ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

από βιβλία...

 



...Από τον Μεσαίωνα και μετά ο δυτικός χριστιανισμός ακολούθησε με τον σχολαστικισμό την οδό του ορισμού, την οδό, δηλαδή, του περιορισμού και της μείωσης του μυστηρίου της σωτηρίας στα μέτρα της ανθρώπινης λογικής. Το ίδιο έκανε και η Μεταρρύθμιση που προήλθε από τον Καθολικισμό. Προσεγγίζοντας έτσι διανοητικά το χριστιανικό μυστήριο αντικατέστησαν την εμπειρία της καθολικότητάς του με συλλογισμούς πάνω σε επί μέρους στοιχεία του, πιστεύοντας ότι μ' αυτόν τον τρόπο το συλλαμβάνουν στην ολότητά του. Παρατηρώντας όμως ύστερα την ατέλεια αυτής της αποσπασματικότητας, προχωρούν διαδοχικά και σε άλλες διανοητικές αναζητήσεις. Απ' εδώ λοιπόν απορρέει η ανάγκη για μια συνεχή μεταρρύθμιση, που δεν φθάνει ποτέ στην βίωση του μυστηρίου της σωτηρίας στην ολότητά του...

 

Από το βιβλίο του π. Dim. Staniloae:

 η ορθοδοξία, μερικά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα

Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ 1995

 

 

Χριστούγεννα στο Άγιον Όρος



Στο Άγιον Όρος .........«..ο Ιησούς», άρχισε με τη βαθειά και γλυκειά του φωνή ο γέροντας να λέει, «ειναι η εκπλήρωση της προφητείας του Ισραήλ και όλων των εθνών, γιατί αυτή είναι η φανέρωση της θείας βουλής γιά την σωτηρία των ανθρώπων. Αλλά και η εκπλήρωση της καρδιακής μας προφητείας, το μυστήριο των ιερών πόθων μας.

 

Στο πρόσωπο του Ιησού η ανθρωπότης βρήκε την ενότητά της, η ιστορία βρήκε το τέλος της, δηλαδή τον σκοπό της, που είναι η θεώση του κόσμου». Στην παρατήρησή μου, ότι πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς στην ενσάρκωση του Θεού με όργανο μόνο τον διεφθαρμένο ανθρώπινο λόγον, ο άγιος Ερημίτης απάντησε: Βέβαια, ο Πλάτων υποστήριξε ότι, «Θεός ανθρώποις ου μίγνυται».

 

 Και αυτό ισχυρίζονται όσοι παράλογα απαιτούν να ερευνήσουν με το λόγο οσα ανήκουν στη σφαίρα των υπέρ λόγον. Αλλά έτσι αγνοούν την Ορθόδοξη μεθοδολογία, κατά την οποία: «προκειμένου να βρούμε τον Θεόν, είναι απαραίτητο να τον ζητήσουμε. Για να τον ζητήσουμε πρέπει να τον γνωρίσουμε. Αλλά για να τον γνωρίσουμε χρειάζεται να τον αγαπήσουμε». Προηγείται η αγάπη, έπεται η γνώση, την γνώση ακολουθεί η ζήτηση και ακολουθεί η εύρεση. Πρέπει να διευκρινίσω όμως, ότι όταν μιλάμε γιά εύρεση του Θεού, πρέπει να εννοούμε αυτό που διετύπωσεν ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Η εύρεσις του Θεού εστιν το αεί ζητείν, ου γαρ άλλο εστί όντως ιδείν τον Θεόν, το μηδέποτε της επιθυμίας κόρον ευρείν, αλλά χρή πάντοτε βλέποντα, δι’ ών εστί δυνατόν οράν, προς την του πλέον ιδείν επιθυμίαν εκκαίεσθαι...». Καί ο Ησυχαστής τυλίχτηκε στη βαθεία σιωπή του.......

 


Από το βιβλίο:
Χριστούγεννα στο Άγιον Όρος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ 1995.

Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτη
 

 

 

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ


.....Όπως μάλιστα μας διηγείται ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβειος ο Παμφίλου, όταν ο Οκταβιανός Αύγουστος ήλθε στους Δελφούς για να προσφέρει θυσίες, ερώτησε το Μαντείο ποιός θα βασιλείσει μετά απ’ αυτόν.

Η Πυθία τότε μετέδωσε στόν ματαιόδοξο αυτοκράτορα τον ακόλουθο χρησμό: «Παίς Εβραίων κέλλεταί με θεοίσι μακάρεσιν ανάσσων, τόνδε δόμον προλιπείν καί εις Άίδην αύθις ικέσθαι, άπιθι ουν σιγών εκ βομών ημετέρων». Δηλαδή «ένας Εβραίος νέος, ο οποίος ειναι βασιλέας των αθανάτων Θεών, με διατάζει να εγκαταλείψω αυτόν τον ναό και να επιστρέψω πάλι στον Άδη. Σώπασε λοιπόν και φύγε από το ναό μου». ......Όταν λοιπόν ο Αύγουστος επέστρεψε στην Ρώμη, ίδρυσε στο Καπιτώλιο, όπου είχαν συναθροίσει οι Ρωμαίοι τους θεούς όλων των εθνών, ένα νέο βωμό, μεγαλύτερο απ΄ όλους τους άλλους, στον οποίο τοποθέτησε την επιγραφή: «ara primo genitti Dei», δηλαδή «Βωμός στο Θεό που γεννήθηκε Πρώτος». Στις μέρες αυτού του Αυγούστου γεννήθηκε ο Κύριός μας, η δε Εκκλησία, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά (Β΄ 1), ψάλλει: « Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης, η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο, και Σου ενανθρωπίσαντος εκ της Αγνής, η πολυθεϊα των ειδώλων κατήργηται...».

 

 


Από το βιβλίο: ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

ΙΕΡΟΝ ΚΕΛΙΟΝ ΜΠΟΥΡΑΖΕΡΗ-ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΑΜΟΣ 2000

 


 


«......Διά δη τούτο παρακαλώ πάντας υμάς, εκ πρώτης ηλικίας εκδιδόναι και υιούς και θυγατέραςταις τοιαύταις λειτουργίαις και τον τη τοιαύτη πολιτεία αρμόζοντα προαποτίθεσθαιπλούτον αυτοίς, ου χρυσίον κατορύττοντας, ουδέ αργύριον συλλέγοντας, αλλά επιείκειαν, σωφροσύνην,σεμνότητα,την άλλξν άπασαν αρετήν εναποτιθεμένους αυτών τη ψυχή.....».

Μετάφραση: «.....Γιαυτό λοιπόν παρακαλώ όλους σας, να παραδίδετε απ΄οτην πρώτη ηλικία τους γιούς και τις θυγατέρες σας σε τέτοια πνευματικά αθλήματα και να προκαταβάλετε στην ψηχή τους τον πλούτο που ταιριάζει σε μιά τετοια συμπεριφορά, χωρίς να κρύβετε χρυσάφι στη γη, ούτε να συγκεντρώνετε ασήμι, αλλά να εναποθέτετε στην ψυχή τους καλωσύνη, αγνότητα, σεμνότητα, και κάθε άλλη αρετή...».

 

 


Από το βιβλίο των Β. Χαρώνη - Ουρ. Λαναρά:

 Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιωάννου Χρυσοστόμου Τόμος Β'

Εκδόσεις Μερετάκη 1994
 




Ένα από τα μεγάλα λάθη μας είναι να βλέπουμε την Εκκλησία «εκ των κάτω και όχι εκ των άνω», να κάνουμε από την Εκκλησία του ζώντος Θεού, «την κτιστή εικόνα της Αγίας Τριάδος», μια νέα θρησκεία ή μια θρησκευτική ιδεολογία. Να θεωρούμε ακριβώς την Εκκλησία ως ιδεολόγημα, ως κατασκευή της ανθρώπινης διάνοιας ή ευφυΐας, της νοσταλγίας ή αναζητήσεως. Αυτό ανοίγει το δρόμο για την μεταβολή της Εκκλησίας σε θεσμό, σε σύστημα, σε οργάνωση, σε εξουσία, σε θεοκρατία, σε ιερότητα, στην απρόσωπη ή καταδυναστευτική έκφρασή τους. Και τότε δικαίως θα απορριφθεί από τους ανθρώπους, επειδή όλα αυτά την κάνουν αγνώριστη στον Κύριό της. Μια τέτοια Εκκλησία, επισημαίνει ο Α. Ταρκόφσκυ, «δεν μπορεί να σβήσει τη δίψα του ανθρώπου για το απόλυτο, καθώς λειτουργεί, δυστυχώς, σαν συμπληρωματικό στοιχείο, αντιγράφει ή απομιμείται αδέξια τους κοινωνικούς θεσμούς, που οργανώνουν την καθημερινή μας ζωή. Στο σημερινό κόσμο που γέρνει τόσο επικίνδυνα προς τον υλισμό και την τεχνολογία, η Εκκλησία δείχνει πως δεν μπορεί να αποκαταστήσει την ισορροπία, καλώντας σε πνευματική αφύπνιση». Η Εκκλησία θα είναι «εκ του κόσμου τούτου» αν δεν υπερβεί το σκάνδαλο της ιδεολογίας, αυτής της ακραίας μορφής κοσμικού συσχηματισμού ή εκκοσμικεύσεώς της.

 


π. Μιχ. Καρδαμάκη.

Από το βιβλίο «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΠΡΟΤΑΣΗ ΖΩΗΣ»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
 

 

 


Η Παναγία είναι η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των πικραμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων, η μάνα των ορφανεμένων. Η θρησκεία του Χριστού είναι πονεμένη θρησκεία, Ο ίδιος ο Χριστός καρφώθηκε απάνω στο ξύλο, κ’ η μητέρα του η Παναγία πέρασε κάθε λύπη σε τούτο τον κόσμο. Γιαυτό και καταφεύγουμε σε Κείνη που την είπανε οι πατεράδες μας: «Καταφυγή», «Σκέπη του κόσμου», «Γοργοεπήκοο», Γρηγορούσα», «Οξεία αντίληψη», «Ελεούσα», «Οδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» και χίλια άλλα ονόματα, που δεν βγάλανε έτσι απλά από τα στόματα, αλλά από τις καρδιές, που πιστεύανε κιαπονούσανε. Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο, ήγουν με δάκρυα, με πόνο, και με ταπεινή αγάπη. Γιατί η Ελλάδα είναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος, από κάθε λογής βάσανο.....

 


Από το βιβλίο του ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ « ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΓΙΑ»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ

 


 



Η Ορθόδοξη ασκητική δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με τη δυτική νοοτροπία, που θέλει να καθορίσει ακριβώς πόση ώρα πριν τη Θεία Κοινωνία μπορεί ο πιστός να λάβει από τα διάφορα είδη τροφίμων, δημιουργώντας μια κατ’ όνομα μόνο νηστεία ή μάλλον καταργώντας τη νηστεία με μόνιμο τρόπο, με σκοπό να επαναπαύσει τη συνείδηση των πιστών. Αλλά μια τέτοια ψεύτικη ανάπαυση της συνειδήσεώς τους μπορούν να δεχθούν μόνο εκείνοι οι πιστοί που αισθάνονται την Εκκλησία σαν οργάνωση της οποίας οφείλουν να τηρήσουν ορισμένες διατάξεις, ώστε να είναι τακτοποιημένοι μαζί της, και όχι οι πιστοί που ζουν την Εκκλησία ως γεγονός προσωπικής τους ενώσεως με τον Θεό και πραγματικής αποκτήσεως της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος.

