θέα Θείου Φωτός

 

Αρχιμανδρίτου

Δανιήλ Γούβαλη

 

Από το βιβλίο:

Η ΕΚΠΛΗΞΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟΥ

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ



Ένα υπερφυσικό σημείο που ανάγεται στα κορυφαία θαύματα είναι η θέα του θείου φωτός.


Αιώνες τώρα μέσα σε μοναστήρια, σε σκήτες, σε ερημικά κελλιά, αναρίθμητοι μοναχοί αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται μέσα στα πλαίσια της αγρυπνίας, της νηστείας και της προσευχής να πιάσουν, να ψηλαφήσουν, να δουν τον Θεό. Μέσα σ' αυτόν τον πολύμοχθο αγώνα υπάρχουν περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο πνευματικός αθλητής αντίκρισε ένα υπερφυσικό φως, εντελώς διαφορετικό από τα φώτα του παρόντος κόσμου. Πρόκειται για θεϊκό φως. Πρόκειται για φως που δεν μπορεί να το δει, παρά μόνο εκείνος στον οποίο θα συγκαταβεί ο Θεός. Βέβαια εδώ έχουμε να κάνουμε με θαύμα θαυμάτων. Εδώ κινούμεθα εκατό τοις εκατό σε χώρο υπερφυσικό. Αυτό που υποπίπτει στην θέα προέρχεται από άϋλη και υπερφυσική πηγή, αλλά και τα μάτια που θα το δουν πρέπει να αλλοιωθούν από θεϊκή δύναμη, για να μπορέσουν να το προσπελάσουν. Εάν πάλι γίνει θεατό όχι με τα φυσικά μάτια, άλλα νοερώς, με νοερά αίσθηση, και σ' αυτήν την περίπτωση η θεατική ικανότητα αποκτήθηκε με επέμβαση θεϊκής ενεργείας.

Η
θέα του θείου φωτός αποτελεί την υπέρτατη πνευματική αγαλλίαση, την υψίστη ηδονή που μπορεί να γευθεί άνθρακος. Όταν λοιπόν βλέπουμε κάποιους ανθρώπους να απαρνούνται τις χαρές του κόσμου, να λένε όχι στις ποικίλες σαρκικές ηδονές, να νηστεύουν δια βίου το κρέας, να τηρούν με αυστηρότητα τις νηστείες του εκκλησιαστικού έτους, να μη βιασθούμε να τους λυπηθούμε. Αυτοί γεύονται άλλες χαρές και άλλες ηδονές, ασύγκριτα ανώτερες από τις υλικές τέρψεις του παρόντος αιώνος. Και στην κορυφή αυτών των ιερών τέρψεων και ηδονών στέκεται η θέα του θείου φωτός.

Θα προσεγγίσουμε το θέμα μας, χρησιμοποιώντας κατ' αρχήν σαν βοηθό τον π. Λάζαρο τον Διονυσιάτη. Υπήρξε μοναχός στο αγιορείτικο μοναστήρι του Διονυσίου. Εκοιμήθη το 1974. Έτυχε να τον γνωρίσω. Το πρόσωπο του έλαμπε από την οσιότητα. Ο γερο-Λάζαρος θα μου είναι πάντα μια ευλογημένη ανάμνηση. Αυτός ο Διονυσιάτης μοναχός είχε την έμπνευση να καταγράφει διάφορα αξιόλογα γεγονότα που συνέβαιναν στο μοναστήρι του καθώς και ορισμένες εκλεκτές διηγήσεις που άκουε από συγχρόνους του μοναχούς.

Κάποιο χρονικό διάστημα ο γερο-Λάζαρος είχε το διακόνημα του νοσοκόμου. Περιποιείτο τους άρρωστους αδελφούς της μονής. Μία φορά — Φεβρουάριο του 1958 — δέχθηκε στο ιατρείο τον π. Ιερόθεο, αδελφό της μονής που χρειαζόταν λίγο κολλύριο για τα μάτια του.
Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στον π. Ιερόθεο να εκμυστηρευθεί στον π. Λάζαρο ένα υπερφυές βίωμα που του δημιούργησε στην ψυχή του πρωτοφανή χαρά και συγκίνηση, αλλά που φοβόταν να το εξωτερίκευση.


«Πάτερ Λάζαρε, του λέει, αυτές τις ημέρες μου συνέβη ένα θαυμάσιο πράγμα. Είναι κάτι πνευματικό. Επειδή εσύ ασχολείσαι με την μυστική πνευματική ζωή, παίρνω το θάρρος να σου το φανερώσω. Σε άλλον δεν ξεθαρρεύω να το πω, θα με περάσει για τρελλό».


Ο π. Λάζαρος ήταν έτοιμος να τον ακούσει: «Πριν λίγες μέρες προσεγγίζαμε προς τη Μ. Τεσσαρακοστή και, όπως ξέρεις, την Τετάρτη της πρώτης εβδομάδος, μετά το τριήμερο, έχουμε στο μοναστήρι μας θεία Κοινωνία. Από την αρχή της εβδομάδος της Τυροφάγου αποφάσισα να αγωνισθώ πολύ, ώστε να πλησιάσω κάπως καθαρός και άξιος στην αγία Κοινωνία. Εβίασα τον εαυτό μου, ασκήθηκα στην εγκράτεια, αύξησα τις γονυκλισίες και την προσευχή. Διπλασίασα τα κομποσχοίνια. Ήταν βράδυ, δύο ήμερες πριν από την Κυριακή της Τυροφάγου, 6η Φεβρουαρίου προς 7η. Η νύχτα είχε προχωρήσει τρεις ώρες. Εγώ βρισκόμουνα σε προσευχή. Καθώς προσευχόμουνα βλέπω, ξαφνικά, το κελλί μου γέμισε φως. Φως. Δυνατό φως. Τι να σου πω; Όχι λάμπες, όχι ηλεκτρικά... αλλά σαν ήλιος κάτασπρος. Και μου φαινόταν ότι έβγαινε από την εικόνα της Παναγίας που έχω στο κελλί μου».
Ο π. Λάζαρος ερώτησε: «Η παρουσία αυτού του φωτός σε φόβησε, σου έφερε δειλία»;
«Όχι, αποκρίθηκε, δεν φοβήθηκα. Αισθάνθηκα χαρά. Ευχαριστήθηκα πολύ. Ένοιωσα πολλή χαρά. Γεμάτος αγαλλίαση άρχισα να λέω ύμνους και ψαλμωδίες. Έλεγα τους χαιρετισμούς της Παναγίας, ό,τι ήξερα από την Παράκληση. Έψαλλα με πολλή χαρά και ευχαρίστηση το «Άξιον εστίν», τα μεγαλυνάρια...
«Πόση ώρα», ρώτησε ο π. Λάζαρος, «στάθηκε το φως στο κελλί σου»;
Η απάντηση ήταν: «θαρρώ, ότι στάθηκε γύρω στις τρεις με τέσσερις ώρες».


