επίσημα στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, ό-που ο κ. Κορναράκης εκλέχθηκε Καθηγητής το 1978.
1. Μιά έκθεση του προβλήματος της σχέσεως του υποκειμενισμού του ερευνητού και των πορισμάτων του και γενικώς του προβλήματος της κρίσεως της ψυχολογικής ερεύνης μπορεί ο αναγνώστης να παρακολουθήσει στην εργασία μας: «Διάγραμμα του μεθοδολογικού προβλήματος της θρησκειοψυχολογικής ερεύνης» (Ανάτυπο από τον ΙΕʹ τόμο της επιστημονικής επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), Θεσσαλονίκη 1970.
2. «Η ψυχολογία μπορεί να μάς δείξει τί δεν είναι ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να μάς πει τί είναι ο άνθρωπος ο καθένας από μάς. Η ψυχή του ανθρώπου, ο μοναδικός πυρήνας του κάθε ατόμου, ποτέ δεν μπορεί να συλληφθεί και να περιγραφεί με πληρότητα» (Εριχ Φρόμ, Τό Δόγμα του Χριστού, μτφρ. Δ. Θεοδωρακάτου, Αθήναι 1974, σελ. 215).
3. Ο Jung, μελετώντας τον Χριστιανισμό με το πνεύμα μιας απαράδεκτης (ακόμα και ψυχολογικώς) Ψυχολογιαρχίας, κακοποιεί σε μια καθολική, θα έλεγε κανείς, έκταση το περιεχόμενο του Ευαγγελίου. Ένα ελάχιστο δείγμα είναι και ο ισχυρισμός του, σύμφωνα με τον οποίο: «Τό Selbst, η ψυχική δηλ. ολότης έχει τη φωτεινή αλλά και τη σκοτεινή της όψη. Ο Χριστός και ο Αντίχριστος, ο Θεός και ο Σατανάς ενωμένοι αποτελούν την ψυχική ολότητα» (C.G.Jung, symbolik des geistes,Zurich 1951, σελ. 135, 137, 406 κλπ.).
4. Κατα τον Εριχ Φρόμ, «ο πραγματικός σκοπός της Ψυχολογίας είναι αρνητικός η απάλειψη των παραμορφώσεων και των ψευδαισθήσεων, και όχι θετικός, η πλήρης και ολόπλευρη γνώση μιας ανθρώπινης ύπαρξης» (Το Δόγμα του Χριστού, σελ. 215).
5. Αμερικανός ψυχολόγος υπεστήριξε ότι η βλασφημία των θείων κάνει καλό. Πρέπει να βλασφημά ελεύθερα εκείνος που αισθάνεται την ανάγκη. Η καταπίεση κάνει κακό.
6. Ο Εριχ Φρόμ υπενθυμίζει τις επιστημονικές(;) εργασίες του Θεόδωρου Ράϊκ, με τις οποίες επιχειρεί να αποδείξει ότι «το θρησκευτικό δόγμα στην εξελικτική ιστορία της ανθρωπότητας αντιστοιχεί στη νευρωτική ιδεοληπτική (καταθλιπτική) σκέψη, που αποτελεί την πιο σημαντική έκφραση της παράλογης καταναγκαστικής σκέψης... Η διαμόρφωση του δόγματος πρέπει να νοηθεί πως ακολουθεί τους ίδιους δρόμους, που διέπουν τις ψυχαναγκαστικές νευρωτικές διαδικασίες» (Τό Δόγμα του Χριστου, σελ. 98 εξ.).
7. Ψάλμ. 8, 5.
8. Ιερεμ. 3, 15
9. Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σισύφου, έκδ. Γαλαξία, Αθήνα 1969, σελ. 27.
10. Karen Horney, Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου, Αθήνα 1967. σελ. 100 εξ.
11. Βλ. Ι. Κορναράκη, «Σχέση υπαρξιακής προοπτικής και αφετηριακού επιπέδου, στην έρευνα της ανθρώπινης συμπεριφοράς», περιοδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τεύχ. 705, ΜάρτιοςΑπρίλιος 1985, σελ. 128135.
12. Ο Συμεὼν ο Νέος Θεολόγος ερωτά: «Πόθεν ουν γνωσόμεθα ει εν ημίν ο Χριστός εστί, και πως εαυτούς ημάς καταμάθωμεν;». Και απαντά ο ίδιος: «Τα από των Θείων Γραφών λόγια αναλεγόμενοι και αντιπαρατιθούντες ως έσοπτρα ταίς ψυχαίς ημών, εν αυτοίς όλους εαυτούς καταμάθωμεν» (Ηθικ. 10, 361365).
13. Πρβλ. «Ειδέ και ειπή τινάς, ότι μερικοί απ’ αυτούς εξηγούν τας θείας Γραφάς και θεολογούν, και κηρύττουν τα ορθόδοξα δόγματα, τούτο είναι μάλιστα είδος ασεβείας...» (Συμεὼν του Ν. Θεολόγου, Τα ευρισκόμενα..., έκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1969, σελ. 66).
14. Π.χ. η λαϊκή συνείδηση αποτελεί όργανο ψυχολογικής εκτιμήσεως και τυπολογικού καθορισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τις παροιμίες του λαού, ήθη και έθιμα, που στην ουσία τους αποτελούν ψυχολογικές καταγραφές της κοινής λαϊκής εμπειρίας. Εξ άλλου η επιστημονική Ψυχολογία δεν διστάζει να χρησιμοποιεί στην αποδεικτική επιχειρηματολογία της υλικό (λαογραφικό) από τον πλούτο της εμπειρίας αυτής. Το γεγονός αυτό σημαίνει αναγνώριση ενός είδους «επιστημονικού» χαρακτήρα της ψυχολογικής καταγραφής της λαϊκής συνειδήσεως.
15. ΒΕΠΕΣ, τόμ. 41, σελ. 352.
16. Αʹ Κοριν. 12, 3.
17. Βλ. Ι. Κορναράκη, Εγχειρίδιον Ποιμαντικής Ψυχολογίας, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 19 εξ.
18. Ως προς την ψυχιατρική, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε την ανεπάρκειά της στην περίπτωση των δαιμονισμένων, που με την άγνοιά τους καταφεύγουν στη βοήθειά της. Είναι φυσικό ένας ψυχίατρος να αδυνατεί να αντιληφθεί τα πραγματικώς συμβαίνοντα. Σ’ αυτή την περίπτωση, ό,τι για την Εκκλησία είναι δεδομένο από τις δογματικές της προϋποθέσεις και συγχρόνως μια αδιάψευστη πραγματικότητα, για την Ψυχιατρική είναι προκατάληψη και νοσηρή φαντασία. Ίσως εδώ ισχύει περισσότερο το του Ευαγγελίου «τί εμοί και σοί...;» (Ματθ. 5, 7).