 


Από το βιβλίο του Αρχιμ. Τύχωνος, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα:

« Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

 




.....Εις την Ευρωπαϊκήν Δύσιν ο Χριστιανισμός μεταβάλλετο βαθμιαίως εις ουμανισμόν. Επί πολύν καιρόν και επιμόνως εστένευον τον Θεάνθρωπον και εις το τέλος εσμίκρυναν Αυτόν εις άνθρωπον: εις τον αλάθητον άνθρωπον της Ρώμης, και τον ουχί ολιγότερον αλάθητον άνθρωπον του Βερολίνου. Ούτω πως ενεφανίσθη αφ’ ενός μεν ο δυτικός χριστιανικο-ουμανιστικός μαξιμαλισμός (ο παπισμός), ο οποίος από τον Χριστό αφαιρεί τα πάντα, και αφ’ ετέρου ο δυτικός χριστιανικο-ουμανιστικός μινιμαλισμός (ο προτεσταντισμός), ο οποίος από τον Χριστό ζητεί το ελάχιστον, συχνά Δε και τίποτε.
Και εις τους δυο ως υψίστη αξία και ως έσχατον κριτήριον τίθεται ο άνθρωπος εις την θέσιν του Θεανθρώπου. Επιτελέσθη ούτως η θλιβερά διόρθωσις (correctio) του Θεανθρώπου, του έργου Του, και της διδασκαλίας του.



Από το βιβλίο του Ιουστ. ΠΟΠΟΒΙΤΣ

« ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΗΡ 1987

 



«...Στον τόπο μου η Εκκλησία ήτανε πάντοτε μια κατάφαση στον κόσμο και την ορατή του πραγματικότητα, μια καινούργια ζωή και όχι μια καινούργια θρησκεία. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία με τον Θεό δεν γινότανε με ιδέες και Μεταφυσική, αλλά μέσα από τη σωστή σχέση με τον κόσμο. Πράξη κοινωνίας με τον Θεό ήτανε η συγκομιδή των καρπών και το χτίσιμο του σπιτιού και το άνοιγμα του πηγαδιού και η σπορά και το καινούργια σκαρί στη θάλασσα- η καθημερινή δουλειά, η σωστή χρήση του κόσμου, η πρόσληψη του κόσμου ως ευλογίας του Θεού και η ιερατική από τον κάθε άνθρωπο αναφορά του κόσμου στο Θεό. Τέτοια είναι η θρησκευτικότητα του τόπου μου, που συγκεφαλαιώνεται στη λειτουργία και μεταβάλει τη σχέση με τον κόσμο σε Ευχαριστία...........»



Από το βιβλίου του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
«ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΔΙΨΑ»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΗ 1981

 




...Υπομένει ο Θεός, ως άνθρωπος πού ήταν, τους εμπτυσμούς και τους κολαφισμούς, για να καθαρισθεί και να λάμψει στο αρχέγονος κάλλος του ο άνθρωπος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πιλάτος τη Μ. Παρασκευή, δείχνοντας τον ταπεινωμένο Θεό, αναφωνεί το αποκαλυπτικό: « Ίδε ο άνθρωπος».
Ακόμα περισσότερο, ο Θεός συγκαταβαίνει, πεθαίνει αληθινά και πραγματικά ως άνθρωπος πραγματικός πού ήταν, και αφού ήταν Θεός, ανασταίνεται. Και έτσι μέσα στο Χριστό ανασταίνεται ο άνθρωπος. «Χριστός ανέστη εκ νεκρών......τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Ο σκοπός συνεπώς για τον οποίο πεθαίνει ο Θεός, γίνεται έτσι φανερό, ότι είναι η ανάσταση του ανθρώπου. Και αυτό ακριβώς το σκοπό θέλει να κάνει φανερό και να πιστοποιήσει ο Κύριος, όταν λίγες μέρες πριν από το θάνατό Του περνάει από τη Βηθανία και ανασταίνει το Λάζαρο............

 


Από το βιβλίο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ

ΑΚΡΙΤΑΣ 1984

 

 


...Το κοσμικό κράτος, ως κοινωνία ανθρώπων, «δοξαν παρ’ αλλήλων λαμβάνοντες» δίνουν τίτλους και αξιώματα και θέσεις πολύ συχνά με σκοπιμότητα απώτερη ή προσεχή, π.χ. πολιτική, κομματική, διπλωματική και όποιας άλλης λογής, για ν’ ανεβάσουν ψηλά ημέτερους και να ματαιώσουν τη δύναμη των κατεχόντων την εξουσίαν και για να έχουν όργανα ειδικωτέρων ή γενικωτέρων επιδιώξεων ή για να ανταποδώσουν παλιότερο ρουσφέτι, καθώς και για χίλιους δυο άλλους σχετικούς λόγους. Αλλά και το αντίθετο μπορεί να επιδιώκει η κοσμική εξουσία. Δίνεται π.χ. τίτλος ηχηρός σ’ έναν που δεν ικανοποιεί πια τους σκοπούς και τα σχέδια των κρατούντων. Ο εν λόγω φεύγει από μια νευραλγική θέση κλειδί και γίνεται αξιωματούχος «κ. τάδε», που εκτός από το φανταχτερό του τίτλο δεν διαθέτει τίποτα άλλο πια. Το ξέρει βέβαια και ο ίδιος αυτό, αλλά τόσο αυτός όσο και οι άλλοι παίζουν θέατρο για τα μάτια των πολλών, για να κρατηθούν τα προσχήματα. Και όταν κάποτε αλλάξουν τα πράγματα, τότε βλέπουμε οι πολλοί τι βρισκόταν στην πραγματικότητα πίσω από τις γελαστές μάσκες και κάτω από τους βροντερούς αλλά κούφιους τίτλους.
Δε βλέπουμε τέτοιες αντιστοιχίες και στον εκκλησιαστικό χώρο;.........



Από το βιβλίο του π. Ευς. Βίττη

«ΕΠΙΨΑΥΣΕΙΣ ΑΚΡΩ ΔΑΚΤΥΛΩ»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΥΡΝΑΡΑ.

 




...Απ’ αυτόν που δίδει αγωγή απαιτείται γνώση και θυσία. Η Εκκλησία ούτε αφήνει τον άνθρωπο άθικτο κολακεύοντας τα πάθη του, ούτε εκνευρίζει άσκοπα με στείρες εντολές που αποβλέπουν σε εφήμερες επιτυχίες και καταστρέφουν τη φύση του. Γνωρίζει τις αδυναμίες και την αρρώστια του ανθρώπου. Ξέρει ότι ο άρρωστος έχει ανάγκη φροντίδος και όχι επιτιμίου. Επεμβαίνει διακριτικά και σωτήρια, ακόμη και όταν η επέμβαση είναι φοβερά επώδυνη. Ο Κύριος δεν έντυσε τον άρρωστο της γης των Γαδαρηνών με εντολές ούτε με απειλές. Αυτός όχι μόνο τα ρούχα του έσχιζε αλλά και τις αλυσίδες έσπαζε. Τον απάλλαξε από τον «λεγεώνα». Και αμέσως μετά κάθισε δίπλα του, ιματισμένος και σωφρονών.
Αυτή είναι ανέκαθεν η δύναμη, η αγωγή και η συμπεριφορά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Βλέπει βαθιά τα πράγματα. Έχει τη διάκριση των πνευμάτων και τη δύναμη της αγάπης.........
 


ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ:

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΜΑΣ

1984

 

 


Αδούλωτο πνευματικά το Φανάρι αποτελεί και σήμερα, όπως άλλωστε πάντοτε μέσα στην ιστορία, μια πραγματικότητα λογικά ανεξήγητη, μια πραγματικότητα που κρίσιμα σημαδεύει- συνειδητά ή υποσυνείδητα – τη ζωή όλων μας, σχετικών και ασχέτων, επειδή ακριβώς φανερώνει μια τραγωδία: τη Μάνα εκείνη που έχοντας χάσει μέσα από τις παράξενες ιστορικές συνθήκες τα δικά της σαρκικά παιδιά, γίνεται στοργική Μάνα για τα παιδιά όλου του κόσμου, διδάσκαλος φιλάνθρωπος, ποιμένας αγαθός για όλη την Οικουμένη.
Το Πατριαρχείο με κάθε του διάλογο σιωπά και με τη σιωπή του συνδιαλέγεται. Το Πατριαρχείο φανερώνει τον αληθινό δρόμο, αφού ζει ουσιαστικά το Παύλειο «ουκ εχομεν ωδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν».
Και ξέρει καλά το Πατριαρχείο πως ελευθερία και ψωμί – κάθε είδους ψωμί – είναι δυο πράγματα ασυμβίβαστα. Γι’ αυτό ακριβώς και θυσιάζει το δεύτερο για χάρη της πρώτης...



Από το βιβλίο του Τάσου Μιχαλά

«ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ»

ΑΘΗΝΑ 1984



 


Υπάρχουν ορισμένοι τόποι ιεροί και άγιοι. Ιεροσόλυμα, Σινά, Πάτμος, Κωνσταντινούπολις. Αυτοί οι τόποι διαφέρουν απ’ όλους τους άλλους. Εδώ δεν χωράει ο σκέτος τουρισμός. Ο τύπος του τουρίστα με την πολύχρωμη βερμούδα και την φωτογραφική μηχανή περασμένη στο λαιμό και σε συνεχή κίνηση, δεν έχει θέση εδώ. Και συγκεκριμένως στην Πόλι. Ο χώρος αυτός προκαλεί δέος. Είναι τόπος καθαγιασμένος. Είναι τόπος αναμνήσεων. Είναι τόπος μαρτύρων. Ο Βόσπορος και η θάλασσα του Μαρμαρά, ο Κεράτιος όλος, κατά το φαινόμενον είναι γαλάζιοι. Τα νερά τους είναι κόκκινα από αίματα νεομαρτύρων. Η γη, το χώμα της πόλης είναι ζυμωμένο με τα αίματά τους.



Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Δοσιθέου

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΙΩ ΟΛΟ ΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ»

 ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΑΤΑΡΝΗΣ 1999.


 



...Η ελληνική παιδεία, στα ουσιώδη της, αφορά τα θεία και ανθρώπινα πράγματα, δηλ. την απόλυτη αλήθεια, όπως βέβαια την συνέλαβε και ανέπτυξε το ελληνικό κλασικό πνεύμα. Με την περιεκτική αυτή έννοια είναι συνώνυμη με τον πολιτισμό, την παράδοση, το ήθος, και τις ύψιστες πνευματικές αξίες και αρχές. Συνεπώς η ελληνική παράδοση περί της παιδείας δεν είναι θεωρητική υπόθεση, αλλ’ αυτή η ιστορική και πνευματική ταυτότητα του Ελληνισμού, που ενσαρκώθηκε ως θεωρία και βίωμα στη μακρόχρονη ιστορική του διαδρομή. Η παιδεία αυτή δεν είναι απλούν σύνολο αφηρημένων ιδεών, αλλά η ελληνική ιστορία εις την συγκεκριμένην πραγματικότητα του βεβιωμένου πεπρωμένου. Είναι ο τρόπος ζωής και σκέψεως, η ιδιομορφία του έλληνος ανθρώπου, που έγινε η πηγή και ο θησαυρός του σύγχρονου παγκόσμιου πολιτισμού.

 



Από το βιβλίο: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΠΡΟΤΑΣΗ ΖΩΗΣ.

ΑΚΡΙΤΑΣ 1993.
 




…..Δεν ξέρω αν έτυχε ποτέ να διαβάσετε κάτι για τους περίφημους «αοιδούς» της ομηρικής εποχής, τους περιπλανώμενους εκείνους παραμυθάδες που στις δημόσιες πλατείες και τα ανάκτορα τα βασιλικά απήγγελαν με στόμφο και ύφος τους άθλους των ηρώων και των θεών. Διηγούνταν μύθους, απήγγελαν ποιήματα, τραγουδούσαν τραγούδια, ρητόρευαν και ασκούσαν μια άμεση γοητεία και επιρροή πάνω στον κόσμο που κυριολεκτικά κρεμόταν απ’ τα χείλη τους. Τα όσα έλεγαν είχαν μια δόση υπερβολής, όμως μέσα από τις λεκτικές τους ακρότητες πετύχαιναν πάντα να μεταδώσουν ιδέες και να εμφυτεύσουν μηνύματα σ’ όσους τους παρακολουθούσαν.
Θυμήθηκα τους «αοιδούς» της ομηρικής εποχής στο Άγιο Όρος. Μόνο που αυτοί εδώ δεν ήσαν παραμυθάδες με ρητορεία, που μιλούσαν και διαφήμιζαν τα κατορθώματα των ηρώων και των θεών, αλλά απλοϊκοί και αγράμματοι καλόγεροι που έρχονταν δίχως προσχήματα και ντροπή να σου πουν ότι ο άνθρωπος στον πνευματικό του αγώνα παλεύει εξίσου με το δαιμονικό και το θείο στοιχείο και συνεπώς είναι ψεύτης κι ανέντιμος όποιος δεν αναγνωρίζει και δεν μιλά ανοιχτά γι’ αυτή την αλήθεια. Είναι υποκριτής και απλώς αρέσκεται σε καθησυχαστικές αυταπάτες εκείνος που θα ισχυριστεί ότι στη ζωή του συνεχώς αγωνίζεται να κατακτήσει την αρετή κι ότι σ’ αυτόν τον αγώνα του δεν διασταυρώνεται τραγικά και αδιάκοπα με την πτώση.



