Η ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΗ ΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟ ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΤΙΣ ΙΕΡΟΣΥΝΗΣ


ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΠΑΝΩΤΗ  θεολόγο – τ. λυκειάρχη
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2002


Η τίμια προσπάθεια για την επιστροφή στην αρχαία πατροπαράδοτη τάξη της αγίας μας Εκκλησίας, μια προσπάθεια αναζωογονήσεως της λειτουργικής μας ζωής, θεωρήθηκε από κάποιους ως απόπειρα εισαγωγής οίκου μενιστικών δαιμονίων. Η θέση αυτή είναι πλανεμένη και διαβλητή. Όσοι την εισηγούνται ανακατεύουν προκαταλήψεις και άγνοια της τεράστιας Βιβλιογραφίας που υπάρχει για το θέμα τα τελευταία 30 χρόνια. Η λειτουργική κίνηση δεν είναι μια νέα λατινική ευρεσιτεχνία, για να φθείρει την καθ' ημάς ευλάβεια. Είναι μια αναγνώριση των λαθών της Δύσεως και στον τομέα αυτόν, που δυστυχώς επέδρασαν, στην καθ' ημάς Ανατολή, παρά το υφιστάμενο σχίσμα από το 1054, λόγω της παρατηρούμενης έκτοτε κοσμικοποιήσεως της βυζαντινής κοινωνίας και με τις δυτικές επιρροές. Ας βάλουμε λοιπόν τα πράγματα στη θέση τους.


Ο Κύριος μας προσέρχεται για να τελέσει τον Μυστικό Δείπνο φορώντας τα ιμάτια αυτού, δηλαδή τον κατασάρκιο χιτώνα (σαλούκ), που ήταν μακρύτερος από τον ελληνικό, και τον άρραφο επενδύτη (ταλίθ), το καθ' αυτό ιμάτιο, που έμοιαζε με φιλοσοφικό τρίβωνα, όπως τον παρουσιάζει η αρχαϊκή παράδοση στην τέχνη. Αυτά τα ιμάτια «εγένετο λευκά ως το φώς», πριν λίγους μήνες κατά την Μεταμόρφωση του στο Θαβώρ (Ματθ. ιγ' 2). Το υπέροχο αυτό ιερό γεγονός διατηρήθηκε στη μνήμη των Αποστόλων και των πρώτων ιερουργών του ύπατου μυστηρίου της συνεχούς παρουσίας τού Ιησού Χριστού στο μέσο των συνερχομένων στο Όνομα του. Είναι αδιανόητο να χρησιμοποιούσαν άμφια τού ιουδαϊκού ιερατείου. Καμιά τέτοια κατηγορία δεν διατυπώθηκε ποτέ εναντίον τους ιδίως από τους εχθρικούς Ιουδαϊκούς κύκλους. Κατά την τέλεση τού μυστηρίου φορούσαν την καλύτερη, καθαρότερη και λιτότερη ενδυμασία που διέθεταν.


Δεύτερος αιώνας


Η Εκκλησία από τον Β' αιώνα εναρμόνισε την αμφίεση των λειτουργών της κατά την ιεροτελεστία της Θ. Ευχαριστίας, με το αποκαλυπτικό όραμα της δόξης τού εσφαγμένου Αρνίου, που κατέγραψε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (Αποκ. δ. 1-11). Η ουράνια αυτή πραγματικότητα, φανερώνει ενότητα αμφιέσεως στη σύναξη τού Πρεσβυτερίου.
Οι παριστάμενοι φορούν λευκή ενδυμασία, δείγμα πνευματικής καθαρότητος. Αυτός ο λευκός ποδήρης χιτώνας, έγινε βαπτισματικό ένδυμα για όλους τους χριστιανούς και τέθηκε ως πρέπων τη σεμνότητι (Κλήμης Αλεξ. Ε.Π. 8.628), σε λειτουργική χρήση για τους κατόχους της Ειδικής Ιεροσύνης. Έτσι έγινε βασικό ιερατικό άμφιο για την τέλεση τού πασχαλίου μυστηρίου της Κλάσεως τού Άρτου, ο κατάλευκος άγιος ποδήρης, κατά τον ιστορικό Ευσέβιο (Εκκλ. Ιστ. ι. 4,2). ήδη από τον Β' αιώνα. Αυτός είναι το σημερινό στιχάριο, που έφερε εκατέρωθεν των ώμων του ανά ένα ερυθρό στίχο ή ποταμό και μιμήθηκε τα σήματα τού ρωμαϊκού χιτώνα της εποχής. Το λευκό τού στιχαρίου πρέπει να αποστιλβεί κατά τον ιερό Χρυσόστομο.