Ο π. Λάζαρος ένοιωσε έκπληξη. Συγχάρηκε τον π. Ιερόθεο και δόξασε την μεγάλη ευσπλαχνία και συγκατάβαση του Χριστού και της Μητέρας του, που αξιώνουν ταπεινούς και άσημους μοναχούς να γεύωνται τέτοιες ουράνιες χαρές και παρηγοριές.


Και σχολιάζει ο π. Λάζαρος στα χειρόγραφα του: «Ας τα ακούσουν άπαντες οι εγγράμματοι, οι πολύξεροι και οι τα μεγάλα αξιώματα και θέσεις κατέχοντες και οι δοκούντες είναι τι».

Υπογραμμίζουμε τα λόγια του π. Ιεροθέου: «Φως. Δυνατό φως... Όχι λάμπες, όχι ηλεκτρικά... άλλα σαν ήλιος κάτασπρος».

Αυτά τα λόγια δεν επαρκούν να δηλώσουν την παραδεισένια εμπειρία που γεύθηκε ο αγιορείτης μοναχός. Όποιος δεν βίωσε παρόμοιο όραμα, αδυνατεί να κατανοήσει το είδος αυτού του ιερού θεάματος.

Ας δούμε τώρα και μία εμπειρία του Καθηγητού της ερήμου, δηλαδή του Μ. Αντωνίου. Στην περίπτωσή του η εμφάνιση του θείου φωτός συνδέεται με κάποιες αξιοπρόσεκτες ενέργειες.


Η διήγηση έχει ληφθεί από τον βίο του Μ. Αντωνίου, τον οποίο συνέγραψε ο Μ. Αθανάσιος. Χρονολογικά τοποθετείται στο ξεκίνημα της ασκήσεως του Οσίου. Τότε ασκήτευε σε οικίσκο εμπρός στην θύρα του σπιτιού του.


Κάποια νύχτα, τα πονηρά πνεύματα του έκαναν αγρία επίθεση. Στην αρχή ώρμησαν μ' ένα φοβερό θόρυβο, που έμοιαζε με σεισμό. Νόμιζες ότι θα έριχνε κάτω τον οικίσκο.
Κατόπιν πήραν την μορφή αγρίων θηρίων και ερπετών, που έδειχναν ότι θα κατασπάραζαν τον Άγιο. Τον μαστίγωναν και τον κεντούσαν. Οι οδύνες στο σώμα του ήταν ισχυρές. Τον ανάγκαζαν να βογκάει από τον πόνο. Το θέαμα ήταν φρικαλέο. Το λιοντάρι ούρλιαζε και έκανε πώς επιτίθεται, ο ταύρος φαινόταν ότι κεράτιζε, ο λύκος ορμούσε, το φίδι συρόταν εναντίον του. «Όλα ήταν αγριεμένα, γεμάτα θυμό και δημιουργούσαν φοβερούς κτύπους».
Παρ' όλους τους πόνους ο Μ. Αντώνιος δεν έχασε την ψυχραιμία του. Τους έλεγε: «Αν υπήρχε σε σας κάποια δύναμις, αρκούσε μόνο ένας να μου επιτεθεί». Επίσης: «Αν έχετε δύναμη και αν έχετε εξουσία, μη χρονοτριβείτε, φέρετε σε πέρας το έργο σας. Μην αναταράζεστε μάταια».
Ωστόσο ο Αντώνιος ενοχλείτο από όλο αυτό τον συρφετό των λιονταριών, των αρκούδων, των λεοπαρδάλεων, των ταύρων, των φιδιών, των σκορπιών, των λύκων. Και βέβαια και το σώμα του δοκίμαζε πόνους.
Σε μία στιγμή ο Όσιος σηκώνει ψηλά τα μάτια του. Είδε να ανοίγει η στέγη του οικίσκου, όπου έμενε και είδε «ακτίνα τινα φωτός κατερχομένην προς αυτόν». Είδε μια ακτίνα από φως να κατεβαίνει προς το μέρος του. Πάραυτα τα πονηρά πνεύματα εξαφανίσθηκαν, οι πόνοι από το σώμα σταμάτησαν και το οίκημα όπου έμενε φαινόταν απείραχτο. Εκείνη την στιγμή ο Αντώνιος ένοιωσε την βοήθεια που ήρθε, ανέπνευσε χαρούμενα, ανακουφίσθηκε από τους πόνους και προσευχόταν προς την οπτασία που εμφανίσθηκε: «Που ήσουν; Γιατί δεν φάνηκες από την αρχή, να μου σταματήσεις τους οδυνηρούς πόνους»;

Και μία φωνή απευθύνθηκε προς αυτόν: «Αντώνιε, εδώ ήμουν, αλλά περίμενα να δω τον αγώνα σου. Επειδή έδειξες υπομονή και δεν νικήθηκες, θα σου είμαι πάντα βοηθός και θα σε κάνω παντού ονομαστό».


Λοιπόν, εμφανίσθηκε προς τον Αντώνιο μία ακτίνα φωτός, η οποία άλλαξε εντελώς το σκηνικό. Εξαφάνισε τα πονηρά πνεύματα, έδιωξε και τους πόνους του. Προς αυτήν την ακτίνα του φωτός, ο Αντώνιος προσευχήθηκε.

Αλλά, ας δώσουμε τον λόγο στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Ο εν λόγω Άγιος χρησιμοποίησε αυτό το παράδειγμα στους αγώνες που έκανε εναντίον εκείνων που στην εποχή του (14ος αιών) εκήρυτταν λανθασμένες ιδέες και απόψεις για το φως που έβλεπαν οι ησυχαστές.


Τότε ένας θεολόγος ονόματι Ακίνδυνος, στα πλαίσια της λεγομένης «ησυχαστικής έριδος», συνέταξε επτά πραγματείες εναντίον των θεολογικών απόψεων του αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Αυτός ο Ακίνδυνος, μεταξύ άλλων υποστήριζε ότι το φως που είδαν οι τρεις Απόστολοι στο Θαβώρ δεν είναι άκτιστο, αλλά κτιστό, υλικό και «εσχηματισμένον σύμβολον». Απαντώντας ο άγιος Γρηγόριος στις θέσεις του Ακίνδυνου συνέγραψε επτά λόγους, τους «Προς Ακίνδυνον αντιρρητικούς».