Από το βιβλίο του ΤΑΣΟΥ ΜΙΧΑΛΑ:

ΑΘΩΣ- ΟΡΟΣ ΑΓΙΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ

ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ- 1980
 

 


...Η νηστεία λοιπόν σύμφωνα και με την αυθεντική μαρτυρία της άγιας νιπτικής εμπειρίας ως ενσυνείδητη προσωπική ενέργεια και βίωση μέσα σε ένα πλαίσιο πνευματικού αγώνα και εσωτερικότητας οδηγεί στην υπέρβαση του χρόνου και στην ταυτόχρονη εισβολή και προσπέλαση στο «χώρο» του αχρόνου, στην απρόσιτη αλλιώς περιοχή του πνεύματος. Έτσι εξηγείται, γιατί δεν έλειψε η νηστεία ποτέ από το πρόγραμμα της πνευματικής άσκησης μέσα στην ορθόδοξη πνευματικότητα, όπου η νηστεία δεν είναι απλή ασιτία και αρνητική στάση έναντι του σώματος, αλλά μια κατάφαση στον όλο άνθρωπο, όπου τα πρωτεία πρέπει να έχει το πνεύμα, και γι αυτό κατάφαση και στην αιωνιότητα.

Έτσι εξηγείται ακόμη, γιατί η νηστεία βρίσκεται πάντα σε αδιάσπαστη συζυγία με την προσευχή ως «κατάστασιν», ήγουν «έξιν απαθή, έρωτι ακροτάτω εις ύψος νοητόν αρπάζουσαν τον φιλόσοφον νουν», με άλλα λόγια στο χώρο της αιωνιότητας, όπου ο ίδιος ο Θεός. Η κατάφαση αυτή ακριβώς οδηγεί και διά της νηστείας στην υποταγή πιά «της σαρκός συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις αυτής» στους νόμους της αιωνιότητας καθιστώντας τον άνθρωπον επίγειον άγγελο και ουρανοπολίτη από τώρα κιόλας, ενώ ακόμα βρίσκεται στην περιοχή της «χωρικότητας» και χρονικότητας……..

 


Αριμ. Ευσεβίου ΒΙΤΤΗ : ΕΠΙΨΑΥΣΕΙΣ ΑΚΡΩ ΔΑΚΤΥΛΩ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΥΡΝΑΡΑ 1996

 




Ό Σταυρός είναι ή οδός, πού ο Θεός διάλεξε για να έρθει στους ανθρώπους και οι άνθρωποι να πάνε στο θεό· να αναζητήσει τον εαυτό Του (την εικόνα Του) στους ανθρώπους και οι άνθρωποι να ξαναβρούν τον εαυτό τους (το αρχέτυπο τους) στο Θεό. Πρόκειται πραγματικά για μια κρυμμένη περιπέτεια, μια οδό οδύνης, Οδό επίπονη και τραγική, αλλά αληθινή και αυθεντική, όταν ο θεός είναι θεός αληθινός και Σωτήρας μοναδικός στο Σταυρό του και οι άνθρωποι φτάνουν ενσυνείδητα με την οδύνη, αίροντας το σταυρό τους, στο Θεό.

Ό Θεός βέβαια στο Σταυρό αυτοαποκαλύπτεται και αυτοπαραδίνεται ως Θεός αδύνατος και ανυπεράσπιστος, πτωχός και επαίτης. Αυτή ακριβώς είναι ή «μωρία» και το «σκάνδαλο», το μέγα παράδοξο και ο μέγας πειρασμός για την ανθρώπινη ευσέβεια και τον ανθρώπινο λόγο. 'Αλλά αυτό είναι και ή «σοφία» και το «θαύμα» του Θεού, ή μαρτυρία και ή ελπίδα του τι μπορεί να κατορθώσει ή «δύναμη της θεότητας». εκείνη πού ανοίγει ένα διέξοδο στο αδιέξοδο και κάνει δυνατή την ελπίδα στην απόγνωση. Πρόκειται για μυστήριο ακατάληπτο και φοβερό, πού δεν προσδιορίζεται, αλλά προσδιορίζει, πού δεν καταργεί, αλλά απελευθερώνει, πού δεν αναιρεί, αλλά σώζει όλη την ιστορία, ανοίγοντας την στις αδιάφθορες, έσχατολογικές προοπτικές της.

Ό Σταυρός του Χριστού είναι το μυστήριο τής «αήττητης αδυναμίας του Θεού» ή της «άπειροδύναμης αγαθότητας της θεαρχικής ασθένειας». Ό Θεός είναι απειροδύναμος και αήττητος στο πάθος και την αδυναμία της αγάπης του, πού τελειώνεται στο Σταυρό και εκφράζεται με το Σταυρό. Ό Χριστός με το Σταυρό έρχεται να φανερώσει και να βεβαιώσει ότι ή ανθρώπινη φύση γεννήθηκε μέσα στον πόθο της τριαδικής αγάπης και σώζεται μέσα στο πάθος της τριαδικής αγάπης. Ό Σταυρός είναι το μέγα μυστήριο της θείας φιλανθρωπίας, το ενέχυρο της θείας, ευσπλαχνίας και σωτηρίας, ή πιο γήινη και ψηλαφητή εικόνα του ουράνιου σταυρού της αγάπης. Η αγάπη είναι ή κατάλυση του θανάτου και ο θρίαμβος της ζωής.

 

Ό Σταυρός είναι ή αγαπητική απάντηση του Θεού στην τρέλα του ανθρώπου να διαλέγει το θάνατο, η απελευθερωτική εξουσία του Χριστού πάνω στην παράσιτη εξουσία του Πονηρού, εξουσία θανάτου. Για τούτο και προσκυνείται ως το φοβερό και υπερένδοξο μυστήριο θριάμβου και αναστάσεως, χαράς και δόξας, νίκης και αθανασίας, αγάπης και ζωής, σωτηρίας και Βασιλείας, πασχάλιας ευφροσύνης και ιστορίας θριαμβευτικής: «Δεύτε προσκυνήσομεν το της ζωής ημών πρόξενον, πεφηνώς ξύλον σήμερον. Χριστού του Θεού ημών, τον Σταυρόν, δι’ ου περ θάνατος ετρώθη, και ή άνάστασις ημών τοις έπταικόσιν έκαινουργήθη σαφώς, τω ρυσαμένω κράζοντας· ο δι’ ημάς εκουσίως παθών, ίνα σώσης τα σύμπαντα, ο θεός ημών δόξα σοι».


…Όποιος αγαπά το Θεό έχει ελεήμονα καρδιά και σπλαχνίζεται τον πλησίον για τον πόνο του, είτε αυτός είναι πνευματικός είτε υλικός. Για τους μεν πνευματικούς πόνους του πλησίον προσεύχεται και με λόγια παραμυθίας προσπαθεί να παρηγορήσει τον άνθρωπο. Για τους δε υλικούς βοηθά όσο μπορεί και προσφέρεται ακολουθώντας το παράδειγμα του Ιησού, ο οποίος προσέφερα τη ζωή Του για να ελεήσει τον πεπτωκότα άνθρωπο. Αυτός πού δεν αγαπά ειλικρινά παρηγορεί ψεύτικα τον πλησίον και σαν λιποτάκτης επιδέξια εξαφανίζεται όταν πρόκειται για υλική βοήθεια. Δεν είναι γνώρισμα αυτών πού αγαπούν το να μένουν στα λόγια και να αποφεύγουν τα έργα. Ό Χριστός στον νεανίσκο του Ευαγγελίου είπε «δεύρο ακολουθεί μοί», αλλά προτού πει αυτό του έδωσε την εντολή «πώλησον τα υπάρχοντα σου και διδος πτωχοίς» Αυτό σημαίνει ότι για να ακολουθήσουμε το Θεό πρέπει να είμαστε απελευθερωμένοι από τα υπάρχοντα μας, δηλαδή τον πλούτο και την ύλη, και ή απελευθέρωση αύτη έρχεται μόνον όταν τα διαθέσουμε σε αυτούς πού τα έχουν ανάγκη. Οποίος αγαπά το Θεό προσπαθεί να τηρεί το νόμο του Θεού, γιατί με ποιόν άλλο τρόπο θα δείξουμε την αγάπη μας στο Θεό παρά με το σεβασμό και την τήρηση των εντολών Του.



Από το βιβλίο του π. Μακαρίου Γρινιζάκη :
«Παράκλησις των θλιβομένων»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΝ»
Θεσσαλονίκη 2001.







 

...Ή πορεία του συγχρόνου ανθρώπου είναι λοιπόν πορεία ματαίωσης και όχι, πραγμάτωσης της ζωής. Ο ευδαιμονισμός μας παίρνει ασύγκριτα περισσότερα, απ’ όσα μας δίνει. Μας παίρνει το πάν. Την ψυχή, το νόημα, μας δίνει το μηδέν, φευγαλέες ικανοποιήσεις. Μας μετατρέπει σε δούλους, αφού τίποτε δεν υποδουλώνει τον άνθρωπο πιο πολύ από το "πολλών δείσθαι"". Μηδενισμός, κυνισμός, φόβος και δουλικότητα γίνονται τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου του "Εχειν". "Είμαστε μία κοινωνία ασύλληπτα δυστυχισμένων ανθρώπων: μοναχικοί, αγχώδεις, καταπιεσμένοι, καταστροφικοί, εξαρτημένοι. Ή ζωή του "τρισδυστυχισμένου" μοντέρνου ανθρώπου είναι, κατά τον Φώτη Κόντογλου, ζωή "αποστειρωμένη ... από κάθε ζέστα της καρδίας", ή ψυχή του είναι "νεκρή ψυχή, το λημέρι του Θανάτου"". Δεν είναι τυχαίο ότι ό Victor Franki ό πατέρας της λογοθεραπείας, θεωρεί την απουσία νοήματος, το λεγόμενο "υπαρξιακό κενό", ως ένα "πλατιά διαδεδομένο φαινόμενο του εικοστού αιώνα"", ως τη "συλλογική νεύρωση" της εποχής μας.
Την άλλη όψη του αύτοθαυμασμού και της αυτοαποθέωσης του μεθυσμένου από τη δύναμη του σύγχρονου ανθρώπου αποτελεί ή απόρριψη του νοήματος του πόνου, ή δαιμονοποίηση και δυσφήμιση του θυσιαστικού και σταυρικού ήθους, της άσκησης. Σε συγχορδία με ψευδοεπιστημονικές δυνάμεις ο ευτυχισμός στηλιτεύει την άσκηση, ως παρά φύσιν ζωή, ως καταπίεση και αλλοτρίωση. Τόσο διάχυτο είναι σήμερα το άντιασκητικό πνεύμα, ώστε παρασύρονται και αξιόλογοι στοχαστές………



Από το Συλλεκτικό Τόμο:
«Η Ορθοδοξία ως πρόταση Ζωής»
ΑΚΡΙΤΑΣ 1993.