Πολλοί επίσκοποι των τριών πρώτων αιώνων φορούν ως καθημερινή ενδυμασία, -όπως ο Κύριος (Ίω. ιγ' 4), ιμάτια, υπό τη μορφή τού τρίβωνα των φιλοσόφων και των ρητόρων ή της τηβέννου των υψηλά τιμωμένων προσώπων. Τελικά από τα μέσα τού Γ' αιώνα, η ανάγκη προστασίας της υγείας των γερόντων επισκόπων ή και οι τοπικές συνθήκες για τη διάκριση με κάποιο ιδιαίτερο σχήμα τού αξιώματος τους, πρόσθεσαν και τη χειμερινή οδοιπορική χλαμύδα, τη γνωστή ως φελόνιο. Είναι ο γνωστός κωδωνοειδής επενδύτης, που παραχωρήθηκε τελικά και στους πρεσβυτέρους, μέχρι τότε διδασκάλους μόνον τού Ευαγγελίου, ως αρχική εντολή τελέσεως και της Ευχαριστίας, για να ακολουθήσει τελικά και η ιερουργία επί τού αντιμηνσίου τού κυριάρχου επισκόπου. Γι’ αυτό το φελόνιο θεωρείται ευχαριστιακό άμφιο. Το άμφιο αυτό απέφευγε τα πολυδάπανα κοσμικά υφάσματα και τα αήθη χρώματα ή την απεικόνιση βιβλικών παραστάσεων (Αμασείας Αστέριος).


Μονοχρωμία


Οι πατέρες προτιμούν την μονοχρωμία (λευκό ή καστανό ή ερυθρό και σπάνια χρυσό), πως φαίνεται από τις διασωθείσες εικόνες τού Ε'-Ζ' αιώνα. Όμως, κανέναν περιορισμό δεν θέτουν για τον στολισμό των ναών με ενδυτές, πέπλα ή λάβαρα ή καταπετάσματα και άλλα κεντητά πολύτιμα αφιερώματα.
Η διαμόρφωση της εμφανίσεως των αξιωμάτων της Πολιτείας, είχε επιπτώσεις και στα της Εκκλησίας. Κατ' εξοχήν δείγμα αρχοντικής αξίας και Ιδιότητος είναι: το ζώννυσθαι ζώνην, όπως και η απέζωση είναι η έκπτωση εκ τού αξιώματος. Γι’ αυτό και παλαιά, την καθαίρεση κληρικού ακολουθούσε η αφαίρεση τού εμβλήματος της ιεροσύνης που έφερε, είτε αυτό ήταν το ωμοφόριο ή το επιτραχήλιο ή το οράριο. Και τα τρία αυτά άμφια είναι εμβλήματα των βαθμών της ιεροσύνης και έχουν κοινή καταγωγή, ανεξάρτητα από τους οποιουσδήποτε συμβολισμούς που έλαβαν σε κάθε εποχή. Όποια και αν είναι η πιθανή προέλευση τού οραρίου, από την οθόνη, το καψιδρώτιον-προσόψιον ή από το περιώμιο (ταλέθ) της προσευχής των Ιουδαίων, με τις φούντες (τσιτσίτ), έχει τη μορφή ζώνης, που ήταν αρχαίο συμβόλου δυνάμεως και γοήτρου, άλλα και σύμβολο της ετοιμότητος για ιερουργία και κατά την Αγία Γραφή. Η ζώνη αυτή αναδιπλώνεται επί των ώμων σε διαφορετικό σχήμα από τις πλατύτερες ζώνες των κοσμικών αρχόντων, τους λώρους, που σηματοδοτούν το αξίωμα τού φέροντος. Τη σημασία της ζώνης για την αμφίεση τού λειτουργού, επεσήμανε και αυτός ακόμη ο Λούθηρος, ο οποίος και τη διατήρησε στη λατρεία του.