Σ' ένα απ’ αυτούς τους λόγους που φέρει τον τίτλο, «Γρηγορίου του Παλαμά, έτι προς τα τω Ακινδύνω κατά του θείου φωτός και των θείων ενεργειών του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος συγγεγραμμένα, λόγος αντιρρητικός έκτος», αναφέρεται το περιστατικό με τον Μ. Αντώνιο (κεφ. 31 και 32) και σχολιάζεται ως εξής:

«Ποιος ήταν εκείνος, τον οποίον παρακαλούσε ο μέγας Αντώνιος; Ποιος ήταν εκείνος που περιμένει να δει τους αγώνες των αγίων και που μετά τους αγώνες χορηγεί τα βραβεία; Ποιος ήταν εκείνος που καθίστα ονομαστούς αυτούς τους αγωνιστές; Ποιο ήταν εκείνο το φως, που με μόνη την εμφάνισή του, φυγάδεψε όλο εκείνο το πλήθος των δαιμόνων και σταμάτησε τους πόνους και χορήγησε στην ψυχή πνευματική θυμηδία;
»Δεν ήταν ο Παράκλητος ο ίδιος; Αυτός προς τον οποίο ο σατανάς είναι σκοτάδι που παίρνει αντίθετη θέση; Δεν ήταν η ίδια η λαμπρότητα της τρισυπόστατου φύσεως, που εμφανίζεται μυστικά στους αγίους»;


Στην συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θεολογώντας πάνω στην «αχτίνα του φωτός», που επισκέφθηκε τότε τον Μ. Αντώνιο, αναφέρεται σ’ ένα τροπάριο της εορτής του Αγίου Αντωνίου, γραμμένο από τον υμνογράφο Θεοφάνη:
«Με την τρισήλιο ακτινοβολία, πάνσοφε, γέμισες λάμψι, και σαν ιστό αράχνης διέλυσες το άσχημο φρύαγμα των δαιμόνων καθώς και τους πόνους από τα χτυπήματα». «Τρισήλιον λαμπηδόνα» χαρακτηρίζει ο υμνογράφος αυτήν την «ακτίνα του φωτός».

Και συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς:

«Τι ήταν αυτό το φως, το οποίο παρευρισκόταν και δεν φαινόταν, προς το οποίο έλεγε εκείνος που με την θέα αυτού του φωτός έγινε θεόπτης όπως ο Μωϋσής και ο Ηλίας, «που ήσουνα ως τώρα; Γιατί δεν φάνηκες από την αρχή να σταματήσεις τις οδύνες μου»; Τι ήταν αυτό το φως, που με την παρουσία του φάνηκε να ανοίγει και να σχίζεται η στέγη; Φάνηκε να εξαφανίζεται η στέγη, χωρίς ωστόσο να μετακινηθεί. Φάνηκε αμέσως ότι το οίκημα ήταν σώο και απείραχτο. Όπως το είπα, η στέγη νικήθηκε από την απερίγραπτη αυτή παρουσία του αφράστου φωτός».

Στην συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος παρατηρεί ότι, όπως στον Μ Αντώνιο φάνηκε το θείο φως να κατέρχεται από πάνω, καθ' όμοιο τρόπο εμφανίζεται και στους άλλους ησυχαστές. Και όσοι, σημειώνει, προσεύχονται μέσα σε υπόγεια σπήλαια, όταν τους επισκέπτεται το θείο φως, κατεβαίνει από πάνω και βλέπουν την γη που βρίσκεται πάνω από το κεφάλι τους να ανοίγει. Σ' αυτόν τον τρόπο υποκρύπτεται κάποιο μυστικό νόημα. Και λίγο πιο κάτω χαρακτηρίζει το θείο φως «προκόσμιον και υπερκόσμιον και υπερουράνιον και ατελεύτητον και ανέσπερον» (Προς Ακίνδυνον, αντιρρητικός 6ος 32).

Είδαμε το περιστατικό με τον Μ. Αντώνιο. Τώρα θα μετακινηθούμε έξι αιώνες εμπρός. Βρισκόμαστε στην Κωνσταντινούπολη το 977 μ.Χ. Τότε ζούσε εκεί κάποιος νεαρός, λαϊκός και εργαζόταν σε σπουδαία υπηρεσία στα ανάκτορα. Αυτός σε κάποια νυκτερινή του προσευχή γεύθηκε την εμπειρία του θείου φωτός. Αργότερα την καταχώρησε σ' ένα βιβλίο του.

Το πρόσωπο αυτό είναι ο όσιος Συμεών ο νέος θεολόγος. Όταν αργότερα έγινε μοναχός και ηγούμενος στο μοναστήρι του αγίου Μάμαντος, ως ηγούμενος έκανε διδαχές στους μοναχούς. Αυτές συγκρότησαν το βιβλίο που τιτλοφορείται «Κατηχήσεις». Στην 22α κατήχηση διηγείται το θεσπέσιο αυτό θέαμα:

«Κάποιος που ονομαζόταν Γεώργιος — πίσω από τον Γεώργιο κρύβεται ο ίδιος — νέος, στην ηλικία των είκοσι ετών, κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη στα χρόνια μας... γνώρισε ένα άγιο μοναχό σε κάποιο από τα μοναστήρια της πόλεως. (Εννοεί τον Συμεών τον ευλαβή στο μοναστήρι των Στουδίου). Όλη του την ψυχή την ανέθεσε σ' αυτόν. Εκείνος του έβαλε ένα μικρό πνευματικό πρόγραμμα που θύμιζε ασκητική ζωή. Ο νέος ζήτησε και ένα βιβλίο που να ομιλεί για την ζωή των μοναχών και να έχει διηγήματα πρακτικής ασκήσεως. Ο Γέροντας του έδωσε το βιβλίο που τιτλοφορείται, «Μάρκου μονάχου, Περί πνευματικού νόμου».


(Στην συνέχεια γίνεται λόγος για την ωφέλεια που απεκόμισε ο νέος από αυτό το βιβλίο. Πολύ ωφελήθηκε από την προτροπή να ελέγχει την συνείδησή του).

Δίνουμε πάλι τον λόγο στον ίδιο:

 

«Κάθε βράδυ κύλαγαν δάκρυα από τα μάτια του. Έκανε πιο πολλές γονυκλισίες με το πρόσωπο στο έδαφος. Στεκόταν σαν άγαλμα στην προσευχή με κολλημένα και ακίνητα τα πόδια. Διάβαζε με πολύ ζήλο προσευχές προς την Παναγία. Στέναζε και δάκρυζε και σαν να ήταν παρών σωματικά ο ίδιος ο Κύριος, έπεφτε στα άχραντα πόδια του και σαν ψυχικά τυφλός ζητούσε να ελεηθεί και να αναβλέψει.


»Κάθε βράδυ αυξανόταν η προσευχή. Κράταγε ως τα μεσάνυχτα. Όσο προσευχόταν, δεν έδειχνε χαύνωση ή κούραση ή ραθυμία. Δεν εκινείτο κανένα μέλος του σώματος ούτε τα μάτια του περιστρέφονταν ούτε κοίταζαν πάνω. Στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα ή σαν ασώματος άγγελος.

»Μία νύχτα λοιπόν, καθώς στεκόταν σ' αυτήν την στάση, και καθώς έλεγε νοερώς, όχι με το στόμα, τα λόγια, «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», ξαφνικά ήρθε από πάνω μία πλούσια θεϊκή λάμψις φωτός και γέμισε όλον τον χώρο. Σαν συνέβη αυτό, δεν κατάλαβε ο νέος αν βρισκόταν σε σπίτι, αν υπήρχε από πάνω του σκεπή. Από παντού έβλεπε φως. Και δεν καταλάβαινε αν πατούσε στην γη. Ούτε ένοιωθε φόβο μήπως πέσει. Ούτε σκεπτόταν κάτι για τα πράγματα του κόσμου. Στο νου του δεν περνούσε καμμιά σκέψις για θέματα που απασχολούν ανθρώπους που φορούν σώμα. Είχε συνενωθεί ολόκληρος με το άϋλο φως και φαινόταν ότι και αυτός είχε γίνει φως. Ξέχασε όλον τον κόσμο. Γέμισε από δάκρυα και από ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση.