 



...Πόσο θεωρητικοί είμαστε στην πίστη οι Χριστιανοί: Πόσο περιμένουμε απ' τους άλλους να υποδείξουν λύση στα δικά μας προβλήματα τη στιγμή πού τη λύση των προβλημάτων την κρατάμε οι ίδιοι στα χέρια μας;» Ρώτησα τον ασκητή να μου πει αν τον κουράζουν οι συχνές επισκέψεις ανθρώπων από τον κόσμο κι εκείνος απάντησε: «Ό καλόγερος πρέπει συνέχεια να μοχθεί. Δε με κουράζουν οι άνθρωποι. Με συγκλονίζει το ότι πολλοί χριστιανοί δεν είναι σε θέση να καταλάβουν μια πολύ απλή αλήθεια: Όλοι εμείς εδώ στο Άγιο Όρος δεν είμαστε Άγιοι και δεν κάνουμε θαύματα, αλλά αμαρτωλοί πού φύγαμε απ' τον κόσμο από επιθυμία να ζήσουμε μια λιγότερο «χαμοζωή και δουλοζωή». Πολλοί έρχονται εδώ και άλλοι μου γράφουν περιμένοντας να τους δώσω εγώ λύση στα προβλήματα πού οι ίδιοι αντιμετωπίζουν. Ό ένας θέλει να του πω αν το κορίτσι πού γνώρισε κάνει γι' αυτόν και αν πρέπει να το παντρευτεί. Ό άλλος ρωτάει πάσο παιδιά έχει καθήκον να κάνει ο χριστιανός. Άλλοι ζητούν να τους πω αν είναι αμαρτία θανάσιμη να πάρουν αντίδωρο όταν έχουν πιει ένα ποτήρι γάλα και άλλοι ρωτάνε αν υπάρχουν στο Άγιο Όρος βότανα πού θεραπεύουν αποτελεσματικά τη στειρότητα. Πολλά προβλήματα έχει ο κόσμος... Φοβερές οι προλήψεις και οι προκαταλήψεις στις όποιες πιστεύει... Δύσκολο πράγμα να πείσεις τον άλλον πώς στο Άγιο Όρος δεν υπάρχουν μάγοι και θαυματοποιοί, αλλά αμαρτωλοί πού ψάχνουν να βρουν το Θεό με μετάνοια, νηστεία και προσευχή...».
Ανεβαίνοντας από τα Καρούλια στα Κατουνάκια, είδα στην άκρη του δρόμου μια πινακίδα πού έγραφε: «Μην ενοχλείτε. Δεν δέχομαι επισκέψεις». Μου φάνηκε στ' αλήθεια παράξενο και το θεώρησα καυτερή ειρωνεία γιατί παρόμοιες επιγραφές δεν είναι καθόλου συνηθισμένες στο Άγιο Όρος όπου ή φιλοξενία παρέχεται στον καθένα με τρόπο αβραμιαϊο και όπου οι πάντες — ακόμα και οι αιρετικοί και οι αλλόθρησκοι — είναι ευπρόσδεκτοι στο τραπέζι των μοναχών, θέλησα να μάθω ποιος είναι ό συντάκτης αυτών των απωθητικών λέξεων και τι ήταν εκείνο πού τον έκανε έτσι δημόσια, ανοιχτά καί με τρόπο ελάχιστα παρηγορητικό να δηλώσει πώς ή επαφή με τους κοσμικούς του δημιουργεί πανικό κι αλλεργία. Γιατί τάχα να πίστευε πώς συνιστούσε κακούργημα και πράξη ανόσια το να περάσει το δικό του κατώφλι κάποιος πού ζει μέσα στον κόσμο και του οποίου ή στολή της ψυχής είναι συγκαλυμμένη από αδυναμίες και πάθη;
Περίμενα ώρα πολλή για να δω τον γέροντα ασκητή τον Κατουνακιώτη. Οι υποτακτικοί του «ορκίζονταν» πώς ο γέροντας είναι πολύ άρρωστος και δεν δέχεται επισκέψεις. Τελικά, μπόρεσα να μιλήσω μαζί του σε μια στιγμή πού βγήκε από το σπίτι για να πάει στην τουαλέτα πού βρισκόταν λίγα μέτρα κάτω απ' το δρόμο. Ψηλός, κάτασπρος, γεροδεμένος, ασκητικός και καλωσυνάτος, ακέραιος από την επιδρομή του χρόνου, άφθαρτος και αλώβητος από την επέλαση του κομφορμίστικου συμβιβασμού καί του ιδεαλισμού, το 'βλεπες καθαρά πώς πάνω του είχε κάτι το εξωγήινο και το υπέροχα ζηλευτό πού τον διαφοροποιούσε από την υπόλοιπη άκτιβιστική οικουμένη και τον περιφρουρούσα από την ανθρώπινη ματαιότητα.

Ερώτηση: Μερικοί λένε πώς είσαστε Άγιος και ότι στο Όρος εύκολα συναντάει κανείς τέτοιους Άγιους. Είναι αλήθεια;
Απάντηση: Αλίμονο από τους Αγίους πού ή φήμη τους έφτασε στην Αθήνα. Υπάρχουν πραγματικοί Άγιοι πού βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τις πολυκατοικίες και τα χωριά. Έτυχε να γνωρίσω πολλούς τέτοιους Άγιους πού ζούνε στον κόσμο.

Ερώτηση: Ενώ στο Άγιο Όρος ή φιλοξενία είναι κανόνας, σεις έχετε βάλει έξω από το σπίτι σας πινακίδα με την οποία προειδοποιείτε τους ξένους ότι οι επισκέψεις σας ενοχλούν. Είναι αυτό χριστιανικό;
Απάντηση: Εγώ δεν είμαι καλός χριστιανός. Πιστεύω όμως πώς ή αλήθεια πρέπει να λέγεται ανοιχτά. Δεν με κουράζουν οι άνθρωποι των οποίων κι εγώ με τον τρόπο μου ζω τα προβλήματα πού αντιμετωπίζουν. Με στενοχωρεί όμως αφάνταστα, όταν βλέπω ανθρώπους να θεοποιούν συνανθρώπους τους και χριστιανούς να απαιτούν από σένα να γίνεις κοσμοδιορθωτής. Δεν βρίσκομαι σε σχέση εχθρότητας με τους ανθρώπους πού περνούν από δω αλλά κάτι πού ο ίδιος χρειάζομαι και πού ίσως κι αυτοί για το ίδιο να ψάχνουν, είναι ή σιωπή και ή ησυχία.

Ερώτηση: Ναι. αλλά αν αυτό πού κάνετε σεις το κάνουν όλα τα μοναστήρια, οι σκήτες και τα κελιά, τότε οι προσκυνητές θα βρεθούν ξαφνικά μέσα στο δρόμο. Είναι αυτό σωστό;
Απάντηση: Δέστε τα πετεινά τ' ουρανού. Δε σπέρνουν και δε θερίζουν κι όμως ο θεός δεν τ' αφήνει ποτέ να χαθούν. Είναι ποτέ δυνατό να γίνει διαφορετικά με τον άνθρωπο;

Στην ερώτηση, αν το κήρυγμα της Εκκλησίας στον τόπο μας, σήμερα, διατηρεί το βαθμό παραγωγικότητας πού θα έπρεπε, δεν πήρα απάντηση γιατί ο ασπρομάλλης αναχωρητής πού μια ζωή τώρα θητεύει στην άσκηση και τη σιωπή, μου 'κανε νόημα πώς έπρεπε να πηγαίνω. Δεν με κέρασε τσίπουρο, δεν μου 'δωσε καφέ και λουκούμι, δεν μου 'πε καν να μπω μέσα για να ξαποστάσω λιγάκι. Ωστόσο. Έφυγα δίχως την παραμικρή δυσφορία και δίχως αισθήματα ανασφάλειας για το δρόμο πού είχα ακόμα μπροστά μου να διανύσω και το σκοτάδι πού είχε αρχίσει ανεξιχνίαστα να φουντώνει στις γύρω πλαγιές. Έφυγα με την ικανοποίηση και τη σιγουριά πώς ήταν άνθρωπος άλλης απόχρωσης τούτος 'δω ο καλόγερος πού θέλει να ζει ξεχασμένος στα Κατουνάκια…

 



Από το βιβλίο του ΤΑΣΟΥ ΜΙΧΑΛΑ
«ΟΡΟΣ ΑΓΙΟ-ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ»






 


