Η ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ
Είναι
δυνατή η πλήρωση του ευαγγελικού νόμου;
Ο ευαγγελικός νόμος εκφράζει το θέλημα του Θεού, όπως αυτό καταγράφτηκε στις δύο
διαθήκες του, την Παλαιά και την Καινή. Εφόσον δε το θέλημα του Θεού είναι άγιο,
έτσι και ο νόμος ο εκφράζων αυτό είναι άγιος.
Ο νόμος εκφράζεται με τη μορφή εντολών, τις οποίες ο πιστός καλείται να εκτελεί. Με την τέλεση των εντολών εμπνεομένων από την πίστη και τη ζωογόνο πνοή της χάριτος, ο χριστιανός πιστοποιεί την κλήση του, εκφράζει την αυτοσυνειδησία του ως ζωντανό μέλος του σώματος του Χριστού, προάγεται στην αρετή και την πνευματική του τελείωση και γίνεται άξιος της βασιλείας των ουρανών. Δια της πιστής τηρήσεως των εντολών του Θεού ο άνθρωπος σώζεται. Αντίθετα, αν παραλείπει την τήρηση του νόμου του Θεού ή και καταπατεί αυτόν, ως συνέπεια θα έχει την απώλεια της ψυχής του.
Είναι όμως εφικτή η πλήρης και τέλεια πλήρωση του νόμου του Θεού;
Όπως και σε όλες τις άλλες καταστάσεις, το απόλυτο και τέλειο διαφεύγει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Το τέλειο είναι μόνο για τον τέλειο Θεό, όχι για τον πεπερασμένο άνθρωπο. Αν όμως το απολύτως τέλειο ισχύει μόνο για το Θεό, για τα πλάσματα ισχύει το σχετικώς τέλειο. Ο άνθρωπος δηλαδή πράττοντας το νόμο του Θεού μπορεί να απομάξει το ευαγγελικό ιδεώδες το σύμμετρο προς τις ηθικοπνευματικές του δυνάμεις, τελώντας ελεύθερα το νόμο του Θεού και επικουρούμενος από την τελειωτική χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Όσοι ισχυρίζονται ότι στα σχετικά ανθρώπινα πλαίσια είναι αδύνατη η πλήρωση του ευαγγελικού ιδεώδους δεν έχουν δίκαιο. Αυτό θ' αποτελούσε κατασυκοφάντηση τού αγίου Θεού, πού επιτάσσει στους ανθρώπους εντάλματα, τα οποία αδυνατούν να εκτελέσουν. Φυσικά η πλήρωση του νόμου του Θεού δεν είναι πάντοτε εύκολη, αδύνατη δε στις δυνάμεις του φυσικού ανθρώπου. Μόνο στο πεδίο της χάριτος μπορεί να εκπληρώσει ο πιστός τα εντάλματα του Θεού. Αυτό θα εξαρτηθεί από την ιδιοφυία και τις όποιες άλλες δυνατότητές του. Άλλοι μεν, οι άγιοι, φθάνουν στην τελείωσή τους, άλλοι απλώς την πλησιάζουν, ενώ άλλοι μένουν μακριά. Εν πάση όμως περιπτώσει η κατά το δυνατόν πλήρωση του νόμου του Θεού είναι για όλους εφικτή και επιτακτική.
Ποιά
είναι τά έργα τά οποία οφείλει να τελεί ο αναγεννημένος πιστός;
α) Αυτά που είναι υποχρεωτικά για όλους τους πιστούς.
Είναι οι εντολές του Θεού πού υπάρχουν στις δύο Διαθήκες του, κυρίως στο Δεκάλογο της Π. Διαθήκης. Ο κάθε πιστός πρέπει, κατά το μέτρο των δυνάμεων και των δυνατοτήτων του, να τηρεί το νόμο του Θεού να μη φονεύει, να μη μοιχεύει, να μην κλέβει, να αγαπά το Θεό και τον πλησίον του κ.λπ. Η καταπάτηση των εντολών του Θεού συνεπάγεται την τιμωρία τού ανθρώπου, σε ακραίες δε περιπτώσεις και αν δεν διορθωθεί εν τω μεταξύ, μπορεί ο αμαρτωλός τελικά να κατακριθεί και να χάσει την ψυχή του.
