ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

 ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

Νικόλαος Μπατσικανής, συγγραφέας – ποιητής – μελετητής.



Η προσαρμογή της Ελληνικής έγινε από το Κ.Ε.Μ.Ε , το 1976, με εντολή του Υπουργείου Παιδείας.

Οι βασικές αλλαγές είναι:
1. Κατάργηση του τελικού «ν».
2. Εφαρμογή μονοτονικού.
3. Αλλαγή κανόνων Ορθογραφίας.

Α. Το τελικό «ν» παραμένει, πάντοτε, στις εξής περιπτώσεις:
1. στο επίρρημα σαν, π.χ. σαν νέος.
2. στο άρθρο των, π.χ. των δειλών.
3. στις προσωπικές αντωνυμίες αυτόν, τον (γ΄ πρόσωπο), π.χ. αυτόν θέλω, τον δείρανε.
Β. Το τελικό «ν» παραμένει στις λέξεις: τον, την (άρθρα), έναν (αριθμητικό ή αόριστο άρθρο), αυτήν, την (προσωπικές αντωνυμίες, γ΄ προσώπου) και στα δεν, μην (άκλιτα), μόνο, εάν η λέξη η οποία ακολουθεί αρχίζει από: φωνήεν (α, ε, η, ι, ο, υ, ω), στιγμιαίο σύμφωνο (κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ) ή διπλό (ξ, ψ).

Για μένα, το ότι η Ελληνική γλώσσα έχει ιστορία 3.500 ετών (όπως ακούω, συνέχεια) είναι πολύ σπουδαίο, αλλά όχι αρκετό. Η Ιστορία γράφεται καθημερινά, σε κάθε τι. Με συνέπεια, όμως. Και, μάλιστα, σεβόμενοι τη μητέρα των Γλωσσών του Κόσμου, με το μεγαλύτερο πλούτο, την ιστορία και σοφία της. Αλλά, οι επεμβάσεις, οι οποίες έγιναν στη Γραμματική μας, δημιούργησαν προβλήματα, μα κι ερωτηματικά, για το αν είναι σωστό να αφαιρούμε, από το Γραπτό Λόγο, στοιχεία τα οποία συνθέτουν, προσδιορίζουν και δικαιολογούν αυτόν.
Είναι, άραγε, λιγότερο έξυπνοι άλλοι λαοί οι οποίοι δεν το κάνουν; Πουθενά δε διαγράφουν ό,τι δεν προφέρεται. Οι Γάλλοι, π.χ. λένε «Ρενώ», αλλά γράφουν «Renault». Οι Άγγλοι γράφουν «Hatzispiridis», με όλα τα «ι» τονιζόμενα. Με το ίδιο σκεπτικό, γιατί δεν προσθέτουμε κάθε τι, που αυξητικά και χάρη ευφωνίας προφέρουμε; (π.χ. «ά(ν)γγελος»). Γιατί δεν εξομοιώνουμε τα δύο «ότι- ό,τι», και να βγάζουμε συμπέρασμα, για το τι εννοούμε, από τα συμφραζόμενα; Η Γραμματική δεν αφορά όσους τη γνωρίζουν, μα όσους μαθαίνουν τη Γλώσσα, όπως τα παιδιά και οι ξένοι.
Τα σημεία στίξης αποτελούσαν τη μουσική της Γλώσσας. Αυτά ήταν η προσωδία. Το, δε, τελικό «ν», εκτός που προσδιόριζε το Γένος, ήταν και η ηχητική αρμονία της, σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. «μιαν άκρη»).