»Έπειτα ο νους του ανέβηκε στον ουρανό και εκεί αντίκρισε άλλο φως, πιο δυνατό από αυτό που τον επισκέφθηκε πρωτύτερα. Και παραξενεύτηκε, διότι κοντά σ' αυτό το φως είδε τον άγιο εκείνο και ισάγγελο Γέροντα, που του είχε βάλει το πνευματικό πρόγραμμα και του είχε δώσει το βιβλίο.

»Εγώ, ακούγοντας αυτά, σκέφθηκα ότι οι πρεσβείες αυτού του αγίου Γέροντα πολύ συνέβαλαν σ' αυτό το γεγονός. Και σκέφθηκα ότι ο Θεός ήθελε έτσι να δείξει σε τι ύψος αρετής βρισκόταν αυτός ο άγιος.
»Όταν τελείωσε η θεωρία αυτή η θεϊκή και ο νέος επανήλθε στον εαυτό του, όπως ο ίδιος έλεγε, ήταν κυριευμένος από χαρά και έκπληξη και έβγαζε καρδιακά δάκρυα και στα δάκρυα αυτά συνυπήρχε γλυκύτητα.
»Στο τέλος έπεσε στο κρεββάτι. Αυτήν την ώρα λάλησε ο πετεινός και δήλωσε ότι ήταν μεσάνυχτα. Μετά από λίγο οι εκκλησίες σήμαναν τον όρθρο. Αυτός σηκώθηκε να ψάλει όπως συνήθιζε, χωρίς να αισθανθεί καθόλου την ανάγκη του ύπνου εκείνη τη νύχτα».


Αύτη η νυκτερινή θεωρία ήταν η πρώτη κοινωνία των θεϊκών μυστηρίων, ο πρώτος μυστικός φωτισμός, η πρώτη εμπειρία της θέας του θείου φωτός. Για να χρησιμοποιήσουμε τον θεολογικό όρο που έχει επικρατήσει, «η πρώτη έλλαμψις του ακτίστου φωτός» ή «του θαβωρίου φωτός».

Το κείμενο είναι πολύ ωραίο: «Έλλαμψις θεία πλουσίως αίφνης επέφανεν άνωθεν και πάντα τον τόπον επλήρωσε» — «Φως μόνον έβλεπε πάντοθεν και ουδέ ει επί γης επάτει εγίνωσκεν» - «όλως, φωτί αΰλω συνών και τω δοκείν αυτός φως γενόμενος και παντός του κόσμου επιλαθόμενος».

Στην πρώτη αυτή εμπειρία του αγίου Συμεών δεν έχουμε μόνο θέα του θείου φωτός, αλλά και μέθεξη. Είχε συνενωθεί ολόκληρος με το άϋλο φως και φαινόταν ότι και αυτός είχε γίνει φως. Επίσης είχε πραγματοποιηθεί και έκσταση. Δεν αισθανόταν τα πράγματα του κόσμου. Τα είχε λησμονήσει εντελώς. Είχε εξέλθει εκ του κόσμου.

Όλη αύτη η εμπειρία αποτελεί θεοτική κατάσταση. Όση ώρα κρατούσε, ο νεαρός Συμεών ήταν θεωμένος. Οι κατηγορίες του τόπου και του χρόνου είχαν ανασταλεί.


Ίσως να έχετε δει μοναχικό σχήμα. Επάνω του υπάρχουν και κάποια γράμματα, που είναι αρχικά λέξεων. Έτσι αν δείτε τέσσερα θήτα, να ξέρετε ότι είναι τα αρχικά των επομένων λέξεων: Θεού θέα θείον θαύμα. Το να δεις δηλαδή τον Θεό αποτελεί θεϊκό θαύμα.

Ας δούμε ένα παρόμοιο θεϊκό θαύμα που συνέβη στον άγιο Συμεών, οκτώ έτη αργότερα, στην ηλικία των 28 ετών, όταν ήταν δόκιμος μοναχός στην μονή των Στουδίου, κάτω από την υπακοή του αγίου μοναχού Συμεών του ευλαβούς.


Το περιστατικό περιγράφεται στην 16η κατήχηση. Και εδώ πάλι προσπαθεί ο άγιος Συμεών να αποκρύψει το πρόσωπό του, λέγοντας ότι συνέβησαν σε κάποιον άλλον, ο οποίος του το εξιστόρησε.



Ας παρακολουθήσουμε αυτήν την διήγηση:

 

«Κάποιος νεώτερος μου διηγήθηκε τα επόμενα: Ήμουνα υποτακτικός σε Πατέρα τιμημένο και όσο προς τους μεγάλους και επιφανείς αγίους. Άκουα από αυτόν πολλές φορές να λέει ότι σ' αυτούς που αγωνίζονται, εμφανίζονται από τον ουρανό θεϊκές ελλάμψεις, πολύ και άφθονο φως, επικοινωνία, μέσω του φωτός, του Θεού με τους ανθρώπους. Αυτά άκουα και εθαύμαζα. Με κατέλαβε τέτοια επιθυμία και τέτοιος έρωτας γι' αυτό το θέμα, ώστε η σκέψις του να με κάνει να ξεχνώ όλα τα επίγεια και επουράνια· να ξεχνώ ακόμη και το φαγητό και το πιοτό και κάθε σωματική άνεση.

»Ο άγιος Γέροντας ήταν μεγάλος και διέθετε και προορατικό χάρισμα. Με έβλεπε να κάνω χωρίς δισταγμό ο,τι μου επέβαλλε. Με έβλεπε να μη τρώω, να μη πίνω, να είμαι πάντα σκεπτικός και να λυώνω και να δαπανώμαι από κάποια σκουριά. Επειδή με συμπαθούσε υπερβολικά, με μάλωνε και έτσι με ανάγκαζε να τρώω ακούσια...

»Μία μέρα συνέβη να πάμε μέσα στην πόλη οπού κατοικούσε (πρόκειται για την Κωνσταντινούπολη) για να επισκεφθεί τα πνευματικά του τέκνα. Όλη την ημέρα την περάσαμε εκεί, στα πνευματικά του τέκνα. Και μόνο με την παρουσία του ωφελούσε πολλούς. Το δειλινό επιστρέψαμε στο κελλί. Από τον πολύ κόπο και την πολλή ζέστη ήμαστε πεινασμένοι και διψασμένοι. Πρέπει να σημειώσω ότι δεν συνήθιζε να κοιμάται έξω, παρ' όλο που ήταν καλοκαίρι και αυτός ήταν ηλικιωμένος, γύρω στα εξήντα χρόνια περίπου. Καθίσαμε να φάμε, άλλα εγώ δεν έτρωγα. Ήμουνα σωματικά κατάκοπος. Σκεφτόμουνα ότι αν φάω και πιω, δεν θα μπορέσω καθόλου να κάνω προσευχή και να αναζητήσω αυτό που ποθώ. Αυτά σκεφτόμουνα και καθόμουνα σαν να ήμουν εκτός εαυτού.