β) Τα έργα που δεν είναι υποχρεωτικά για όλους,
η πλήρωση των οποίων αφήνεται στην ελεύθερη προαίρεση τού ανθρώπου. Τα έργα αυτά ονομάζονται ευαγγελικές παραινέσεις (συμβουλές). Αυτές είναι συνήθως τρεις· η παρθενία, η ακτημοσύνη και ο μοναχικός βίος. Τα έργα αυτά δεν δευσμεύουν όλους τους πιστούς, αλλά μόνον ολίγους, αυτούς που θέλουν ελεύθερα να τα αναλάβουν.
Οι ευαγγελικές παραινέσεις δεν είναι καθ' εαυτές αξιόμισθες. Είναι μεν έργα
επαινετά, όχι όμως σαι αξιόμισθα. Η αξίωση, λόγου χάρη, ότι το να μένει κανείς
άγαμος και να νηστεύει κάνει κάτι αξιόμισθο ενώπιον του Θεού είναι επικίνδυνη,
γιατί υποτιμά τον γάμο σαν κάτι ακάθαρτο και διακρίνει τις τροφές σε κατακριτέες
και μη, κάτι πού αντιβαίνει στο γενικότερο πνεύμα του Ευαγγελίου. Εντούτοις, αν
οι ευαγγελικές παραινέσεις δεν είναι αξιόμισθες, είναι ωστόσο μέσα αξιόλογα να
πράττει κανείς ευχερέστερα την αρετή και να διακονεί απερίσπαστα τον Κύριο· εκ
του λόγου τούτου είναι προτιμητέες και για ορισμένους ανθρώπους και σε ορισμένες
περιπτώσεις, αναγκαίες και επιβαλλόμενες. Ότι οι παραινέσεις δεν είναι
υποχρεωτικές για όλους, δηλώνουν τα λόγια του Κυρίου προς τον πλούσιο νεανίσκο·
«Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δός πτωχοίς, και
έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι», όπου η τέλεια ακτημοσύνη και
η αποστολική μαθητεία αφήνονται στην προαίρεση του νεανίσκου, όπως και το
παράδειγμα του Ζακχαίου, ο οποίος έγινε δεκτός από τον Κύριο ως υιός Αβραάμ με
την προαιρετική προσφορά του μισού μέρους της περιουσίας του.
Ότι όμως οι περιπτώσεις των Αποστόλων και άλλων ασκητών και αγίων, οι οποίοι, εγκαταλείψαντες τα πάντα αφιερώθηκαν ολόψυχα στη διακονία του Κυρίου, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη συμπεριφορά του νεανίσκου του μη δυναμένου ν' αποκολληθεί από τα υπάρχοντά του, είναι φανερόν.
Ενδεικτικές επίσης είναι και οι παραινέσεις τού Απ. Παύλου· «Λέγω δε τοίς
αγάμοις και ταίς χήραις καλόν αυτοίς, εάν μένωσιν ως καγώ». Εδώ ο Απόστολος
προτείνει απλώς την αγαμία σαν κάτι που διευκολύνει την απερίσπαστη διακονία του
Ευαγγελίου, δεδομένου μάλιστα ότι ο «γαμήσας μεριμνά τα του κόσμου, πώς αρέσει
τη γυναικί». Από την άλλη ο αυτός Απόστολος τοποθετεί την αγαμία πιο πάνω από
τον γάμο· «Ο εκγαμίζων καλώς ποιεί, ο δε μή εκγαμίζων κρείττον ποιεί». Τότε
μόνον είναι προτιμότερος ο γάμος όταν ο άνθρωπος δεν αντέχει την πύρωση της
σάρκας· «Κρείσσον γάρ εστι γαμήσαι ή πυρούσθαι».