Ως εργάτης της Γλώσσας, διαπίστωσα, στην πράξη, πως οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Με τις αλλαγές, οι οποίες καθιερώθηκαν, η Ελληνική Γλώσσα αποδυναμώθηκε και αλλοιώθηκε. Τις απόψεις μου αυτές κατέθεσα, εγγράφως, το 1993, στην Ακαδημία Αθηνών, η οποία μού απάντησε, επικροτώντας τις θέσεις μου, με τη σημείωση ότι, ως το μέγιστο Πνευματικό Ίδρυμα της Ελλάδας, θα φροντίσει για την αποκατάσταση των προβληματικών σημείων. Ο τότε (1976) Υπουργός Παιδείας, και μετέπειτα Πρωθυπουργός, αείμνηστος Γεώργιος Ράλλης, δήλωσε, εκ των υστέρων, δημόσια, πως έγινε τραγικό λάθος. Τριάντα-δύο χρόνια μετά, αλίμονο, δεν έχει γίνει τίποτα, για την αποκατάσταση των προβληματικών αυτών σημείων. Αντιθέτως η σύγχυση μεγαλώνει με την πάροδο των ετών, καθώς διάφοροι, ακόμα και κορυφαίοι Γλωσσολόγοι, εκδίδουν λεξικά και Γραμματικές, όπου ο καθένας εκφράζει και διαφορετικές απόψεις, ενώ οι φιλόλογοι και οι δάσκαλοι, στα Σχολεία μας, διδάσκουν άλλος τους παλαιούς και άλλους του νέους (προβληματικούς κανόνες), αγνοώντας, ορισμένοι, τις συνέπειες από τις αλλαγές αυτές. Τι κάνουν, γι’ αυτό, Υπουργείο Παιδείας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Πανεπιστήμια, Ένωση Φιλολόγων και άλλα Πνευματικά Ιδρύματα; Τι κάνουμε εμείς οι απλοί άνθρωποι; Η Γλώσσα είναι εργαλείο, είναι μοχλός, είναι δύναμη, είναι μήτρα που γεννά, είναι πιο πάνω κι από την Ιστορία, για την οποία ξεσηκωθήκαμε, αναγκάζοντας σε αλλαγή του βιβλίου της Στ΄ Δημοτικού. Επιπλέον όλων αυτών, η διδασκαλία της Γλώσσας, στα Σχολειά μας, ειδικά στο Δημοτικό, άλλαξε προς το χειρότερο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως τα νέα παιδιά αγνοούν πολλά ουσιώδη.
Λέγεται πως «ξένος δάκτυλος» έδωσε την εντολή να διαβρωθούμε ως έθνος, μέσω Γλώσσας, Ιστορίας, Θρησκείας και Παράδοσης. Δεν αδιαφορώ για το τι κάνουν οι ξένοι εναντίον μας, αλλά, πρωτίστως. με ενδιαφέρει τι κάνουμε εμείς οι Έλληνες για την Πνευματική κληρονομιά μας, η οποία έδωσε τα Φώτα του Πολιτισμού σε όλον τον Κόσμο, γεγονός για το οποίο και μας σέβονται. Άραγε, εξακολουθούν;….


Ποιος έλληνας ηγέτης θα ασχοληθεί, επιτέλους, με το πρώτης προτεραιότητας αυτό θέμα; Ποιος Πνευματικός ηγέτης θα καταφέρει να μπει η Βυζαντινή Μουσική στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, ώστε να μη χαθεί η Τέχνη αυτή, να έχουμε Ψάλτες στις εκκλησιές μας, να προκύψουν νέες θέσεις εργασίας για πολλούς, αλλά και να συντηρηθεί η Ελληνική Γλώσσα, μέσα από τα Εκκλησιαστικά κείμενα; Άσχετα από τον «ξένο δάκτυλο», έλληνες πρέπει να τα κάνουν αυτά.
Τα προβληματικά σημεία που έχω εντοπίσει στη Γραμματική, η οποία διδάσκεται στα Σχολεία μας είναι:
1.Στα πάθη φωνηέντων, όπου χάνεται το τελικό «ν», όταν η ακόλουθη λέξη αρχίζει από εξακολουθητικό σύμφωνο ( γ, β, δ, χ, φ, θ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ ), ενώ ισχύει, μόνο, για τις λέξεις: «αυτός, αυτή, τον, την, έναν, δεν, μην», όταν τις ακολουθούν λέξεις οι οποίες αρχίζουν από: (κ, π, τ, διπλό σύμφωνο ή φωνήεν), για μένα, είναι λάθος να πούμε κάποιο δείρανε, και σωστό να πούμε κάποιον δείρανε, σαν απάντηση στην ερώτηση: «τι έγινε εκεί κάτω;» Και καλά όταν υπάρχει το άρθρο «τον», που προσδιορίζει το Γένος. Τι πρέπει να κάνω όταν πρέπει ν’ απαντήσω, σκέτα, εκείνον, όπου δεν υπάρχει άρθρο; Το ίδιο ερώτημα έχω και για τις άλλες αντωνυμίες, καθώς και για διάφορα ουσιαστικά, όπως «βάτος, σπουργίτης», που απαντώνται στη Γλώσσα μας και ως αρσενικά και ως ουδέτερα, όπου θα πω: «το βάτο και το σπουρ-γίτη -ι» και τις δύο περιπτώσεις Αιτιατικής, χωρίς να μπερδεύεται το Γένος; Ο ίδιος κίνδυνος υπάρχει και για τις όλα τα επίθετα, στα οποία το ουσιαστικό και το ουδέτερο έχουν κοινό τύπο, όπως π.χ. στα: «μάταιο -μάταιος, γραπτό –γραπτός» (π.χ. τον μάταιο κόσμο, το μάταιο της ζωής. Τέλος, στα ποσοτικά: «τόσο, πολύ», επιβάλλεται το τελικό ν όταν ακολουθεί κ, γιατί, διαφορετικά, λέμε «γκ», π.χ. «τόσο(ν) κόσμο, πολύ(ν) καιρό». Δείτε το παράδειγμα: «Πήγα να δω το μικρό». Εννοούμε το μικρό παιδί, το μικρό σκυλάκι, ή τον μικρό φίλο;