»Ο άγιος με είδε και αναλογίσθηκε τον κόπο που εκοπίασα μαζί του. Στολισμένος με το διορατικό χάρισμα κατάλαβε για ποιον λόγο υπέμενα αυτά και έδειξε απέναντι μου πολλή συμπάθεια. Μου είπε αυστηρά: «Φάγε, παιδί μου, και πιες και μη λυπάσαι από τώρα. Αν ο Θεός δεν ήθελε να σε ελεήσει, δεν θα ευδοκούσε να έρθεις σε μας». Φάγαμε λοιπόν και ήπιαμε με το παραπάνω. Έτρωγε κι εκείνος ακολουθώντας την δική μου αδυναμία.
»Σαν σηκώθηκε το τραπέζι μου λέει: «Να γνωρίζεις, παιδί μου, ότι ούτε στην νηστεία ούτε στην αγρυπνία ούτε στον σωματικό κόπο ούτε σε κάποια άλλη καλή πράξη ευχαριστείται ο Θεός και εμφανίζεται. Ο Θεός κάνει την εμφάνισή του μόνο σε ταπεινή και απερίεργη και καλοσυνάτη ψυχή και καρδιά».

Αφού λοιπόν άκουσα αυτά, θαύμασα για τα λόγια και τις συμβουλές του Αγίου. Ο πόθος μου άναψε περισσότερο. Έφερα στη μνήμη μου για μια στιγμή όλες τις αμαρτίες μου, περιλούσθηκα στα δάκρυα, έπεσα και κράτησα τα πόδια του αγίου Γέροντα και του είπα: «Προσευχήσου για μένα, άγιε του Θεού, για να βρω έλεος. Από ο, τι καλό ανέφερες, σε μένα δεν υπάρχει τίποτε, παρά μόνο πολλές αμαρτίες που και συ τις ξέρεις».
»Ο άγιος Γέροντας με συμπάθησε πιο πολύ και δάκρυσε και μου έδωσε εντολή να σηκωθώ από το έδαφος. «Πιστεύω στον Θεό», είπε, «την χάρη που σε μένα την δώρισε πλούσια, σε σένα θά την δώσει διπλάσια, χάριν μόνο της πίστεως που έχεις και προς αυτόν και προς την ταπεινότητα μου».

»Αυτά τα λόγια τα δέχθηκα σαν από τον ίδιο τον Θεό. Κατάλαβα κάτι σχετικό με τον Ηλία και τον Ελισαίο και πίστεψα πως αν και εγώ είμαι ανάξιος, ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και σύντομα κάνει το θέλημα αυτών που τον φοβούνται. Έβαλα πάλι μετάνοια, ζήτησα ευχή και πήγα στο κελλί μου. Είχα εντολή μόνο να πω το τρισάγιο και να κοιμηθώ.

»Προχώρησα στο μέρος οπού συνήθιζα να προσεύχομαι και άρχισα το «Άγιος ο Θεός». Θυμήθηκα τότε τα λόγια του αγίου Γέροντα και αμέσως κινήθηκα σε δάκρυα και σε θεϊκό πόθο τόσο πολύ, ώστε δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια την χαρά και ηδονή που αισθάνθηκα.


»Αμέσως τότε έπεσα μπρούμυτα και ξαφνικά φως πολύ έλαμψε σε μένα νοερά. Τράβηξε και πήρε προς το μέρος του ολόκληρο τον νου μου και την ψυχή μου. Το αιφνίδιο αυτό θαύμα με γέμισε έκπληξη και ήταν σαν να περιέπεσα σε έκσταση. Επί πλέον λησμόνησα τον τόπο οπού βρισκόμουνα, ποιος ήμουνα και που. Μόνο έκραζα: «Κύριε, ελέησον». Όταν ήρθα σε συναίσθηση, κατάλαβα ότι έλεγα ακόμη το «Κύριε, ελέησον». Ποιος ήταν αυτός που μιλούσε ή αυτός που κινούσε την γλώσσα μου, δεν γνωρίζω. Ο Θεός γνωρίζει. Επίσης, αν επικοινώνησα με τούτο το φως με το σώμα μου ή χωρίς το σώμα μου, δεν γνωρίζω. Γνωρίζει αυτό το Φως, το οποίο έδιωξε κάθε ομίχλη από την ψυχή μου και κάθε γήινο φρόνημα· αυτό που απομάκρυνε από πάνω μου την παχύτητα της ύλης και το σωματικό βάρος που δημιουργούσε στα μέλη μου αδράνεια και νάρκωση.

»Θαύμα τρομερό! Με τόνωσε πολύ. Ενδυνάμωσε τα παραλελυμένα άρθρα και νεύρα, που κατήντησαν έτσι από τον πολύ κόπο της ημέρας. Ένοιωσα σαν να είχα γδυθεί ένα ένδυμα φθοράς.
»Επί πλέον στάλαζε παρευθύς με απερίγραπτο τρόπο στην ψυχή μου πολλή χαρά, μία αίσθηση νοερά και μία γλυκύτητα που ξεπερνάει κάθε γλυκεία γεύση που έχουν τα πράγματα του ορατού κόσμου. Επίσης μου χάρισε ελευθερία. Με έκανε να ξεχάσω όλες τις σκέψεις των βιωτικών πραγμάτων. Επίσης μου γνώρισε παράδοξα με ποιο τρόπο γίνεται η εκδημία ενός ανθρώπου από αυτή την ζωή.
»Όλες οι αισθήσεις του νου και της ψυχής μου κόλλησαν αποκλειστικά στην απερίγραπτη ευφροσύνη αυτού του φωτός».


Στην συνέχεια του κειμένου γίνεται λόγος για την λήξη του βιώματος. Η ήρεμη αποχώρηση του θεϊκού φωτός, ο χωρισμός, δημιούργησε στην ψυχή του Συμεών λύπη και οδύνη.

Και πιο κάτω έχει μία ωραία διατύπωση: «Ευφραίνει φαινόμενον και τιτρώσκει κρυπτόμενον». Δηλαδή το θεϊκό φως όταν παρουσιάζεται χορηγεί ευφροσύνη, αλλά όταν αποκρύπτεται πληγώνει την ψυχή.

Και τα επόμενα λόγια είναι πολύ εντυπωσιακά. Στο κείμενο έχουν μία ποιητική χάρι:
 

«Και πλησίον μου γίνεται και εις ουρανούς αναφέρει με.
Μαργαρίτης εστί.
Και το φως επενδύει με
και ως άστρον μοι φαίνεται
και υπάρχει τοις πάσι αχώρητον
Απαστράπτει ως ήλιος
και την κτίσιν συνεχομένην κατανοώ εν αυτώ,
τα εν αυτή πάντα δεικνύει μοι
και φυλάσσειν προστάττει μοι τα μέτρα τα ίδια.
Συνέχομαι υπό στέγης και τοίχων
Και τους ουρανούς διανοίγει μοι».