Υπάρχει βέβαια και η αντίληψη, ότι η διάκριση των απλών καθηκόντων από τις
ευαγγελικές παραινέσεις δεν είναι σωστή, ένεκα των εκτάκτων δώρων και δυνάμεων
με τις οποίες είναι εφοδιασμένοι οι αναλαμβάνοντες τις ευαγγελικές συμβουλές, οι
οποίες είναι σ' αυτή την περίπτωση απλά καθήκοντα για τους δυναμένους. Η άποψη
όμως αυτή δεν είναι σωστή.
Τα μεγάλα από το Θεό δώρα δεν αρκούν πάντοτε για την ανάληψη των ευαγγελικών παραινέσεων, αλλ' απαιτείται παράλληλα και η ελεύθερη θέληση τού ανθρώπου, πράγμα που δεν συμβαίνει πάντοτε, όπως μαρτυρεί η ιστορική πείρα. Υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι, πού αν και έλαβαν έκτακτα χαρίσματα από το Θεό, όμως δεν ανέλαβαν τις ευαγγελικές παραινέσεις, πολλές δε φορές περιήλθαν στην ηθική κατάπτωση και τη διαφθορά.
Το πράγμα βέβαια διαφέρει, αν μελετηθεί από την υποκειμενική του πλευρά. Όσο
περισσότερο προχωρεί κανείς στο στάδιο της ηθικής τελειώσεως, τόσο περισσότερο
συνειδητοποιεί την πνευματική του κατάσταση και εκείνο που οι πολλοί θεωρούν ως
έκτακτο έργο και υψηλή αποστολή, αυτός το θεωρεί ως απλό χρέος και επιταγή, ως
καθήκον το οποίον οφείλει να επιτελέσει ως «αχρείος δούλος». Αυτό όμως δεν
σημαίνει κατ� ανάγκη και την εξ αντικειμένου εξάλειψη της διακρίσεως των απλών
εντολών από τις ευαγγελικές παραινέσεις.
Τι
φρονούν σχετικά οι Ρωμαιοκαθολικοί;
Φαίνεται μάλλον να παραθεωρούν την εξ υποκειμένου εκτίμηση των εκτάκτων έργων.
Τα έργα αυτά κατ' αυτούς είναι υπέρτακτα, δηλαδή ξεφεύγουν από τον κύκλο των
κοινών καθηκόντων τού ανθρώπου και έχουν περισσεύουσαν αξιομισθία, η οποία
μπορεί να διατεθεί υπέρ των υστερούντων μελών της Εκκλησίας. Τα διδάγματα αυτά
είναι επιλήψιμα και επικίνδυνα. Επιλήψιμα, διότι η έννοια της περισσεύουσας
αξιομισθίας των υπερτάκτων έργων προσκρούει στην αξιομισθία του Κυρίου δια της
οποίας συγχωρούνται οι αμαρτίες τού ανθρώπου, και στη χάρη του Αγίου Πνεύματος
δια της οποίας τελούνται όλα τα αγαθά έργα. Επικίνδυνα δε, γιατί προσκρούουν
στην ευαγγελική ταπείνωση και οδηγούν στο φαρισαϊσμό. Βέβαια η διάκριση των
υπερτάκτων έργων γενικά δεν είναι αντίθετη προς την αντίστοιχη ορθόδοξη θεώρηση,
όπως την είδαμε πιο πάνω. Η διαφορά αρχίζει από το στοιχείο της περισσεύουσας
αξιομισθίας των έργων τούτων, επί των οποίων θα στηθεί η διδασκαλία της Ρωμαϊκής
Εκκλησίας περί θησαυρού αξιομισθίας των αγίων και διανομής της στους έχοντας
ανάγκη πιστούς. Τα διδάγματα αυτά είναι εντελώς ασύστατα, όπως θα δούμε στη
συνέχεια.
Τι διδάσκουν περί έργων οι Διαμαρτυρόμενοι;
Αφ' ενός μεν δεν δέχονται τη διάκριση του νόμου του Θεού σε εντολές και
συμβουλές, καμία δε αξία δεν απονέμουν στην αγαμία, τις νηστείες, το μοναχικό
βίο κ.τ.ό., αφ' ετέρου δε δεν αποδέχονται την πλήρη τέλεση του θείου νόμου,
θεωρούντες ότι κάθε έργο αγαθό, αυστηρά κρινόμενο, είναι απόβλητο από το Θεό και
αξιοκατάκριτο.
