ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
Του Πανοσ. Αρχιμ. Χριστόφορου Νάνου


Οι επιστήμες των αριθμών και μετρήσεων, τα Μαθηματικά, η Φυσική και η Αστρονομία για να ορίσουν το χρόνο παρατηρούν, μελετούν και υπολογίζουν τις κινήσεις, τις τροχιές και τα συστήματα των ουρανίων σωμάτων: των πλανητών, των αστέρων, των γαλαξιών και αυτού τούτου του σύμπαντος, το οποίον κινείται και φθείρεται! Μετρούν τη κίνηση, τη διάρκεια και τη φθορά του φυσικού κόσμου και υπολογίζουν το χρόνο. Γιατί ο χρόνος δεν έχει δική του υπόσταση, δική του οντότητα.
Σε αυτή τη διαπίστωση καταλήγει και ο ιερός πατήρ Βασίλειος ο Μέγας: «τοιούτος ο χρόνος, ου το μεν παρελθόν ηφανίσθη, το δε μέλλον ούπω πάρεση, το δε παρόν πριν γνωσθήναι διαδιδράσκει την αίσθησιν». (Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του χρόνου, του οποίου το μεν παρελθόν δεν υπάρχει πια, το μέλλον δεν έχει έλθει ακόμη, το δε παρόν ξεφεύγει από την αντίληψη μας πριν καν το συνειδητοποιήσουμε).

Η υπόσταση του χρόνου εξαρτάται από τη φυσική δημιουργία και συνυπάρχει με αυτήν. «Άρα τω κόσμω η του χρόνου διέξοδος υπέστη, επειγομένη αεί και παραρρέουσα και μηδαμού παυομένη του δρόμου», συνεχίζει ο ιερός πατήρ. (Η φανέρωσις του χρόνου υπήρξε ταυτόχρονα με τη παρουσία του κόσμου, η οποία συνεχώς παρέρχεται με βιασύνη και πουθενά δεν σταματά την πορεία της). Ο χρόνος είναι μια συνεχής ροή γεγονότων που αφετηρία έχουν την αρχή της δημιουργίας και τέλος την συντέλεια του κόσμου.
Πέρα όμως του μαθηματικού χρόνου, του χρόνου της Επιστήμης, του φυσικού χρόνου με τον οποίον μετρώνται τα έτη και οι χιλιετίες, καταρτίζονται τα ημερολόγια και προσδιορίζονται οι ηλικίες, υπάρχει και ο χρόνος της Εκκλησίας. Ο οποίος έχει το δικό του στίγμα στο ίδιο κεφάλαιο της Γενέσεως: «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Μέσα σ' αυτή τη δημιουργική δύναμη της βιβλικής φράσεως φαίνεται «η μακάρια φύσις, η αρχή των όντων», παρατηρεί και πάλι ο Μέγας Βασίλειος. Δηλαδή φαίνεται ο Θεός, ο οποίος προηγείται κάθε έννοιας γήινου χρόνου διότι, όπως μαρτυρεί ο Θεολόγος της Εκκλησίας, Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «εν αρχή ην» ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού «δι ου και τους αιώνας εποίησεν». Δηλαδή είναι ο προ των αιώνων υπάρχων Θεός. Μετά δέους αναφέρεται στο βιβλίο των Παροιμιών η θεολογική πληροφορία: «Ηνίκα ητοίμασεν ο Πατήρ τον ουρανόν συμπαρήμην αυτώ». (Καθ' όν χρόνον δημιουργούσε ο Θεός Πατήρ τον υλικό κόσμο συμπαρευρισκόμουν μ' αυτόν ως Θεός Λόγος).

Όταν, λοιπόν, αναφερόμεθα στο χρόνο της Εκκλησίας αντιλαμβανόμεθα ότι η αφετηρία του είναι ο προαιώνιος Υιός και Λόγος του Θεού, «ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας» κατά τον Απ. Παύλο. Δηλαδή ο μόνος κατά φύσιν αχώρητος και άχρονος.
Όμως, ο Εκκλησιαστικός χρόνος δεν είναι εκτός του τόπου και του χρόνου που ζούμε. Μπορεί να προηγείται και να οδεύει στην αιωνιότητα αλλά αφορά άμεσα και στους εδώ κατοικούντας ανθρώπους. Πώς είναι δυνατόν, βέβαια, το αιώνιο, το άχρονο, το τοπικά απροσδιόριστο διάνυσμα της Εκκλησίας να εισέρχεται και να συμπλέκεται μέσα στο χώρο και το χρόνο που ζούμε εμείς;

Η υμνολογία της Εκκλησίας μας δίνει την απάντηση με το απολυτίκιον της εορτής, της κατά σάρκα περιτομής του Χριστού: «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, Θεός ων κατ ουσίαν πολυεύσπλαχνε Κύριε». Με την θεία ενανθρώπηση εισέρχεται η άχρονος αιωνιότης στην εν χρόνω δημιουργία για να θεραπεύσει την φθορά του χρόνου και την ματαιότητα που τον ακολουθεί. Για το λόγο αυτό «ουκ επαισχύνεται σαρκός την περιτομήν ο άναρχος κατά τον Πατέρα» για να λάβει αρχή η αφθαρσία απέναντι στη φθορά και η βεβαία ελπίς της αιωνιότητος απέναντι στη ματαιότητα των ανθρωπίνων πραμάτων διότι «αθανασία ην εν αυτώ» μας αποκαλύπτει η Σοφία Σολομώντος.
Και όσοι πίστεψαν, πιστεύουν και θα πιστέψουν μέχρι της συντέλειας του αιώνος τούτου στην ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού συμμετέχουν και στην άχρονο αιωνιότητα Αυτού. Από κατά φύσιν κτιστοί γίνονται κατά χάριν άκτιστοι, αναφέρει ο άγιος Μάξιμος. Και συντελείται το θαύμα του συγκερασμού του χρόνου της δημιουργίας με το χρόνο της Εκκλησίας και διαμορφώνεται ο λειτουργικός χρόνος. «Η λατρεία της Εκκλησίας συνεκέρασε το θείο και το ανθρώπινο» επιβεβαιώνει και ο καθηγητής της Λειτουργικής κ. Ιωάννης Φουντούλης.