Αναντίρρητο


Είναι αναντίρρητο πώς ούτε ο Κύριος, ούτε οι απόστολοι και οι πατέρες των οκτώ πρώτων αιώνων επέβαλαν στην Εκκλησία την ιερατική αμφίεση της Π. Διαθήκης (Έξοδος, κη', 1-43). Αλλά και καμιά άλλη που να μοιάζει με εκείνη. Οι πατέρες της Ανατολής κράτησαν επίμονα τα άμφια τους στην αρχική τους γραμμή και απλότητα και μετά ακόμη την Εικονομαχία. Τη μόνη καινοτομία που επέτρεψαν τον ΙΑ' αιώνα, είναι η προσθήκη των πολυσταυρίων, με την τετρακτύν των γαμμαδίων, στα κατάλευκα φελόνια μόνον των πατριαρχών, για έξαρση της αξίας τους στην αναφορά, επειδή κατ' αυτήν απέθεταν το ωμοφόριο. Η διάκριση αυτή, με απλούστερο σχήμα, επεκτάθηκε αργότερα και στους λοιπούς επισκόπους. Το πολυσταύριο φελόνιο παρέμεινε αρχιερατικό άμφιο, μέχρι την αντικατάσταση του από το αυτοκρατορικό σαγίον.
Είναι η εποχή που τα εκκλησιαστικά συμμεταβάλλονται και μιμούνται τις κοσμικότητες μιας παρηκμασμένης πολιτικής. Το πάθος για την πολυτέλεια και την προβολή, μεταφέρει το αυλικό βεστιάριο στο ιερό βήμα για αρχιερατική επιβολή. Αυτή η μεταβολή αμφιέσεως είχε επιπτώσεις και στους δύο χαμηλότερους Βαθμούς, του πρεσβυτέρου και του διακόνου. Άρχισε και η μίμηση των ήδη εκκοσμικευμένων λατινικών προτύπων, παρά το υφιστάμενο σχίσμα. Η επιρροή της λατινικής αμφιέσεως είχε οπωσδήποτε μικρότερες επιπτώσεις στους Ελληνορθόδοξους, σε κρίσιμη εποχή εξάρσεως του αντιλατινισμού και πολύ περισσότερες στους Αρμενίους. Εμείς υιοθετήσαμε άγνωστα μέχρι τότε σύμβολα, παρηλλαγμένα για ευνόητους λόγους, -όπως είναι η πατερίτσα, το Μωσαϊκό σημείον-ράβδος (Αριθμ. κα', 8-9), η παλαιολόγεια μίτρα, ο χρυσοκέντητος σάκκος της δαλματικής, σύμβολα περισσότερο της κοσμικής εξουσίας, που ιεροποιήθηκαν. Όμως, οι Γρηγοριανοί Αρμένιοι προχώρησαν ακόμη περισσότερο. Αποδέχθηκαν διά-φορα λατινικά λειτουργικά έθιμα και άμφια. Μεταξύ αυτών είναι: η πιννοειδής μίτρα, ιουδαϊκής και βορειοαφρικανικής προελεύσε-ως, καθώς και η βλαστήσασα ράβδος του Ααρών (Αριθ. ιζ', 16-26), ως πατερίτσα.


Φραγκοκρατία


Οι κοσμικής εμπνεύσεως αλλαγές της αρχαίας ιερατικής αμφιέσεως, αρχίζουν κυρίως από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας στην Ανατολή. Ο ασκητικός και πιστός κατά τα άλλα στην Ορθοδοξία, Νικομήδειας Ιωάννης (1250-1328), μιτροφορεί λατινιστί και ο πολύς λατινόφρων Ιωάννης ο Βέκκος, κατηγορεί στην Απολογία του, κάποιους Ορθοδόξους Ιεράρχες της εποχής του: πώς εκείνος μεν κράτησε την αρχαία αμφίεση, ενώ οι επικριτές του λατίνισαν στην αμφίεσή τους! Οι επιρροές αυτές δεν έπαυσαν στον χώρο της Ανατολής ακόμη και τους τελευταίους αιώνες. Η διαφορά είναι πλέον πώς έρχονται διά μέσου ομόδοξων τοπικών Εκκλησιών, όπως της Ρωσίας. Έτσι εισήλασε η αισθητική του πομπώδους και η βαρβαρική επιδειξιομανία του Μπαρόκ και σε άμφια και σε σκεύη. Οι οπτικές ψευδαισθήσεις μέσω των υφασμάτων και των διακοσμητικών κεντημάτων, δυστυχώς πάντα θα θυμίζουν την ενδυματολογία του θεατρικού βεστιαρίου. Οι επιλογές αυτές δεν συντελούν στη μυσταγωγική αναγωγή των πιστών στο γνήσιο πνεύμα της ορθοδόξου λατρείας, ούτε και εναρμονίζονται με το υψηλής στάθμης μέτρο των ιερών λειτουργικών τεχνών της Εκκλησίας μας. Απεναντίας, με αυτές τις επιλογές, ευτελίζονται αισθητικές αξίες αιώνων, από την άγνοια των κανόνων της ορθοδόξου φιλοκαλίας, που φιλοτεχνούν μετ' ευσέβειας και ευπρεπίζουν τους λειτουργούς με τη θεία ωραιότητα της αναγωγικής λατρείας μας.