Είναι φανερό, ότι στα διδάγματα αυτά οδηγούνται οι Διαμαρτυρόμενοι επηρεαζόμενοι
από τις ανθρωπολογικές τους αντιλήψεις. Εφ' όσον δια της πτώσεως καταστράφηκε η
εικόνα του Θεού στον άνθρωπο και νεκρώθηκε πνευματικά η φύση του, ο πεσμένος
στην αμαρτία άνθρωπος δεν μπορεί να πράξει το αγαθό, πολύ δε λιγότερο να τελέσει
τον ευαγγελικό νόμο. Κατ' αυτούς η τέλεση του νόμου του Θεού είναι ιδανικό
ανέφικτο σε κάθε άνθρωπο. Οι Διαμαρτυρόμενοι συγχέουν, ως φαίνεται, το άπειρο
θέλημα του Θεού, το οποίο όντως είναι ανέφικτο σε κάθε κτιστή φύση, από την
πρακτική εφαρμογή του υπό τη μορφή εντολών, που είναι έστω και δύσκολα εφικτή
στον άνθρωπο. Στο πεδίο της χάριτος οι πιστοί, επικουρούμενοι από την ενίσχυση
του Αγίου Πνεύματος, μπορούν να πλησιάσουν το ηθικό ιδεώδες του Ευαγγελίου,
άλλοι περισσότερο και άλλοι ολιγότερο, ανάλογα με τον τύπο του καθενός, τις
δυνατότητες πού έχει και τις περιστάσεις της ζωής.
Η πιο πάνω διδασκαλία του Προτεσταντισμού δεν είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία της
Αγίας Γραφής, η οποία επιτάσσει εμφαντικά την τέλεση των θείων εντολών, από την
οποία εξαρτά τη σωτηρία τού ανθρώπου. Όπως δε είναι παράλογο να ζητεί κανείς από
κάποιον να κάνει το ανέφικτο και ακατόρθωτο, πολύ περισσότερο είναι ακατατανόητο
πώς ο άγιος και δίκαιος Θεός μπορεί ν' απαιτεί την τέλεση του νόμου του, η οποία
είναι ανέφικτη στον άνθρωπο. Έπειτα είναι εντελώς ακατανόητη η τιμωρία των
αμαρτωλών για τις όποιες παραβάσεις του νόμου του Θεού. Διότι, οι θείες εντολές
ή είναι δυνατές και συνεπώς αναγκαίες, η δε παράβασή τους συνεπάγεται τιμωρία
και ποινές, ή είναι ανέφικτες, οπότε η παράβασή τους δεν είναι επικριτέα και
κολάσιμη.
Τι διδάσκει περί παραβάσεως του ευαγγελικού νόμου η ορθόδοξη
Εκκλησία;
Περί του θέματος αυτού κάναμε λόγο και στα προηγούμενα. Στην ορθόδοξη θεολογία,
συμφωνούσης και της Ρωμαιοκαθολικής, τα αμαρτήματα των Χριστιανών δεν είναι όλα
ίσα μεταξύ τους (αυτό δίδασκαν στην αρχαιότητα οι Στωικοί), αλλά
διακρίνονται σε μεγαλύτερα και μικρότερα, σε ακούσια
και εκ προθέσεως, σε αμαρτήματα από ασθένεια και διαστροφή, σ' αυτά πού
αποδιώκουν την χάρη και σ' εκείνα που μπορούν να συνυπάρχουν μαζί της, με μια
λέξη σε θανάσιμα και συγγνωστά
Θανάσιμα είναι τα μεγάλα και
σοβαρά εκείνα αμαρτήματα, τα οποία αποχωρίζουν τον άνθρωπο από το Θεό, διώχνουν
τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και παγώνουν στις ψυχές την αγάπη προς το Θεό και
τον πλησίον. Ως τέτοια αμαρτήματα φέρονται επτά·
υπερηφάνεια, πλεονεξία, πορνεία, φθόνος, γαστριμαργία (κοιλιοδουλία),
μνησικακία και η ακηδία (πνευματική χαύνωση και αδιαφορία).