Δηλαδή: « Το θείο αυτό φως γίνεται πλησίον μου και με ανεβάζει στα ουράνια. Είναι μαργαριτάρι. Και το φως γίνεται ένδυμά μου. Με ενδύει. Και μου φαίνεται σαν αστέρι. Και είναι άπειρο. Δεν μπορεί να χωρέσει πουθενά. Αστράφτει σαν τον ήλιο. Μέσα στην λάμψη του διακρίνω να περιέχεται όλη η κτίσις. Όλα όσα υπάρχουν σ' αυτήν, μου τα δείχνει. Και μου δίνει εντολή να περιορίζομαι στα δικά μου μέτρα. Ενώ εγώ είμαι περιορισμένος σε δωμάτιο με τοίχους και σκεπή, αυτό μου ανοίγει τους ουρανούς».

Λοιπόν, κάναμε πιο πάνω αναφορά στην εμπειρία ενός μονάχου της Αγιορείτικης μονής του οσίου Διονυσίου, όπως αυτός την εκμυστηρεύθηκε στον π. Λάζαρο Διονυσιάτη. Γνωρίσαμε και την εμπειρία του θείου φωτός στον Μ. Αντώνιο, όταν οι πειρασμοί έφθασαν σε ακραία μορφή.

Επίσης μιλήσαμε για την πρώτη θεία έλλαμψη που γνώρισε ο μεγάλος μυστικός θεολόγος του Βυζαντίου Συμεών ο νέος θεολόγος, όταν ακόμη ήταν στην ηλικία των είκοσι ετών. Είπαμε ότι δεν δοκίμασε μόνο θέα του θείου φωτός άλλα είχε επί πλέον και μέθεξη. Όλη του η ύπαρξη είχε διαπεραστεί από την χάρη του θαβωρίου φωτός, ώστε να έχει γίνει ο ίδιος φως — «όλος φωτι αΰλω συνών και τω δοκείν αυτός φως γενόμενος».

Κατόπιν γνωρίσαμε μία άλλη εμπειρία του θείου φωτός πάλι του οσίου Συμεών, όταν ήταν στην ηλικία των 28 ετών και ανήκε στους δόκιμους μοναχούς της μονής των Στουδίου. Κατ' αυτήν την εμπειρία το θείο φως επέφερε μία ανανέωση στον ψυχοσωματικό οργανισμό του Όσιου. «Με τόνωσε πολύ. Ενδυνάμωσε τα παραλελυμένα άρθρα και νεύρα που κατήντησαν έτσι από τον κόπο της ημέρας. Ένοιωσα σαν να είχα γδυθεί ένα ένδυμα φθοράς». Επί πλέον χορήγησε μία αίσθηση θεσπέσιας ηδονής, η οποία εκφράζεται με την λέξη «γλυκύτητα». «Χαράν ευθέως πολλήν, νοεράν τε αίσθησιν και γλυκύτητα υπέρ πάσαν γεύσιν των ορωμένων εν τη ψυχή μου αφράστως ενέσταξεν» (Κατήχησις 16η).

Στην πρώτη περίπτωση του οσίου Συμεών γίνεται λόγος για συνένωση με το θείο φως — «όλως φωτί αΰλω συνών». «Συνών». Μετοχή του ρήματος «σύνειμι». «Σύνειμί τινι» σημαίνει «είμαι μαζί με κάποιον, είμαι ενωμένος με κάποιον». Σε άλλα κείμενά του ο όσιος πατήρ ομιλεί για σύγκραση. Έτσι στον δέκατο ηθικό λόγο διαβάζουμε:

«Μακάριοι οι τω θείω φωτί πλησιάσαντες και ένδον αυτού εισελθόντες και φως όλοι γενόμενοι, συγκραθέντες αυτώ ότι αυτοί την ρυπαράν τελείως στολήν απεδύσαντο και ουκέτι πικρά δάκρυα κλαύσονται». Δηλαδή: «Μακάριοι όσοι πλησίασαν στο θείο φως και αναμείχθησαν με αυτό. Είναι μακάριοι, διότι γδύθηκαν εντελώς την βρώμικη ενδυμασία και δεν πρόκειται πια να κλάψουν με πικρά δάκρυα».


Μας ενδιαφέρει η φράσις, «συγκραθέντες αυτώ», δηλαδή «συγκραθέντες τω θείω φωτί». Η λέξη «συγκραθέντες» είναι μετοχή του ρήματος «συγκεράννυμαι». «Συγκεράννυμαι τινι», σημαίνει, αναμειγνύομαι, συνενώνομαι με κάποιον. Όπως δηλαδή σ' ένα πυρακτωμένο σίδερο έχει αναμιχθεί εντελώς η φωτιά με το μέταλλο, έτσι στην εν λόγω περίπτωση συνενώνεται το Θείο φως με την ψυχή και το σώμα του ελλαμπομένου ανθρώπου.

Στην δεύτερη περίπτωση του οσίου Συμεών, γίνεται λόγος για μία ηδονική χαρά, για μία γλυκύτητα που εισχωρεί μέσα στην ψυχή. Τέτοιου είδους γλυκύτητα δεν παρέχεται από κανένα υλικό πράγμα. Τέτοιο νόστιμο φαγητό δεν μαγειρεύεται εδώ κάτω. Η γλυκεία γεύση που χορηγείται στην ψυχή από το θείο φως είναι, όπως ο άγιος Συμεών το διατυπώνει, «υπέρ πόσον γεύσιν των ορωμένων». Σε άλλο κείμενο, ο ίδιος Πατήρ παρομοιάζει το θείο φως με νερό που κατασβήνει κάθε δίψα και η γεύση του χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα. Γράφει επί λέξει: «και γλυκύ το πόμα λίαν», «και αυτό που πίνεις είναι πολύ γλυκό». Όχι απλώς γλυκό, αλλά πολύ γλυκό, «γλυκύ λίαν». Τι ωραία κείμενα:

 

«Και γλυκύ το πόμα λίαν
μία γεύσις πάσαν δίψαν
μυριάδων καταπαύει
και διψώ αεί του πίνειν
υπέρ κόρον πάντως πίνων»


(Ύμνος εικοστός τρίτος)


Όπως δηλώνεται από τους προηγουμένους στίχους, η γλυκύτητα που χορηγείται από το θείο φως δεν δημιουργεί κορεσμό, δεν φέρνει μπούχτισμα. Αλλά όσο την γεύεσαι τόσο πιο πολύ την ποθείς — «και διψώ αεί του πίνειν υπέρ κόρον πάντως πίνων».
Υπάρχουν λοιπόν και ηδονές πνευματικές. Αυτές βρίσκονται κοντά στον Θεό. Αυτές οι ηδονές δεν μπουχτίζουν, δεν δημιουργούν κενό στην ψυχή, δεν φθείρουν το σώμα. Οι άλλες οι ηδονές που προβάλλονται τόσο έντονα σήμερα από τις τηλεοράσεις και τα διάφορα ηλεκτρονικά μέσα είναι φτωχές ηδονές, και το μέλι τους είναι ανακατεμένο με δηλητήριο. Γι' αυτό ρίχνοντας μια ματιά στο πρόσωπο αυτών που πρωταγωνιστούν στα ανήθικα θεάματα, βλέπεις ένα πρόσωπο στεγνό, εστερημένο από την χάρη που έχουν τα πρόσωπα και τα βλέμματα των ενάρετων ανθρώπων, των ανθρώπων που τους περιαυγάζουν κάποιες ακτίνες από το φως της χάριτος του Θεού.