2.Είναι σωστό που έχει καθιερωθεί, πλέον, να μη βάζουμε κόμμα πριν το συμπλεχτικό σύνδεσμο: «και», ακόμα κι αν ακολουθεί άλλη δευτερεύουσα πρόταση, ή αλλάζει το ρήμα η και ο χρόνος του; (Μα, αφού η γλώσσα σταματάει, αναγκαστικά, για να πάρει ανάσα).

3.Το ίδιο στις προτάσεις όπου υπάρχει το διαζευκτικό: «ή», όταν αυτές είναι Ερωτηματικές, π. χ.: «άσπρο, ή μαύρο θα πάρεις;» (Θεωρώ ότι επιβάλλεται). Αλλά κι όταν δεν υπάρχει ερώτηση, π. χ.: «Ή ταν, ή επί τας», όπου λείπει το ρήμα, ή θέλουμε να δώσουμε έμφαση.

4.Πρέπει ν’ απαντηθεί, αν μπορούν να χωρίζονται οι συλλαβές στις πρώην δισύλλαβες και τώρα μονοσύλλαβες λέξεις π. χ. «ποιος». Είναι σωστό κάτι τέτοιο; Το ίδιο και για τις σύνθετες λέξεις π.χ. «συνοδοιπόρος».

5.Μεγάλο πρόβλημα υπάρχει και με την κατάργηση του τελικού «ν», από το αρνητικό: «δεν». Δείτε το παράδειγμα: «Η γυναίκα δε φοβήθηκε. Εννοούμε: «Η γυναίκα δεν φοβήθηκε», ή: «Η γυναίκα, δε, φοβήθηκε» (;).
6.Μπερδεμα και με το αριθμητικό: «ένα». Παράδειγμα: «Δε βρήκαμε ούτε ένα ζωντανό». Πρόκειται για ζώο, ή για άνθρωπο;

7.Πρόβλημα και με την κατάργηση της Δασείας. Λέω στους ξένους Ύδρα, και μου απαντάνε πως δε βρίσκουν αυτό το νησί στο λεξικό. Ενώ: «Η(Χ)-Ύδρα», το βρίσκουν. Σκεφτείτε πως εμείς δώσαμε στην Ανθρωπότητα τη λέξη Ιστορία, και τώρα…

8. Θεωρώ λάθος και την αποσύνδεση της ορθογραφίας κάθε λέξης από την ρίζα της (π.χ. κτίριο, αντί κτήριο).

9. Προβληματικός και ο κανόνας, ο οποίος καθορίζει το κόμμα στην κλητική προσφώνηση, όπου δεν αναφέρεται τι κάνουμε στην περίπτωση κατά την οποία αυτή βρίσκεται στο τέλος της φράσης, ή πρόκειται για πολλούς τίτλους (π. χ. «Αξιότιμε Πρόεδρε της Κυβέρνησης,»).

10. Μεγάλο μπέρδεμα, ακόμα και στην απλή ανάγνωση με την κατάργηση των τόνων από τα μονοσύλλαβα άρθρα, όταν αυτά βρίσκονται ανάμεσα σε δύο λέξεις, από τις οποίες η πρώτη τονίζεται στη λήγουσα ή στην παραλήγουσα, οπότε ο τόνος της δεν αναβιβάζεται (π. χ. «η τσάντα της Καίτης») (Τονίζεται, κατά την ανάγνωση, το «της» ή όχι; Αδύνατο να το πει και ο σοφότερος).

Είχαμε ένα γράμμα, το: «ν», το οποίο, εκτός των άλλων, προσδιόριζε το Γένος του αρσενικού και το ξεχώριζε, από το ουδέτερο «το». Μετά, τα κάναμε, όλα ίδια. Το θέμα είναι πώς το λέμε, ή πώς πρέπει να το γράφουμε; Σε λίγο, θα πρέπει να γράφουμε Πελα-ζ-γός, με: «ζ», αντί «Πελασγός», επειδή έτσι το λέμε;
Όταν υπάρχει έστω και μια εξαίρεση σε κάποιον κανόνα, κανόνας απόλυτος δεν υπάρχει, ή πρέπει να αναφέρονται οι όποιες εξαιρέσεις.