Σάββατο της 23ης Φεβρουαρίου.
Η ώρα είναι 4η απογευματινή. Η καμπάνα τού Πατριαρχικού Ναού σημαίνει.
Κατέρχεται ο Πατριάρχης. Με επανωκαλύμανχο και ένα εγκόλπιο. Σταματά στον νάρθηκα. - Ανάβει κερί καθαρό στο μανουάλι. Προσκυνεί τις εικόνες. Εισέρχεται στον ναό. Χωρίς μανδύα, χωρίς πατερίτσα. Ποιεί σχήμα προ της Ωραίας Πύλης και ανέρχεται στο Παραθρόνιο. Οι χοροί δεν ψάλλουν το <<εις πολλά έτη δέσποτα>>. Αυτό το ψάλλουν μόνον όταν εισέρχεται ο Πατριάρχης μετά μανδύου και πατερίτσας και χοροστατεί από τού θρόνου. Κι’ αυτό γίνεται σε γιορτές επίσημες, δεσποτικές. Οι ψάλται απλώς στρεφόμενοι προς τον Πατριάρχη, <<ποιούσι σχήμα>> ήγουν υποκλίνονται.
Ο ιερεύς ποιεί <<ευλογητόν>> και ο Πατριάρχης αναγινώσκει χθαμαλή τη φωνή τον Προοιμιακόν Ψαλμό. <<Ευλόγει η ψυχή μου τόν Κύριον, Κύριε ο Θεός μου - εμεγαλύνθης σφόδρα». Σαν τελειώσει ο Ψαλμός άρχονται τα <<ειρηνικά>> υπό τού διακόνου. Στο <<υπέρ τού Αρχιεπισκόπου ημών Βαρθολομαίου>> ο διάκονος στρέφεται προς τον Πατριάρχη και υποκλίνεται. Τούτ’ αυτό πράττουν ο ιερεύς από τής Ωραίας Πύλης και οι ψάλται αμφοτέρων των χορών. Αντί τού <<εις πολλά έτη δέσποτα>> αντηχεί ένα απλούν <<Κύριε ελέησον>> από τον δεξιό χορό. Μετά την εκφώνησι τού ιερέως <<ότι πρέπει σοι πάσα δόξα>> ακούεται στεντόριος η φωνή <<Κέλευσον, δέσποτα άγιε, ήχος πλάγιος τού πρώτου. Είναι η εξαίτησις ευλογίας παρ’ ενός αναγνώστου εκ των δύο οι οποίοι την στιγμήν αυτήν ίστανται καταντικρύ τού Πατριάρχου.
Μετά την Πατριαρχική ευλογίαν και κέλευσιν ο δεξιός χορός άρχεται τού <<Κύριε εκέκραξα>>. Ψάλλονται πρώτον τα τέσσαρα στιχηρά τού πλ. Α’ <<Δια τού τιμίου Σου Σταυρού, Χριστέ, διάβολον ήσχυνας>>. Εις τον στίχον <<εάν ανομίας Παρατηρήσεις, Κύριε, Κύριε, τις υποστήσεται>> ο άρχων Πρωτοψάλτης ανοίγει τό Τριώδιον. Είναι τό ιερό αυτό βιβλίον τής Εκκλησίας που χαρακτηρίζει όλη τήν Εκκλησιαστική Περίοδο από τής σήμερον έως τής Παννυχίδος τού Μεγάλου Σαββάτου. Τριώδιον καλείται γιατί κατά τις καθημερινές τής Μ. Τεσσαρακοστής ο κανών έχει τρείς ωδές, ενώ οι κανόνες έχουν συνήθως οκτώ και σπανίως εννέα. Είναι βιβλίο κατανυκτικό που καλεί τούς πιστούς εις μετάνοιαν, συντριβήν, επιστροφήν. Είναι βιβλίον γραμμένο με τα δάκρυα τών αγίων Πατέρων μας. Είναι η διαχρονική προσφορά τους πρός τούς αμαρτωλούς πάσης εποχής, άρα καί τής δικής μας.
Ο ήχος αλλάσσει, δίνεται πρώτος. Τα ίσα είναι χαμηλά, κατανηκτικά. «Μή προσευξώμεθα Φαρισαϊκώς, αδελφοί. Ο γάρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται>>
Αρχή πάντων των κακών η υποκρισία και η υπερηφανεία. <<Κρείσον γάρ αμαρτάνοντα επιστρέφειν ή κατορθούντα επαίρεσθαι>>... <<Ταπεινωθώμην, συνεχίζει το τροπάριο, εναντίον τού Θεού τελωνικώς διά νηστείας κράζοντες << Ιλάσθητι ημίν ο Θεός τοίς αμαρτωλοίς>>.
‘Ερχεται τό δοξαστικόν εις ήχον πλάγιον τού τετάρτου <<Παντοκράτορ Κύριε, οίδα πόσα δύνανται τά δάκρυα. Είναι τροπάριον απ’ τή φύσι του, απ’ τα λόγια του κατανυκτικό. ‘Οταν όμως ψάλλεται από τόν ‘Αρχοντα Πρωτοψάλτη Λεωνίδα τον Αστέρη, που ο Θεός νά τόν δίνη υγεία - τότε δή τότε! Η συνείδησις ξυπνά, διεγείρει και ελέγχει. <<Εζεκίαν γάρ εκ τών πυλών τού θανάτου ανήγαγον. Τόν αμαρτωλόν εκ τών χρονίων πταισμάτων ερρύσατο. Τόν δέ τελώνην εδικαίωσαν>>.
Καί έρχεται η Κατακλείς. Η δέησις, η ικεσία <<και δέομαι, σύν αυτοίς αριθμήσας ελέησόν με>>
Γίνεται η είσοδος υφ’ ενός μόνον ιερέως μετά διακόνου. Ο Πατριάρχης αναγινώσκει τό <<Φώς ιλαρόν>> χύμα ως απαιτεί η αρχαία τάξις. Και μετά τα <<πληρωτικά>> τά πέντε αναστάσιμα απόστιχα τού πλαγίου πρώτου είναι η σειρά τώρα τού δοξαστικού των αποστίχων. Εις τον αυτόν ήχον: <<Βεβαρυμένων τών οφθαλμών μου από τών αμαρτιών μου, ου δύναμαι ατενίσαι καί ιδείν τόν αιθέρα τού ουρανού>>. Μόνη ελπίς ο Κύριος. Γι’ όλους γιά τόν Πατριάρχη μας, γιά τόν κλήρο, τούς μοναχούς, τόν λαό τού Θεού. <<Αλλά μετανοούντα με δέξαι ο Θεός καί ελέησόν με>>.
Ο εσπερινός σε λίγο τελειώνει. Ο Πατριάρχης κατέρχεται τού Παραθρονίου. Ποιεί τό σημείον τού Σταυρού τρίς υποκλινόμενος άμα προ τής Ωραίας Πύλης καί ηρέμα απυχωρεί. Αθορύβως. ‘Οπως και αθορύβως εισήλθε.
Είναι ημέρα ταπεινώσεως, περισυλλογής. ‘Ετσι γινόταν πάντα. Και στην Μεγάλη Εκκλησία με τούς τόσους καί τόσους κληρικούς, όπου <<κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε Παπάς και διάκος>>, καί στόν ταπεινό ναό τού Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι. Η Μήτηρ Εκκλησία ζή τήν ταπείνωσί της, ζή τήν απόρριψι κάθε υπερβολής. Την απόρριψη παντός περιττού. Ζει την Ορθοδοξία της. Ζή καί ανοίγει τό Τριώδιο. Καί θά τό ανοίγη γιά πάντα, έως σύ έλθη ώ απόκειται. Καί γιά πάντα, καί εις πείσμα πολλών………
Β ‘Υστερα από ένα σχεδόν αιώνα...
Η τελευταία Εκκλησία που χτίσθηκε στην Πόλι ήταν η τής Αγίας Τριάδος Χαλκηδόνος. Το 1909, αν δεν με απατά η μνήμη. Κατόπιν ήλθαν σαν χιονοστιβάδες τα γεγονότα. ‘Ολα άλλαξαν. Εκκλησίες που είχαν χτιστεί για τριακόσιες χιλιάδες ανθρώπους έμειναν με δυο - τρεις χιλιάδες. Ποιος θα διανοείτο να χτίση καινούρια. Εδώ ερειπόνονταν οι υπάρχουσες, νέες θά χτίζανε; ‘Ηλθε όμως κάποια άλλη εποχή. Η εποχή τής Πατριαρχείας Βαρθολομαίου. ‘Ολες οι Εκκλησίες ανεκαινίσθηκαν. Το ίδιο και στις όμορες μητροπόλεις Χαλκηδόνος, Δέρκων και Πριγκιπονήσων. Εκτός μιάς. Αυτή έμεινε ξεχασμένη. Είχε ερειπωθεί εντελώς. Ουσιαστικώς ήταν ανύπαρκτη. Είχε μείνη μόνον η ανάμνησις. Εδώ ήταν μιά παληά εκκλησία. Είχε και αγίασμα. Αρχαίο, βυζαντινό, βαθύ με στοά. Καταχωνιασμένο για πολλά πολλά χρόνια. Πάει κι αυτό όπως και τόσα άλλα... Αυτά τα είχα πληροφορηθή παλαιότερα από κάποιο σεβάσμιο λευίτη.
Πηγαίνοντας για Πόλι συναντώ στο αεροδρόμιο παλιό γνώριμο. Είναι Πολίτης γέννημα, θρέμμα. Απ’ τούς νέους, τούς δραστήριους. Είναι και επίτροπος στον ‘Αγιο Φωκά Μεσαχώρου (Ορτάκιοϊ). Καί μέ άλλους νέους τής ομογενείας κάνουν πολλά έργα.
<<Πήραμε ειδική άδεια απ’ τη κυβέρνηση καί ξαναχτίζουμε τον ναό τού Αγίου Γεωργίου στο κοιμητήριο τού Ορτάκιοι. ‘Ηταν εντελώς κατεστραμμένος και τον αρχίσαμε απ’ τα θεμέλια. Είναι μοναδική περίπτωσις να δίδεται τέτοια άδεια. Τον άκουσα με πολύ ενδιαφέρον. ‘Εμεινα όμως με την περιέργεια. Πρόκειται για εξ υπ’ αρχής οικοδομή ή απλώς για γωναία επισκευή; Κάτι με έτρωγε μέσα μου. Ασε θα δω.
Δευτέρα, 25η Φεβρουαρίου. Ψιλοχιονίζει. Παίρνω αμάξι (αραμπά τουρκιστί) και <<κατ’ ευθείαν>> για το Ορτακιόϊ. Κατ’ ευθείαν, τρόπος τού λέγειν δηλαδή. Ορτακιόι είπα στόν οδηγό. <<Ταμάμ>> μου απαντά και κατά τα Θεραπειά με πάει. Στο Σωσθένειον (Ιστινιέ) τό αντιλαμβάνομαι. Τον σταματώ. Είχε σκοπό να με πάει μέχρι και το Ρούμελη Καβάκ. Και εκεί θα μου πέταγε <<Νό πρόμπλεμ, παπαζ-εφέντη>>!
Τέλος φθάνω στον προορισμό μου. ‘Ενας καλός ομογενής νέο παιδί, ελπίς τής ομογενείας, μέ οδηγεί στό Κοιμητήριο. Μάς ανοίγει την σιδηρόπορτα ο φύλακας. ‘Ενας γέρων κεκυφής, ο μπάρμπα Γιώργος. Μένει μόνος μέσα στο νεκροταφείο. Μόνη παρέα ο γάτος και οι πεθαμένοι. <<Εδώ γεννήθηκα, μού λέγει, εδώ μεγάλωσα, εδώ θα πεθάνω>>. Ναι πράγματι! Ο ναός ανοικοδομείται εκ θεμελίων. Εκ βάθρων όπως λέγουν παλιές επιγραφές. Στεγάσθηκε κιόλας. Τώρα δουλεύουν στό δάπεδο καί τήν οροφή. Είναι μιά χαριτωμένη μονόκλιτη βασιλική, αρκετά ευρύχωρη. Καθάρισαν και το αγίασμα. Θα ξαναλειτουργήση σύντομα και θα αγιάζη τούς πιστούς. Τούς όποιους πιστούς. Και εμένα τον γράφοντα. ‘Αν ζήσω θά ξαναπάω να δω την Εκκλησία τελειωμένη. Να πάρω αγίασμα. Να συγχαρώ αυτούς τούς νέους ανθρώπους. Αυτούς τούς λίγους που κάνουν τόσα πολλά. Που κάνουν τόσα, όσα δεν έκαμεν άλλοτε οι πολλοί.

 


Αρχιμ. Δοσίθεος



 


Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
 


…Δέντρο από τούτο το ποτάμι κρατημένο, μορφή πού, μέσα από το πάθος της λευτεριάς και την αστραπή της δικαιοσύνης, ανυψώθηκε στους χώρους της απιθανότητας και του θρύλου, είναι κι ο Μακρυγιάννης. Με την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, με τη φωτιά της καρδιάς του, τη λάμψη του νου και τη σπαθιά του λόγου του, αποτελεί ένα παράδειγμα ολοκληρωμένης ζωής.


Ό Μακρυγιάννης, έτσι καθώς δείχνεται σ’ oλόκληρη τη ζωή του και όχι μονάχα από τη δική του απολογητική μαρτυρία, αλλά από τη γενικότερη Ιστορική θεώρηση του Εικοσιένα και της μετεπαναστατικής περιόδου, εκπροσωπεί και συμπυκνώνει τα αδρότερα, τα πιο αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά του Νεοέλληνα. Μέσα στην αδιάκοπη και δημιουργική αγρύπνια του για το Γένος, αστράφτει η πανάρχαιη λάμψη της Φυλής, αλλά και το πνευματικό υπόβαθρο της ιστορικής διάρκειας, ή φωτεινή εκείνη έκσταση πού χάρη σ' αυτήν ο άνθρωπος προωθείται στο θαύμα.


Μέσα του λουλουδίζει αδιάκοπα ή εθνική αυτογνωσία κι΄ ενεργεί με αποκαλυπτική και συγκλονιστική υπευθυνότητα. Με την πίστη πού έχει στο δίκιο και την αρετή, με την τόλμη πού τον διακρίνει, αλλά και τη θρησκευτική του εγρήγορση, κατορθώνει να πραγματοποιεί το μεγάλο έργο. Από τη βαθύτερη σύνδεση του με τις απροσδιόριστες ρίζες, άπ' όπου βλασταίνει ή ομορφιά και ή αλήθεια της ζωής, γνωρίζει πώς τίποτα πιο ακριβό δεν υπάρχει από τη λευτεριά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και θα πολεμήσει για τη διασφάλιση τους, με παραδειγματική συνέπεια, πού αγκαλιάζει ολόκληρη τη ζωή του.
Ή ανθρώπινη ελευθερία, εξ άλλου, δεν είναι στατικό φαινόμενο, ένα αποκτημένο ή προσφερόμενο αγαθό στην ιστορική μας πορεία. Είναι η αγωνία της κάθε στιγμής που πρέπει να πολεμάμε για να την κερδίζουμε. Είναι η αγωνία που μας επιτρέπει να μετέχουμε στο απροσμέτρητο μεγαλείο του βίου, προεκτείνοντας την προσωπική μας αυτοτέλεια μέσα στο χώρο του κόσμου και της αιωνιότητας.


Ο Μακρυγιάννης κυριαρχεί στο Εικοσιένα και κατοπινά, για τη παλληκαριά, τη δικαιοσύνη, την ανιδιοτέλεια, την ηθική έξαρση, την καλλιτεχνική ευαισθησία και τι φλογερό του πάθος για τη λευτεριά. Σήκωνε αδιάκοπα το λογισμό του από τις αδύναμες κι’ αρρωστιάρικες πηγές και τον ανύψωνε στα πεντακάθαρα και βουερά κεφαλάρια της ηθικής μας αυτογνωσίας. Έτσι παραδομένος μέσα στο θρύλο του Γένους που όλο τον ζέσταινε και τον πύργωνε μέσα του, στέριωνε το έργο του, έργο να λαμποκοπάει καθαροσύνη και απλότητα.