Τα αμαρτήματα αυτά συγχωρούνται από το Θεό, κατόπιν ειλικρινούς μετάνοιας.
Παράλληλα με αυτά υπάρχει η μεγάλη αμαρτία κατά του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν
μπορεί να συγχωρηθεί ούτε εδώ ούτε στην άλλη ζωή. Το αμάρτημα αυτό δεν
συγχωρείται γιατί συνειδητά αποπτύει τη γνώση, την αλήθεια και την αναγεννητική
δύναμη του παναγίου Πνεύματος, προέρχεται δε από πωρωμένη ψυχή και εμφανώς
αποκλείει τη μετάνοια. Τέλος υπάρχουν και τα κραυγαλέα αμαρτήματα τα οποία
προκαλούν άμεσα τη θεία δίκη, όπως η διαστροφή και η κακία των Σοδομιτών, η
καταδυνάστευση των χηρών και των ορφανών κ.λπ.
Συγγνωστά δε είναι τα ελαφρότερα
αμαρτήματα, από τα οποία κανένας δεν εξαιρείται. Αυτά, αν και υπόλογα και
κολάσιμα προ του θείου κριτηρίου, όμως δεν αποδιώκουν την χάρη του Θεού ούτε και
επιφέρουν τον αιώνιο θάνατο. Η ορθόδοξη πίστη ως συγγνωστή αμαρτία καλεί
«εκείνην την οποίαν ουδένας άνθρωπος ημπορεί να φύγη έξω από τον Χριστόν και την
Παρθένον Μαρίαν· μά δεν μας στερεύει από την χάριν του Θεού, μήτε μας
καθυποβάλλει εις τον αιώνιον θάνατον».
Τα αμαρτήματα όμως αυτά, έστω και ελαφρά, δεν πρέπει να μένουν αδιόρθωτα, αλλά να επανορθώνονται με τη μετάνοια, γιατί αν παραμείνουν επί πολύ στην ψυχή, μπορεί να οδηγήσουν σε θανάσιμα αμαρτήματα και στον πνευματικό θάνατο.
Τι διδάσκουν σχετικά οι Διαμαρτυρόμενοι;
Δεν συμφωνούν με την ορθόδοξη και τη ρωμαιοκαθολική αντίληψη. Και εδώ η
διδασκαλία τους προσδιορίζεται από τις περί πτώσεως και δικαιώσεως ιδιαίτερες
αντιλήψεις τους. Αφού κατά τη βασική προτεσταντική αρχή ο φυσικός άνθρωπος είναι
ηθικά νεκρός (καταστροφή δια της πτώσεως του «κατ' εικόνα»), μη μπορώντας να
συμπράξει στο έργο της σωτηρίας του, η δε προπατορική αμαρτία και σ' αυτόν ακόμη
τον αναγεννημένο κυριαρχεί σ' όλες τις δυνάμεις του και είναι η πηγή όλων των
άλλων αμαρτημάτων, είναι φυσικό όλα τα αμαρτήματα να είναι φύσει θανάσιμα ως
προερχόμενα από τη μόνη πηγή της διαφθοράς, τον παλαιό Αδάμ.
Βεβαίως στο προτεσταντικό δόγμα υπάρχει η διάκριση μεταξύ θανάσιμων και
συγγνωστών αμαρτημάτων· όμως η διάκριση αυτή δεν γίνεται με βάση την ουσία της
αμαρτωλής πράξεως, αλλά από τη διαφορά των αμαρτανόντων προσώπων. Κριτήριο σε
κάθε περίπτωση είναι η πίστη των ανθρώπων. Έτσι συγγνωστά αμαρτήματα είναι αυτά
που προέρχονται από ανθρώπινη ασθένεια και μπορούν να συνυπάρχουν με την πίστη,
ενώ θανάσιμα είναι τα βαριά αμαρτήματα τα οποία αποδιώκουν την πίστη. Μόνο κατά
τους ακραίους Καλβινιστές, αυτοί που είναι προορισμένοι από το Θεό για την
αιώνια ζωή δεν μπορούν ν΄ αμαρτήσουν θανάσιμα αλλά μόνο συγγνωστά. Ο Θεός δεν
επιτρέπει σ'αυτούς, ως εκλεκτούς, να πράξουν θανάσιμο αμάρτημα και έτσι να
χάσουν το χάρισμα της υιοθεσίας και την κατάσταση της δικαιώσεως.