Ο Θεός ξέρει πόσες φορές είχε ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος εμπειρίες θείου φωτός. Πάντως τον ευγνωμονούμε διότι στα κείμενα του, τα πεζά και τα ποιητικά, μας ανοίγει πολλά παράθυρα προς τον ουρανό του θείου και ακτίστου φωτός. Ο άγιος Πατήρ μας έχει αφήσει 53 ποιήματα, γνωστά ως «Ύμνους θείων ερώτων».
Στον εικοστό πέμπτο ύμνο μας αποκαλύπτει μία άλλη εμπειρία του, την οποία γεύθηκε νύχτα, ενώ διάβαζε με την βοήθεια λυχναριού κάποια ιερά κείμενα. Το θείο φως εμφανίσθηκε δυνατότερο από το φως του ήλιου. Στην συνέχεια του επέφερε κάποια εκστατική κατάσταση. Λησμόνησε ότι βρισκόταν μέσα σε σπίτι, λησμόνησε ότι φορούσε σώμα. Αυτό το περιστατικό δεν αναφέρεται στην βιογραφία του αγίου Συμεών. Δεν γνωρίζουμε σε ποια στιγμή της ζωής του το έζησε. Αν δεν υπήρχε αυτός ο ύμνος, ο εικοστός πέμπτος, θα το αγνοούσαμε.

Κατ' αρχήν ας ρίξουμε μία ματιά στο κείμενο:
 

«Πώς διαγράψω Δέσποτα, πρόσωπου σού την θέαν,
πώς είπω την ανέκφραστον θεωρίαν του κάλλους;
Πώς ον ο κόσμος ου χωρεί, γλώσσης φθογγή χωρήσει,
πως τις εκφράσαι δυνηθή την σήν φιλανθρωπίαν;
Καθήμενος γαρ εν φωτί λαμπάδος μοι φαινούσης
και φωτιζούσης της νυκτός τον ζόφον και το σκότος
εδόκουν είναι εν φωτί προσέχων αναγνώσει,
λέξεις τε οία ερευνών και σκοπών τας συντάξεις.
Ως ουν υπήρχον, Δέσποτα, αδολεσχών, εν τούτοις,
αίφνης εφάνης άνωθεν πολύ μείζων ηλίου
και έλαμψας εξ ουρανών μέχρις εμής καρδίας.
Τα δ' άλλα πάντα ως βαθύ σκότος είναι εώρων,
Στύλος δε μέσον φωτεινός, όλος τεμών αέρα
διήκεν εκ των ουρανών έως εμού τον τάλα».


Μεταφράζουμε:

«Πώς να περιγράψω, Δέσποτα, το αντίκρυσμα του προσώπου σου, πώς να μιλήσω για την απερίγραπτη θέα της ωραιότητας;
Πώς Αυτόν που δεν χωρεί ο κόσμος, θα τον χωρέσει φθόγγος ανθρώπινης γλώσσας; Πώς θα μπόρεση κάποιος να εκφράσει με λόγια την δική σου φιλανθρωπία; Ενώ καθόμουνα με την συντροφιά μιας λαμπάδας που μου έφεγγε, και που διέλυε το ζοφερό νυχτερινό σκοτάδι, νόμιζα ότι βρισκόμουνα σε φως. Πρόσεχα σε ανάγνωση, έψαχνα τις λέξεις, παρατηρούσα καλά την σύνταξη.
Ενώ λοιπόν, Δέσποτα, σκεπτόμουν αυτά, ξαφνικά, παρουσιάσθηκες από πάνω πολύ πιο μεγάλος από τον ήλιο και έλαμψες από τον ουρανό μέχρι την καρδιά μου. Όλα τα άλλα τα έβλεπα σαν βαθύ σκοτάδι. Και ανάμεσα στα σκοτάδια υπήρχε ένας στύλος φωτεινός, που διέσχιζε τον αέρα και από τους ουρανούς έφθανε μέχρις εμένα τον ταλαίπωρο».

Εκείνο που πρέπει να προσέξουμε είναι το ότι αυτός ο ήλιος, αυτό το φως που διέσχισε τα σκοτάδια, ήταν ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός.


Ας παρακολουθήσουμε όμως και την συνέχεια:


«Ευθύς επελαθόμην δέ φωτός του λυχνιαίου,
οικίας ημνημόνησα ότι εντός υπάρχω,
εν τω δοκείν αέρι δε τον σκότους εκαθήμην.
Πλην και του σώματος αυτού λήθην έσχον εις άπαν,
Ελάλουν σοι και νυν λαλώ εκ βάθους μου καρδίας,
ελέησόν με, Δέσποτα, ελέησόν με, μόνε,
τον μηδαμώς μηδέποτε δουλεύσαντά σοι, Σώτερ,
αλλά σε παροργίζοντα, εκ νέας ηλικίας.


Μεταφράζουμε:

«Και αμέσως λησμόνησα το φως του λυχναριού, λησμόνησα ότι βρίσκομαι μέσα σε σπίτι, νόμιζα ότι καθόμουνα σ' ένα χώρο σκοτεινής
ατμόσφαιρας. Ακόμη λησμόνησα εντελώς και το σώμα μου. Και μιλούσα σε σένα και τώρα μιλώ από το βάθος της καρδιάς μου:
«Ελέησε με, Δέσποτα, ελέησε με μόνε, εμένα, Σωτήρα μου, που ποτέ και καθόλου δεν σε υπηρέτησα αλλά σε παρόργισα από τη νεαρή μου ηλικία».