 

Μπροστά στη λευτεριά και την αλήθεια δεν λογάριαζε τίποτα, ούτε και το θάνατο, μια που αυτά τα δύο συγκροτούσαν τη λαχτάρα που τον έδενε με τη ζωή. Κι’ έτσι, με το έργο του το πολύτιμο και τον κοφτερό του λόγο, που μπαίνουν σαν την πιο καλόδεχτη κι’ ακριβή ανάσα δροσιάς στις καρδιές μας, ανυψώθηκε σε σύμβολο του Νέου Ελληνισμού, παράδειγμα ήθους και υπόδειγμα βίου………..



Από το βιβλίο του π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου
«Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
πατέρας και δάσκαλος του γένους».
Εκδοσεις ΑΚΡΙΤΑΣ-1984.







ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

...Ο μυστικός Δείπνος και ή Πεντηκοστή συνδέονται αχώριστα. Ο Παράκλητος κατήλθε αφού ο Υιός είχε δοξαστεί με το θάνατο του πάνω στο σταυρό. Εντούτοις είναι δύο διαφορετικά Μυστήρια, πού σχετίζονται βέβαια, αλλά διαφέρουν. Η ίδια διάκριση φαίνεται ότι είναι δυνατόν να ισχύσει και στους δύο βαθμούς της ιεραρχικής τάξης: ο επίσκοπος είναι υπεράνω του ιερέα, ο όποιος υπηρετεί την ενότητα ως διάκονος του μυστικού δείπνου, ενώ στον επισκοπικό βαθμό συνεχίζεται ή Πεντηκοστή. Μ' αυτή την έννοια, ο επισκοπικός βαθμός είναι κατ' εξοχήν αποστολικό υπούργημα. Κάθε δε τοπική Εκκλησία δια του επισκόπου της, ή ακριβέστερα εν τω επισκοπώ της περιλαμβάνεται στην ολότητα της καθολικής Εκκλησίας. Δια του επισκόπου της ενώνεται με τις πρώτες πηγές της χαρισματικής ζωής της Εκκλησίας, συνδέεται με την Πεντηκοστή.

 

 Ο επισκοπικός βαθμός είναι το υπούργημα της Πεντηκοστής. Η χαρισματική ενότητα της Εκκλησίας εξασφαλίζεται με την αποστολική διαδοχή, δηλαδή με την αδιάκοπη διαδοχή των ιερατικών χειροτονιών. Μ' αύτη τη διαδοχή κάθε κοινότητα, δια του ποιμένος της, ενσώματο-νεται στην οργανική ολότητα της Εκκλησίας. Η αποστολική διαδοχή δεν είναι πρωτίστως, ας πούμε, κανονικός σκελετός της Εκκλησίας. Δεν είναι μόνο ένα μέσο για να διασφαλίσει ενότητα οργάνωσης ή διοίκησης. Είναι πιο πολύ ένα χαρισματικό όργανο, πού εξασφαλίζει την ταυτότητα και ενότητα του ζωντανού σώματος. Δια μέσου των αιώνων η Εκκλησία μένει μία και η αυτή, Δια του υπουργήματος του Ιερατείου της και εν αυτώ. Με τη συνέχεια δε των χειροτονιών, ολόκληρη η Εκκλησία στερεώνεται στην ενότητα. Η συνέχεια αυτή είναι το μόνο μέσον για να πλησιάσουμε τη μοναδική πηγή της χαρισματικής ζωής και να αντλήσουμε εκεί τη ζωή που αποκαλύφθηκε μια για πάντα. Η επισκοπική διαδοχή δεν είναι εντούτοις μια μοναδική γραμμή, μια αλυσίδα. Είναι πιο πολύ δίκτυο γραμμών, οι οποίες ανέρχονται μέχρι το σύλλογο των Αποστόλων. Διότι κάθε επίσκοπος χειροτονείται για το υπούργημά του από πολλούς άλλους και εξ ονόματος όλων των επισκόπων.

 

Εκείνοι πού χειροτονούν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητα τους ως τοπικών επισκόπων, άλλ' ακριβώς ως σύλλογος πού αντιπροσωπεύει την ολότητα της Εκκλησίας, ολότητα πού περιλαμβάνει και το λαό των πιστών. Για το λόγο αυτό μόνον εν ενεργεία επίσκοποι μπορούν να χειροτονούν, δηλαδή εκείνοι πού πράγματι αντιπροσωπεύουν το ποίμνιο τους..



Από το βιβλίο: ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ.
Του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ -1999








ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ
 


...Ή ξαφνική «βλάβη», πού θάλεγε ό Durrenmatt, το απρόσμενο «λάθος» στην καλοασφαλισμένη οχύρωση της ευζωίας του ατόμου μέσα στην «κοινωνία της αφθονίας»: αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ή επάρατη αρρώστια, πού αποφεύγουμε και το όνομά της στις κουβέντες μας, κάποιο καρδιακό «επεισόδιο». Και ή πανοπλία της αυτάρκειας καταρρέει, ή γυμνότητα μας αποδείχνεται σπαραχτική. Ήταν τόσο χαρακτηριστικές όσες νεκρολογίες γράφτηκαν πρόσφατα για ένα λογοτέχνη πού αποδήμησε πρόωρα. «Πιο πεθαμένοι κι' απ' τον πεθαμένο», καθώς σχολίασε ένας φίλος τους νεκρολόγους. Γιατί ο θάνατος είναι σύμπτωμα της ζωής, ο άνθρωπος είναι κιόλας νεκρός όταν έχει εκούσια αρνηθεί τις δυνατότητες του για μετοχή στη ζωή, δηλαδή στην αιωνιότητα.


Αποκλειστικός στόχος του πολιτισμού μας, με όλα τα μέσα κι όλους τους τρόπους, ή εξασφάλιση και ή ευζωία του ατόμου, ή σιγουριά πού δίνουν οι αστραφτερές επιφάνειες των μηχανών, ή δύναμη τους υποταγμένη στην ατομική μας θέληση, ή δύναμη του αποταμιευμένου ή ενεργοποιημένου κεφαλαίου. Κι αυτή ή δύναμη, περισσότερη ή λιγότερη, πρέπει να εκφραστή με την ανάλογη κοινωνική πόζα, τον αέρα της αυτοπεποίθησης, την αδιάκοπη αναμέτρηση στις κοινωνικές συντροφιές, μήπως και υστερήσουμε σε αγέρωχο ύφος και «δύναμη προσωπικότητας». Για να συμπληρωθεί ή αυτό κατοχύρωση, περισσεύει ίσως ή ψυχολογική ανάγκη και για κάποια «πνευματικότητα», μα στομώνεται κι αυτή με την υιοθέτηση κάποιων από τις τόσες ιδέες πού κυκλοφορούν στην αγορά, με λίγη «πνευματική ανησυχία», τόσο στη μόδα σήμερα, ή με την κοινωνική και πολιτική στράτευση, τους αγώνες για περισσότερα κοινωνικά δικαιώματα.


Και ξαφνικά ή «βλάβη», το απροσδόκητο λάθος, πού ανατρέπει τα δεδομένα, συντρίβει τις δομές της οργανωμένης με τόση επιμέλεια αυτάρκειας. Ό θάνατος χτυπάει κάπου πιο κοντά, συναζόμαστε στην κηδεία, το αγέρωχο ύφος της επιτυχίας μας γίνεται όλο μια αμηχανία, έστω και για λίγα λεπτά ή γύμνια της κοινωνικής μας πόζας φανερώνεται κωμική. Είναι το χάος αναπάντητων ερωτημάτων πού ανοίγεται αδόκητα μπροστά μας, και πού δεν είναι απορίες του μυαλού αυτά τα ερωτήματα, αλλά φοβερά κενά στην ύπαρξή μας.

 

Υπάρξεις διάτρητες, όπως τις εικόνισε ο MOORE, και ποιες ιδέες ή ποια κοινωνική εξασφάλιση μπορεί να πληρώσει το κενό, να αναμετρηθεί με το θάνατο; Να σου διαβάσουν ΜARCUSE λ.χ. όταν σε κατεβάζουν στη γη, τι νόημα θα είχε, ποιες ιδέες ανθρώπινες μπορούν να αποκαλύψουν το θάνατο σα μέτρο ζωής; Αλλά και πόση τραγικότητα, όταν τα λόγια της πίστης, τα λόγια της αποκεκαλυμμένης αλήθειας πού συνοδεύουν την εκδημεία, δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τη ζωή πού βιολογικά διακόπηκε, ούτε με τις γύρω ζωές πού βιολογικά συνεχίζονται. « Τον Κυρίου ή γη και το πλήρωμα αυτής... "Οτι συ ει η ζωή και η άνάστασις, Χριστέ ο Θεός». Το σώμα γέρνει στο χώμα, σε μιαν έσχατη εγκατάλειψη στα χέρια του Δημιουργού του, πού είναι αυτός μόνος Ζωή και Ανάσταση. Σίγουρα, δεν υπάρχει άλλος πιο οδυνηρός, αλλά και πιο φιλάνθρωπος τρόπος να αναιρεθεί ή σκληρυμένη ατομικότητα, να διαλυθεί ή ταυτισμένη με τη σάρκα αντίσταση του εγώ, να ελευθερωθεί το πρόσωπο του ανθρώπου στις κοσμικές του δυνατότητες, στην αγαπητική του καθολικότητα. Κι αυτά όλα δεν σημαίνουν καθόλου «δυαλισμό» και «αθανασία της ψυχής» και φιλοσοφικές θεωρίες. Σημαίνουν την πραγματικότητα της ζωοποίησης του θανάτου, την «κατάποσιν· του θνητού υπό της ζωής», αυτή την άκρα φιλανθρωπία, πού μεταβάλλει τις δοκιμασίες του θανάτου σε θρίαμβο της προσωπικής ολοκλήρωσης του ανθρώπου. «Άφρον, συ ό σπείρεις, ου ζωοποιείται εάν μη άποθάνη και ό σπείρεις ού το σώμα το γενησόμενον σπείρεις, αλλά γυμνόν κόκκον, ει τύχοι σίτου η τίνος των λοιπών ο δε Θεός αυτώ δίδωσι σώμα καθώς ηθέλησε, και εκάστω των σπερμάτων το ίδιον σώμα. . . Ούτω και η ανάστασις των νεκρών. Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία.· σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη' σπείρεται εν ασθένεια, εγείρεται εν δυνάμει... Και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα τον χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα τού επουρανίου».


Άλλα πώς να τα κατανοήσουμε αυτά οι σημερινοί άνθρωποι του πολιτισμού της κατανάλωσης, οι εγκλωβισμένοι ασφυκτικά στην ατομικότητα της ύπαρξης μας, αφού ο πολιτισμός μας με όλα τα μέσα και όλους τους τρόπους μας επιβάλλει να θεωρούμε τον άνθρωπο μια στεγανή αντικειμενική μονάδα, βιολογική και κοινωνική και ή μονάδα, το όν, δεν είναι παρά ή άλλη όψη του μηδενός, της ανυπαρξίας. Υπήρξαν άλλοι πολιτισμοί, πού είχαν ως μέτρο και στόχο ζωής όχι το άτομο και τα δικαιώματα του, αλλά το ανθρώπινο πρόσωπο και την ολοκλήρωση του. Και πρόσωπο σημαίνει τον άνθρωπο «εν κοινωνία», τον άνθρωπο - σχέση και αγαπητική δυνατότητα. Ό χώρος αυτής της σχέσης είναι ή Εκκλησία, ο χώρος της κοινωνίας των αγίων, ή μεταμόρφωση του χρόνου σε αδιάστατο παρόν κοινωνίας, οπού ζώντες και τεθνεώτες, χοϊκοί και επουράνιοι, πρώτοι και έσχατοι, ενώνονται στο ένα Σώμα του Χριστού............