Ο πιστός, ζώντας τον λειτουργικό χρόνο, εισέρχεται στο χώρο του θελήματος του Θεού και ζει τον χρόνο του αγιασμού και της θεώσεως, σύμφωνα με την αδιάψευστη μαρτυρία του Ιησού: «ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνων».
Αν ο γήινος χρόνος που γίνεται παλαιός με την έναρξη ενός νέου, ενηλικιώνει, γηράζει, φθείρει τον άνθρωπο και οδηγεί το ανθρώπινο σώμα στο θάνατο, η ψυχή μένει ανεπηρέαστος αυτής της αλλοιώσεως διότι ο αιώνιος Λόγος εμφύτευσε σ' αυτήν, με την εν τω κόσμω κοινωνία Του, ζωήν αιώνιον και αθάνατον. «Ει ο έξωθεν άνθρωπος φθείρεται, ο εσωθεν ανακαινούται ημέρα τη ημέρα» μας διδάσκει ο Απ. Παύλος. Αυτή είναι η ανεκτίμητη δωρεά που απολαμβάνει ο πιστός εκείνος που «πάντων των όντων την προς Θεόν προκρίνει συμβίωσιν», (εκείνος που προτιμά από όλα τα δημιουργήματα την μετά του Θεού κοινωνία). Δηλαδή, αντί ο πιστός να συσχηματίζεται με την συμπεριφορά του σύμφωνα με το θέλημα του ενανθρωπήσαντος Χριστού, όπως μας συνιστά και ο Απ. Πέτρος: «ως τέκνα υπακοής μη συσχηματιζόμενοι ταις πρότερον εν τη αγνεία υμών επιθυμίαις, αλλά κατά τον καλέσαντα υμάς άγιον και αυτοί άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε».
Δεν είναι, όμως, μόνο το δέος και η έκσταση από την αίσθηση του θείου, ούτε η θεόληπτη εμπειρία του υπερκοσμίου που δεσπόζουν και ωφελούν την ψυχή του πιστού που ζει το λατρευτικό χρόνο της Εκκλησίας. Αλλά δημιουργείται και η πνευματική εκείνη ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ο νους, με νηφαλιότητα, βλέπει τις σωστές και λανθασμένες επιλογές του στο χρόνο που πέρασε και κάνει τον απολογισμό του:
Αν, για παράδειγμα, στο χρόνο που πέρασε, ζήσαμε την αδικία, την υποτίμηση, την προσβολή, τον παραγκωνισμό, εναποθέτουμε τώρα την πικρία μας στην δικαιοσύνη του Θεού, που έχει τη δύναμη να την μεταβάλει σε μισθαποδοσία. Και εκείνο που κρατάμε για τον εαυτό μας είναι η ανεξικακία, όπως μας συμβουλεύει ο Απ. Παύλος: «οράτε μη τις κακόν αντί κακού τινί αποδώ, αλλά πάντοτε το αγαθόν διώκετε και εις αλλήλους και εις πάντας».
Αν, στο χρόνο που πέρασε, πρόλαβε η αμαρτία να μας βαρύνει την συνείδηση, ζητάμε συγνώμη από τον ενανθρωπήσαντα Θεό, και Εκείνος κρίνει την αμαρτία και απαλείφει το ανόμημά μας στο άπειρο Αυτού έλεος. Και μεις ας υποδεχθούμε το νέο χρόνο με την αίσθηση της πνευματικής ανακούφισης όπως μας υπενθυμίζει ο ψαλμικός στίχος: «Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην. .».
Αν η χαρά πλημμύρισε τη ψυχή μας για όσα καλά κατορθώσαμε στο χρόνο που πέρασε, παρακαλούμε τον αιώνιο Θεό να μας ενισχύσει ώστε να επαναλάβουμε τις αγαθές μας προσπάθειες στη καινούργια χρονική περίοδο για να διατηρήσουμε την πνευματική μας χαρά.
Αν, στο χρόνο που πέρασε, δεν γίναμε πλούσιοι και παραμείναμε πτωχοί, φέρνουμε ενώπιον μας το παράδειγμα του κορυφαίου Ιεράρχου Βασιλείου, που ο ίδιος επτώχευσε για να πλουτίσει η Εκκλησία και με το τριμμένο του ράσο κράτησε ψηλά την Ορθοδοξία. Είναι εκείνος, που στην απειλή δήμευσης της περιουσίας του, αντί να φοβηθεί εμειδίασε, γιατί την είχε ήδη δημεύσει αυτοπροαίρετα, για την αγάπη του Χριστού, στους πτωχούς: «Εσκόρπισε, έδωκε τοις πένησι, η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα».
Αν η ματαιότητα του κόσμου διέψευσε ελπίδες και προσδοκίες, απευθυνόμαστε τώρα στη «προσδοκία των Εθνών» για να γίνει Εκείνος προσδοκία μας, να ανανεώσει τις ελπίδες μας, όχι με ψεύτικες υποσχέσεις, αλλά, όπως μας λέγει ο ουρανοφάντωρ, με τα αιώνια λόγια του Ευαγγελίου ώστε να εκπληρωθεί η υπόσχεσίς Του: «ίνα ζωήν εχωσιν και περισσόν εχωσιν».