Αφήνουμε μερικούς στίχους οπού γίνεται λόγος για αμαρτίες, για συμπάθεια του Χριστού προς τους αμαρτωλούς, για ισχυρό φως και πυρ μέσα στον εαυτό του, για τριαδική δοξολογία, για ευχαριστία προς τον Χριστό, και φθάνουμε στους επόμενους στίχους:

(Τους παρουσιάζουμε σε μετάφραση):

«Σε ευχαριστώ, διότι ενώ ήμουνα μέσα στο σκοτάδι μου αποκαλύφθηκες ο ίδιος, σκόρπισες λάμψη. Με αξίωσες να δω το φως τον πρόσωπον σου το οποίον κανείς δεν μπορεί να το αντέξει. Εγώ καθόμουνα μέσα στο σκοτάδι, το γνωρίζω, και ενώ ήμουνα ανάμεσα στο σκοτάδι, σκεπασμένος μ' αυτό, φάνηκες σαν φως, με φώτισες όλον με φως και έγινα φως μέσα στη νύχτα, ενώ βρισκόμουνα ανάμεσα στο σκοτάδι.
Ούτε το σκοτάδι μπόρεσε να σβήσει το δικό σου φως ούτε το φως έδιωξε το αισθητό σκοτάδι, αλλά ήταν ανάμεικτα, ασύγχυτα, εντελώς ξεχωρισμένα, μακριά φυσικά το ένα από το άλλο, καθόλου συνενωμένα....
Έτσι είμαι μέσα στο φως, ενώ βρίσκομαι ανάμεσα στο σκοτάδι.
Να, είμαι και μέσα στο φως καθώς και μέσα στο σκοτάδι.
Και λέω: «Ποιος μπορεί εμένα που βρίσκομαι ανάμεσα στο σκοτάδι να μου δώσει φως, το οποίον δεν μπορεί να δεχθεί;
Και πώς το σκοτάδι θα δεχθεί μέσα του το φως και δεν θα φύγει, αλλά θα παραμείνει ανάμεσα στο φως; Ω τρομερό θαύμα! που γίνεται ορατό με δύο τρόπους και με τα μάτια του σώματος και με της ψυχής»!

Από αυτά τα λόγια του αγίου Συμεών, καταλαβαίνουμε ότι οι ελλάμψεις του θείου φωτός προέρχονται από προσωπικό Θεό, όχι από κάποια απρόσωπη θεϊκή ουσία. Και ο προσωπικός Θεός εμφανίζει τις φωτοφάνειες ποικιλοτρόπως, όπως αποφασίσει για την κάθε περίπτωση. Ενώ άλλοτε εμφανιζόταν στον άγιο Συμεών ένα φως απέραντο που εκάλυπτε τα πάντα, στην ανωτέρω περίπτωση παράλληλα με την θέα του Θείου φωτός υπήρχε και η αίσθηση του νυχτερινού σκότους.


Όπως είδαμε, η εμπειρία αυτή έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας. Με τα μάτια τα πνευματικά έβλεπε το θεϊκό φως και με τα σωματικά μάτια αισθανόταν το σκοτάδι της νύχτας. Επειδή τέτοιου είδους εμπειρία την γεύθηκε για πρώτη φορά, και επειδή ένοιωθε έντονη την αντίθεση ανάμεσα στο θείο φως και στο σκοτάδι, και επειδή δεν καταλάβαινε πώς το σκοτάδι δεν εξαφανίζεται από την εμφάνιση του θείου φωτός, ανεφώνησε, «ω φρικτού θαύματος»! Πω πω, τι τρομερό θαύμα!


Το νυχτερινό σκοτάδι ήταν το φόντο. Και από τον ουράνιο θρόνο του Χριστού μέχρι την καρδιά του Συμεών υπήρχε μία κολώνα ολόλαμπρη και ολοφώτεινη. Βλέπουμε ότι ο Θεός είναι και επιδέξιος σκηνοθέτης. Οι εμπειρίες των αγίων, τα οράματα, τα ιερά θεάματα εμφανίζονται με πανέμορφη σκηνοθεσία.

Να δούμε λίγο και το τέλος του εικοστού πέμπτου ύμνου. (Ο ύμνος συνολικά αποτελείται από 154 στίχους). Πρόκειται για ικετήρια κραυγή. Παρακαλεί ο όσιος Συμεών τον Χριστό κατά την ημέρα της κρίσεως να τον συγκαταριθμήσει στα πρόβατα και όχι στα ερίφια. Και για να γίνει αυτό, δέεται να σκεπάσει τότε ο Χριστός με το θείον φως την αμαρτωλή και γυμνή ψυχή του. Δέεται να ενδυθεί με την χάριν του θείου φωτός. Τι ωραίος λόγος:
 


«...αλλά το φως το άχραντον,
το φως του σου προσώπου
τα έργα καλυψάτω μου
και γύμνωσιν ψυχής μου
και στολισάτω με φαιδρώς...».

 


Εδώ το θείο φως χαρακτηρίζεται σαν φως που έχει ως πηγή το πρόσωπον του Χριστού. Έτσι μας θυμίζει την ευαγγελική διήγηση για την μεταμόρφωση: «Έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος» (Ματθ. ιζ' 2). Χαρακτηρίζεται ακόμη και σαν φως «άχραντον». Άχραντο σημαίνει καθαρό, απαλλαγμένο από κηλίδα, ακηλίδωτο, ανέγγιχτο, άσπιλο, αμόλυντο.

Κατακλείοντας αυτό το κεφάλαιο ας ευχηθούμε να αγωνίζονται οι Χριστιανοί να καθαρίζονται από τα πάθη, ώστε ν' αξιωθούν να γευθούν κάποια, έστω μικρή ακτίνα από το άχραντο αυτό φως. Όσο πιο πολύ καθαρισθούν, όσο πιο πολύ εξαγνισθούν, τόσο πιο κατάλληλοι γίνονται γι' αυτήν την θέα. Το φως αυτό, κατά την φράση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, είναι «ψυχών και νόων ασπίλων εύχαρι και ιερόν θέαμα».

Η φράσις αυτή προέρχεται από ένα θεσπέσιο και καταπληκτικό κείμενο του ιερού Πατρός που τιτλοφορείται, «Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, των προτέρων ο τρίτος, περί φωτός και φωτισμού θείου και ιεράς ευδαιμονίας και της εν Χριστώ τελειότητας». Το κείμενο διαιρείται σε πενήντα δύο κεφάλαια. Η εν λόγω φράσις βρίσκεται στο 46ο.

Χρειάζεται να εξαγνισθούμε για να γευθούμε το άγιο θέαμα. Εκείνος που καθαρίζεται, που γίνεται άσπιλος και που καλλιεργεί την προσευχή

«δόξαν ορά Θεού
και φως εποπτεύει θείον...
ψυχών και νοών ασπίλων
εύχαρι και ιερόν θέαμα».


Το θέαμα είναι «εύχαρι», δηλαδή ευχάριστο, χαριτωμένο, θελκτικό. Ο αγώνας για την κάθαρση της ψυχής είναι κουραστικός. Αλλά μετά τις δυσκολίες ακολουθούν τα ευχάριστα.

Στο ίδιο κείμενο ο άγιος Γρηγόριος σημειώνει μια πρόταση που προέρχεται από την Κλίμακα του Ιωάννου του Σιναΐτου: «Καθαρότης καρδίας εδέξατο έλλαμψιν». Δηλαδή για να γευθεί κάποιος την λάμψη του θείου φωτός, πρέπει η καρδιά του να είναι καθαρή από αμαρτίες και πάθη. Προϋποθέσεις της θείας ελλάμψεως είναι η καθαρότητα. Κατά την φράση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, «δεκτική της ελλάμψεως ταύτης καρδία κεκαθαρμένη» (ό.π. κεφ. 52ον).
 


Είθε ν' αγαπήσουμε τον αγώνα για τον καθαρισμό του ψυχικού μας αγρού.
 


αμήν

 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