 


ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ:
ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΤΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΗ -1973








Μυστήριο ξένον



Η Μυστήριο ξένον, λέγει ο `Υμνωδός, τη Γέννηση του Χριστού, το να γεννηθή σαν άνθρωπος, όχι κανένας προφήτης, όχι κανένας άγγελος, άλλά ο ίδιος ο Θεός! Ό ανθρωπος,θά μπορούσε να φθάσει σε μία τέτοια πίστη; Οι φιλόσοφοι κ' οι άλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ήτανε δυνατό να παραδεχθούνε ένα τέτοιο πράγμα; Από την κρισάρα τής λογικής τους δεν μπορούσε να περάσει ή παραμικρή ψευτιά, όχι ένα τέτοιο τερατολόγημα! `Ο Πυθαγόρας, ο Εμπεδοκλής κι άλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, που ήτανε και σπουδαίοι φιλόσοφοι, δε μπορέσανε να τους κάνουνε να πιστέψουνε κάποια πράγματα πολύ πιστευτά, και θα πιστεύανε ένα τέτοιο τερατολόγημα; Γι' αυτό ο Χριστός γεννήθηκε ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους, ανάμεσα σε απονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στο παχνί, που τρώγανε τα βόδια.
Κανένας δεν τον πήρε είδηση, μέσα σε εκείνον τον απέραντο κόσμο, που εξουσιάζανε οι Ρωμαίοι, για τούτο είχε πει ο προφήτης Γεδεών, πώς θα κατέβαινε ήσυχα στον κόσμο, όπως κατεβαίνει ή δροσιά απάνω στο μπουμπούκι του λουλουδιού, «ώς υετός έπί πόκον». Ανάμεσα σε τόσες μυριάδες νεογέννητα παιδιά, ποίος να πάρει είδηση το πιο πτωχό από τα πτωχά, εκείνο που γεννήθηκε όχι σε καλύβι, όχι σε στρούγκα, άλλά σε μία σπηλιά; Και κείνη ξένη, γιατί την είχανε οι τσομπαναρέοι να σταλιάζουνε τα πρόβατά τους.
Το «υπερεξαίσιον και φρυκτόν μυστήριο» τής Γεννήσεως του Χριστού έγινε τον καιρό που βασίλευε ένας μοναχά αυτοκράτορας απάνω στη γη, ο Αύγουστος, ο ανιψιός του Καίσαρα, ύστερα από μεγάλη ταραχή και αιματοχυσία; ανάμεσα στον Αντώνιο από τη μία μεριά, και στον Βρούτο και στον Κάσσιο από την άλλη. Τότε γεννήθηκε κι o ένας και μοναχός πνευματικός βασιλιάς, ο Χριστός. Κι' αυτό το λέγει ή ποιήτρια Κασσιανή στο δοξαστικό που σύνθεσε, και που το ψέλνουνε κατά τον `Εσπερινό των Χριστουγέννων: «Αυγούστου μοναρχήσαντος έπί τής γής, ή πολυαρχία τών άν9ρώπων έπαυσατο. Καί Σου ένανθρωπήσαντος έκ τής άγνής ή πολυθείά τών είδώλων κατήργηται. `Υπό μίαν βασιλείαν έγκόσμιον αί πόλεις γεγένηνται. Καί είς μίαν δεσποτείαν Θεότητος τά εθνη έπίστευσαν... ».


Τη Γέννηση του Χριστού την προφητέψανε οι Προφήτες. Πρώτος απ’ όλους την προφήτεψε ο πατριάρχης 'Ιακώβ, τη μέρα που ευλόγησε τους δώδεκα υιούς του, κ' είπε στον 'Ιούδα «δεν θα λείψει άρχοντας από τον 'Ιούδα μήτε βασιλιάς από το αίμά του, ως που να έλθει εκείνος, για τον όποίον είναι γραμμένο να βασιλεύει άπάν' απ’ όλους, κι αυτόν τον περιμένουμε όλα τα έθνη». Ως τον καιρό που γεννήθηκε ο Χριστός, οι Ιουδαίοι, το γένος του 'Ιούδα, είχανε άρχοντες, δηλαδή κριτές και αρχιερείς, που ήτανε κ' οι πολιτικοί άρχοντές τους. Αλλά τότε για πρώτη φορά έγινε άρχοντας τής 'Ιουδαίας ο `Ηρώδης, που ήτανε εθνικός κ' έβαλε αρχιερέα τον Ανάνιλον «αλλογενή», ενώ οι αρχιερείς είχανε πάντα μητέρα 'Ιουδαία. Τελευταίος Ιουδαίος αρχιερεύς στάθηκε ο `Υρκανός.

 

Κ' οι άλλοι προφήτες προφητέψανε τη Γέννηση του Χριστού, προπάντων ο `Ησαίας. Τη Γέννηση του Χριστού τη λένε οι υμνωδοί «τό πρό αίώνων άπόκρυφον καί Αγγέλοις άγνωστον μυστήριον», κατά τα λόγια του Παύλου πού γράφει: «'Εμοί τώ έλαχιστοτέρω πάντων τών άγίων εδόθη ή χάρις αυτή έν τοίς εθνεσιν ευαγγελίσασθαι τόν άνεξιχνίαστον πλουτον του Χριστού καί φωτίσαι πάντας τiς ή οικονομία του μυστηρίου τον αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ τω τα ,πάντα κτίσαντι δια 'Ιησού Χριστού, ίνα γνωρισθεί νυν ταις άρχαϊς και ταίς έξουσίαις εν τοις έπουρανίοις δια τής εκκλησίας ή πολυποίκιλος σοφία τον Θεού» ('Εφεσ. Γ') `Ο απόστολος Παύλος λέγει, πώς αυτό το μυστήριο δεν το γνωρίζανε καθαρά και με σαφήνεια ούτε οι Άγγελοι, γι' αυτό ο αρχάγγελος Γαβριήλ με τρόμο το είπε στην Παναγία. Και στους Κολασσαείς γράφοντας ο θεόγλωσσος Παύλος, λέγει: «Το μυστήριον το αποκεκρυμμένον από των αιώνων και από των γενεών, νυνί έφανερώθη τοις άγίοις αυτού, οις ηθέλησε ο Θεός γνωρίσαι τις ο πλούτος, τής δόξης του μυστηρίου τούτου εν τοις έ9νεσιν, ος εστί Χριστός εν ημίν ή έλπίς τής δόξης». Λέγει, πώς φανερώθηκε αυτό το μυστήριο στους αγίους, που θέλησε ο Θεός να το μάθουνε, κι' αυτοί θα το διδάσκανε στα έθνη; στους ειδωλολάτρες, που προσκυνούσανε; για θεούς πέτρες και ζώα και διάφορα αλλά κτίσματα.


`Εξακόσια χρόνια προ Χριστού ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ είδε στο Όνειρο του, πώς βρέθηκε μπροστά του ένα θεόρατο φοβερό άγαλμα, καμωμένο από χρυσάφι, ασήμι, χάλκωμα, σίδερο και σεντέφι: Κι' άξαφνα ένάς βράχος ξεκόλλησε από ένα βουνό και χτύπησε το άγαλμα και τόκανε σκόνη. Και σηκώθηκε ένας δυνατός άνεμος και σκόρπισε τη σκόνη, και δεν απόμεινε τίποτα. `Ο βράχος όμως που τσάκισε' το άγαλμα έγινε ένα μεγάλο βουνό, και σκέπασε όλη τη γη. Τότε ο βασιλιάς φώναξε τον προφήτη Δανιήλ και ζήτησε να του εξήγηση το όνειρό. Κι' ο Δανιήλ το εξήγησε καταλεπτώς, λέγοντας πώς τα διάφορα μέρη του αγάλματος ήτανε οι διάφορες βασιλείες, που θα περνούσανε από τον κόσμο ύστερα από τον Ναβουχοδονόσορ; και πώς στο τέλος ο Θεός θα αναστήσει κάποια βασιλεία που θα καταλύσει όλες τις βασιλείες, όπως ο βράχος πού είχε δει στο ενύπνιο του εξαφάνισε το άγαλμα με τα πολλά συστατικά του: «Καί έν ταίς ήμέραις τών βασιλέων εκείνων, αναστήσει ο Θεός του ουρανού βασιλείαν, ήτις εις τους αιώνας ου' διαφθαρήσεται», «κάποιο βασίλειο, λέγει, που δεν θα καταλυθεί ποτέ στους αιώνες των αιώνων»


Αύτή ή βασιλεία ή αιώνια, ή άφθαρτη, είναι ή βασιλεία του Χριστού, ή βασιλεία τής αγάπης στις ψυχές των ανθρώπων κ' ιδρύθηκε με την άγία Γέννηση τού Κυρίου; που γιορτάζουμε σήμερα. Κ' επειδή είναι τέτοια βασιλεία, γι αυτό θα είναι αιώνια, γι αυτό δεν θα χαλάσει ποτέ, όπως γίνεται με τις άλλες επίγειες και υλικές βασιλείες. Όπως ο βράχος μεγάλωνε κι έγινε όρος μέγα και σκέπασε τη γη, έτσι και το κήρυγμα του Ευαγγελίου ξαπλώθηκε σ’ όλη την οικουμένη, με το κήρυγμα των Αποστόλων: « Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών, και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών». Ώστε βγήκε αληθινή ή αρχαιότερη προφητεία του Ιακώβ, πως σαν πάψει η εγκόσμια εξουσία των Ιουδαίων, θα έρθει στον κόσμο εκείνος που προορίστηκε, «η προσδοκία των εθνών». Σημείωσε πως οι Εβραίοι πιστεύανε πως η φυλή τους μονάχα ήταν βλογημένη, και πως ο Θεός φρόντιζε μονάχα γι’ αυτή, και πως οι άλλοι λαοί, «τα έθνη», ήταν καταραμένα και μολυσμένα κι ανάξια να δεχτούν τη φώτιση του Θεού. Λοιπόν είναι παράξενο να μιλά η προφητεία του Ιακώβ για τα έθνη, για τους ειδωλολάτρες θα περιμένουν τον Μεσσία να τους σώσει και μάλιστα να μη λεει καν πως τον αναμενόμενο σωτήρα τον περιμένανε οι Ιουδαίοι μαζί με τα έθνη, αλλά να λεει πως τον περιμένανε μονάχα οι εθνικοί: «και αυτός προσδοκία εθνών». Όπως κι έγινε. Γιατί, τη βασιλεία που ίδρυσε ο Χριστός στον κόσμο, τη θεμελίωσαν μεν οι απόστολοι, που ήταν Ιουδαίοι, αλλά την ξαπλώσανε και την στερεώσανε με τους αγώνες τους και με το αίμα τους οι άλλες φυλές, «τα έθνη».


Είναι ολότελα ακατανόητο, για το πνεύμα μας, το ότι κατέβηκε ο Θεός ανάμεσα μας σαν άνθρωπος συνηθισμένος και μάλιστα σαν ο φτωχότερος από τους φτωχούς. Αυτή τη μακροθυμία μονάχα άγιες ψυχές είναι σε θέση να τη νοιώσουνε αληθινά, και να κλάψουνε από κατάνυξη.


Κάποιοι, μ' όλα αυτά που είπαμε, δεν θα νοιώσουμε τίποτα από το Μυστήριο, που γιορτάζουμε σήμερα. Σ' αυτούς, εγώ ο τιποτένιος, δε μπορώ να πω τίποτα. Μοναχά θα τους θυμίσω τα αυστηρά λόγια που γράφει στην επιστολή του ο άγιος 'Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού, κι' ο θερμότατος κήρυκας τής αγάπης: «Πάν ,πνεύμα, ο ομολογεί Ιησούν Χοιστόν έν σαρκί έληλυθότα, έκ του Θεού εστί. Kαi πάν πνεύμα, ο μή όμολογεί Ιησούν Χριστόν έν σαρκί έληλυθότα, έκ τον Θεού ουκ εστίν. Ούτός έστιν άντίχριστος».
 