Η άρση όμως πάσης ουσιαστικής διαφοροποιήσεως των αμαρτημάτων είναι πολύ
επικίνδυνη, γιατί αμβλύνει το συναίσθημα της ενοχής και καταστρέφει κάθε
κριτήριο ηθικού καταλογισμού στον άνθρωπο και αφανίζει τη φρικίαση της ψυχής
μπροστά στα μεγάλα ηθικά κακουργήματα. Παράλληλα προσκρούει και στη μαρτυρία της
Αγίας Γραφής. Όπως και στα προηγούμενα είπαμε, η Γραφή διακρίνει «αμαρτίαν προς
θάνατον» και «αμαρτίαν ου προς θάνατον». Ομιλεί περί «κάρφους» (δηλ. μικρής
αμαρτίας) και περί «δοκού» (μεγάλης αμαρτίας). Διδάσκει ότι όλοι αμαρτάνουμε και
αυτοί οι δίκαιοι, εννοώντας φυσικά τα ελαφρά αμαρτήματα. Διακρίνει έργα δικαίων
που είναι ασυμβίβαστα με την αγιότητα του ναού του Θεού και έργα χριστιανών που
φθείρουν τον ναό του Θεού, με συνέπεια αυτοί να χάσουν την αιώνια ζωή.
Από την άλλη, η αντίληψη ότι άλλα των αμαρτημάτων συγχωρούνται και άλλα όχι, δεν
οδηγεί πουθενά. Αφού στον άνθρωπο παραμένει ο παλαιός Αδάμ, τον οποίο δεν
εθανάτωσε ο θάνατος του Κυρίου, τα δε αμαρτήματα είναι αδιακρίτως ίσα και
θανάσιμα, δεν έχει νόημα να λέμε ότι μερικά αμαρτήματα συγχωρούνται και άλλα
όχι. Το φυσικό πόρισμα των προτεσταντικών αντιλήψεων είναι ότι όλα τα αμαρτήματα
συγχωρούνται, εκτός από την απιστία.
Την αντίληψη αυτή που σαφώς οδηγεί στον αντινομισμό (να παραβαίνει κανείς αδεώς
το νόμο χωρίς συνέπεια) διατυπώνουν επιφανείς αρχηγέτες του Προτεσταντισμού.
Έτσι ο Μελάγχθων έγραφε· «Ο,τι και αν πράττεις... και αν αμαρτάνεις, να θυμάσαι
την υπόσχεση του Θεού... ότι δεν έχεις κανένα κριτή στον ουρανό, αλλά πατέρα που
σε αγαπά εγκάρδια, όπως οι γονείς αγαπούν τα τέκνα τους».
Ο δε Λούθηρος σε μία επιστολή του προς τον Μελάγχθονα έγραφε τα εξής εκκεντρικά·
«Αμάρτανε ισχυρότερα, αλλά να μένεις
ισχυρότερα στην πίστη, και να χαίρεις εν Χριστώ που είναι ο νικητής της
αμαρτίας, του θανάτου και του κόσμου. Πρέπει να αμαρτάνουμε, εφ' όσον είμαστε
εδώ, αρκεί να γνωρίζουμε τον αμνό του Θεού τον αίροντα τις αμαρτίες του κόσμου,
από τον οποίο δεν μπορεί να μας αποσπάσει η αμαρτία, έστω κι αν χίλιες φορές την
ημέρα πορνεύουμε ή φονεύουμε».
ΠΗΓΗ:
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