Φώτης Κόντογλου




Ο Μηδενισμός του Ανθρώπου

του Επισκόπου πρώην Ερζεγοβίνης π. Αθανασίου Γιέφτιτς
από ομιλία στην Αθήνα το 1968 με τίτλο

 "Ο άνθρωπος του Θεανθρώπου και ο μηδενισμός του ανθρώπου"

 

 


Το όλο πρόβλημα για τον άνθρωπο είναι ακριβώς αυτό: να ευρεθεί εν τώ Χριστώ και να μη εκπέσει Αυτού, ή αφού εξέπεσε (ο Αδάμ και εμείς) να ευρεθεί και πάλι εν Αυτώ ως Θεώ του και ανθρώπω του, διότι ο Λόγος Χριστός δια τούτο ακριβώς και εδημιούργησε τον άνθρωπο, δια να τον ενώσει μεθ’ Εαυτού, να τον «ενυποστήσει» εν Εαυτώ, όπως λένε οι Πατέρες, και έτσι να τον οδηγήσει στην πληρότητά του ως ανθρώπου και να τον θεώσει, δηλαδή με μία λέξη να τον θεανθρωποποιήσει.
Ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, δημιουργηθείς έβλεπε τον Θεό και είχε κοινωνία μαζί Του, και έπρεπε εν συνεχεία ελευθέρως και αγαπητικώς να φθάσει εν τώ Θεώ Λόγω στην πλήρη ένωση με τον Θεό και τη θέωσή του. Διότι η θ έ ω σ η του ανθρώπου ήταν ο σκοπός ολόκληρης της θείας δημιουργίας, και η θέωση είναι η τελική α λ ή θ ε ι α του ανθρώπου. Η θέωση δε του ανθρώπου είναι δυνατή και κατορθωτή μόνον εν τώ Θεώ Λόγω, εν τώ Θεανθρώπω Χριστώ, δυναμική εικών του Οποίου είναι δημιουργικώς εναποτεθειμένη στον άνθρωπο και βάσει αυτής και μόνο πραγματοποιείται η αυθεντική ύπαρξη του ανθρώπου και η κατά χάριν θέωσή του. Η προς θέωσιν δημιουργία του ανθρώπου και η δεδομένη δυνατότης και δυναμικότης της θεώσεως δεν είναι ένας «ευσεβής πόθος» του «θρησκευτικού» ανθρώπου, αλλά μία ανθρωπολογική (=χριστολογική, θεανθρώπινη) αλήθεια, η οποία μαρτυρείται ακόμη και σε αυτήν ταύτη την τραγωδία της πτώσεως του ανθρώπου. Όταν ο πατήρ του ψεύδους, ο διάβολος, ήλθε και είπε στους πρώτους ανθρώπους να τον ακούσουν και θα γίνουν και χωρίς τον Θεό «θεοί», αυτό ήταν ένα μεγάλο ψεύδος. Ένα ψεύδος όμως προϋποθέτει πάντοτε μία αλήθεια, της οποίας το ψεύδος αυτό τυγχάνει η κατάχρηση, ή διαστρέβλωση, ή «λήθη», ή αναίρεση, ή στέρηση. Ο διάβολος εψεύδετο συμβουλεύων τους ανθρώπους την άνευ Θεού «θέωση» (την ψ ε υ δ ή, επειδή ά-θεο «θέωση»), και εμείς οι άνθρωποι «ψευδούς ορεχθέντες θεώσεως» (Ι. Δαμασκηνού, P.G. 725) δεχθήκαμε καί ακολουθήσαμε την προτροπή του διαβόλου, η οποία μας οδηγούσε προς μία κ α τ ά χ ρ η σ η της θεοσδότου, εν ημίν, δυναμικής εφέσεως προς αληθινή θεωση. Αλλά δια της καταχρήσεως αυτής όχι μόνο δεν επιτύχαμε την θέωση, αλλά και καταστρέψαμε την ύπαρξή μας την αυθεντική και «τοις ανοήτοις συμπαρεβλήθημεν κτήνεσιν» (Ψαλμ. 68, 2). Η «όρεξις» της θεώσεως μπορούσε να υπάρχει, επειδή προϋπήρχε η προς την αληθινή θεωση του ανθρώπου δημιουργική ε ν έ ρ γ ε ι α του Θεού Λόγου και η προδεδωρημένη έ φ ε σ η ή δ υ ν α τ ό τ η ς ή δ υ ν α μ ι κ ό τ η ς μέσα στον άνθρωπο προς αυτή την θέωση, την οποία έφεση δύναται μεν ο άνθρωπος ελευθέρως να καταχράται και να διαστρεβλώνει, δεν δύναται όμως να την αποβάλλει εντελώς.


Η δημιουργική αυτή ε ν έ ρ γ ε ι α του Θεού Λόγου και η δοσμένη στην φύση του ανθρώπου κτιστή «εικών» (ή «ενέργημά») Του με τις δ υ ν ά μ ε ι ς και ε φ έ σ ε ι ς της αποτελούν ακριβώς τον «λόγο» της φύσεως του ανθρώπου, το τελικό βάθος της ανθρώπινης υπάρξεως και εδώ και στην αιώνιο ζωή. Ο άγιος του Χριστού Ομολογητής, ο θείος Μάξιμος, όταν ομιλεί περί του ανθρώπου ομιλεί για τον «λόγο» (ή τους «λόγους») της φύσεως του, τον οποίο ονομάζει και «λογιότητα». Αλλά είναι φανερό ότι η «λογιότης» αυτή του ανθρώπου (ή «ο λόγος», ή «το λογικόν») και προέρχεται από τον Θεό Λόγο, που είναι η Α υ τ ο λ ο γ ι ό τ η ς, και τον συνδέει πάλι με τον Θεάνθρωπο Λόγο. Δεν σημαίνει εδώ ο «λόγος» της φύσεως του ανθρώπου (η «το λογικόν», η «η λογιότης») κάτι το μόνο «διανοητικόν» (ratio) εντός του άνθρωπου, ούτε πάλι σημαίνει κάτι το «αύτόνομον» του ανθρώπου, την «αυτονομία» ή την «αυτάρκειά» του, αλλά σημαίνει την καθολική (άρα και «λογική» και «υπαρξιακή») εν αγάπη σ χ έ σ η και μ ε τ ο χ ή και κ ο ι ν ω ν ί α αύτού μετά του Θεού Λόγου, εν τώ Οποίω ευρίσκεται ο θείος «λόγος» του ανθρώπου και ο θείος π ρ ο ο ρ ι σ μ ό ς του, η «αρχή» και το «τέλος» του, το Α και το Ω του, όπως και «οι λόγοι» πάντων των όντων, διότι ο Θεάνθρωπος Λόγος είναι «η αλήθεια πάντων των όντων», κατά τους Αγίους (πρβλ. Κολ. 1, 15-20? Αποκ. 1, 8? 20, 5-6. Αγίου Μαξίμου, P.G. 91, 1081). Χωρίς αυτή την εν αγάπη και ελευθερία «λόγιον» ή «λογικήν» (logosni) σχέση και κοινωνία του ανθρώπου με τον Λ ό γ ο Χριστό ο άνθρωπος είναι μόνο «γη και σποδός», «γη πάσχουσα», είναι μία π τ ώ σ ι ς και μία α μ α ρ τ ί α, «αποτυχία», αποτυχία δε διότι αποτυγχάνει του σκοπού του, και υ π ά ρ χ ε ι μεν τραγικώς, αλλά δεν ζει, μη έχων ούτε καν σωστή ανθρώπινη «φύση» και «υπόσταση», ούτε καν σωστό «σχέδιο» ανθρώπου, αλλ’ είναι μία «έκπτωσις» και εκ των δύο. Και είναι «πτώσις» και «έκπτωσις» και «αποτυχία» ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό, διότι η ψυχή του και όλη η ύπαρξή του είναι κατά φύσιν χ ρ ι σ τ ι α ν ή (όπως έλεγαν οι Απολογητές), χ ρ ι σ τ ο κ ε ν τ ρ ι κ ή και χ ρ ι σ τ ο λ ο γ ι κ ή, διότι δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Χριστού, του Θεού Λόγου, και η κατ’ εικόνα του Χριστού ύπαρξή του υπάρχει και ζει την αληθινή ζωή της μόνο εν τη συνεχεί και αδιακόπω αγαπητική σχέσει με τον Χριστό, Αυτόν που είναι «αρχή, μεσότης και τέλος» του ανθρώπου. Όταν την εικόνα αυτή εν τη σχέσει της με τον Χριστό αρνείται ο άνθρωπος, αυτή και τότε δεν εξαφανίζεται εντελώς (αλλ’ είναι ως «λίνον τυφόμενος») (Ματθ. 12, 20), όμως ο άνθρωπος τότε αρνείται τον εαυτό του ως άνθρωπο και ερημώνει την ύπαρξή του από την «λογιότητά» του, από την αυθεντική «ανθρωπότητά» του, βλάπτει καίρια και ζημιώνει τον εαυτό του, π ά σ χ ε ι ο ίδιος ως άνθρωπος, γίνεται «πάθος», γίνεται ένα «α υ τ ο ε ί δ ω λ ο ν», όπως το διαπιστώνουν στην εμπειρία τους οι άνθρωποι εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία όταν επιστραφούν προς τον Σωτήρα Χριστό: «Αυτοείδωλον εγενόμην τοις πάθεσι την ψυχήν μου βλάπτων, Οικτίρμων? αλλ’ εν μετανοία με παράλαβε και εν επιγνώσει ανακάλεσαι? μη γένωμαι κτήμα, μη βρώμα του αλλοτρίου (του διαβόλου), Σωτήρ, αυτός με οίκτειρον» Μέγας Κανών, Αγ. Ανδρέου Κρήτης, ωδή δ΄).


Η εμπειρία του Ευαγγελίου, που συνεχίζεται ως βαθειά ανθρώπινη και βαθειά του ανθρώπου εμπειρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας δια των αιώνων, μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει και να υφίσταται «αυτόνομος», δηλαδή μόνος του και ανεξαρτήτως του Θεού Λόγου, με την «αυτάρκειά» του, την δήθεν ανεξάρτητη από οποιονδήποτε «ελευθερία» του. Διότι η διεκδίκηση ενός «αυτόνομου» ανθρώπου, ενός «χωρίς Χριστού» ανθρώπου (Εφ, 2, 12• 4, 18), χάριν μιας «ελευθερίας» (σφετερισμένης και αυτής), καταντά αναπόφευκτα στο αντίθετο: στην τραγική υ π ο δ ο ύ λ ω σ η του ανθρώπου σε αλύτους και παρα-λόγους και παρα-νόμους «νόμους» (η απρόσωπα «στοιχεία» και «δυνάμεις») της αμαρτίας και της φθοράς και του θανάτου και του διαβόλου, με αποτέλεσμα τον α π - α ν θ ρ ω π ι σ μ ό του ανθρώπου. Ο υπαρξιακός «οίκος» του ανθρώπου χωρίς τον Χριστό και την χάρη του Πνεύματός Του με τους καρπούς της δεν δύναται να παραμείνει επί πολύ ή και καθόλου άδειος («σχολάζων και σεσαρωμένος», Ματθ. 12, 44), διότι, επειδή δεν «συνάγει» και δεν συνάγεται μετά του Χριστού, ένεκα τούτου «σ κ ο ρ π ί ζ ε τ α ι» (Λουκ. 11, 23) και διασκορπίζεται από το «ακάθαρτον πνεύμα» και τα «επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα αυτού», και γίνονται «τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Λουκ. 11, 26).

 

Ο άνθρωπος χωρίς την συνεκτική και ενοποιό χάρη του Χριστού, που είναι το Άγιο Πνεύμα, φθείρεται και αποσυντίθεται και «λεγεωνοποιείται», όπως λέγει το Ευαγγέλιο (Μαρκ. 5, 9, 15), και όπως αναγκάζεται από την τραγική πραγματικότητα να το ομολογήσει ακουσίως η ψυχανάλυση και ο σύγχρονος υπαρξισμός. Η διεκδίκηση της «αυτονομίας» και της «ελευθερίας» του ανθρώπου ανεξάρτητα από τον Θεάνθρωπο Χριστό (και συχνά η αναζήτηση της «ελευθερίας» στο «Μηδέν») καταντά να είναι πλέον ελευθερία α π ό τον άνθρωπο (και όχι γ ι α τον άνθρωπο), εκφυλισμός δηλαδή, η μάλλον ανθρωποκτονία και αυτοκτονία του ανθρώπου, όπως και ο διάβολος υποσχεθείς στους ανθρώπους την «θέωση» απέβη α ν θ ρ ω π ο κ τ ό ν ο ς εξ αρχής (Ιωάν. 8, 44).

 

 



από το βιβλίο «Χριστός, αρχή και τέλος»,
έκδοση του Ιδρύματος Γουλανδρή – Χορν,
Αθήνα 1983, σελ. 40 - 44