Εξομολόγηση ενός πρώην Πεντηκοστιανού


 
Θα παρουσιάσουμε εν ολίγοις την ζωντανή και καταλυτική μαρτυρία ενός Ορθοδόξου ο οποίος προέρχεται από περιβάλλον Νοτιο-Βαπτιστών (συντηρητικών Προτεσταντών) και έπειτα έγινε “χαρισματικός άνθρωπος του Ιησού” για είκοσι χρόνια, ώσπου γνώρισε την Ορθοδοξία το 1974, βαπτίσθηκε και έγινε μέλος της Εκκλησίας.

Κατ’ αρχάς, ο Σεραφείμ ά. ά. δίδει μεγάλη σημασία στους αγίους, σε αντίθεση με τους Πεντηκοστιανούς, και ομολογεί την σωτήρια επίδραση των παραδειγμάτων τους: “Ήταν αυτή η ύπαρξη των ζωντανών φώτων (των αγίων) διαμέσου της ιστορίας, που με έπεισε ότι η πληρότητα του θησαυρού του Κυρίου συνετηρείτο στην καρδιά της Ορθοδόξου Εκκλησίας”.

Είναι άξιον προσοχής το γεγονός ότι δεν τον προσείλκυσε στην Εκκλησία κάτι εξωτερικό, για παράδειγμα η μεγαλοπρέπεια των ακολουθιών μας ή το πλήθος των πιστών. Ο ίδιος ζη 2000 μίλια μακρυά από την Ενορία του, μόνος Ορθόδοξος σε ένα νησί του Ειρηνικού, αποκεκομμένος από την ενοριακή ζωή.

Ο O.R.J. βρίσκει ορισμένα σημεία επαφής μεταξύ της Πεντηκοστιανής Κίνησης και της Εκκλησίας:

“Η συζήτησή σας για τις διάφορες δωρεές χαρισμάτων μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα για πολλούς λόγους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν το γεγονός ότι ορισμένες πλευρές των όσων αναφέρετε είναι παράλληλες με διδασκαλία που συνάντησα κατά την Προτεσταντική Χαρισματική περίοδό μου. Πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις η διδασκαλία και το “πνευματικό” λεξιλόγιο και οι εμπειρίες που κέρδισα εκεί μου επέτρεψαν να αναγνωρίσω στην Ορθόδοξη παράδοση κάτι βαθύτατα οικείο, κάτι που αναγνώρισα σχεδόν αμέσως ως αληθινό, κάτι που με γέμισε πληρότητα όπως μπορούσα να περιγράψω τις πρώτες εμπειρίες πρόγευσής μου (εκείνες που δεν ήταν πλαστές, αν υπήρχαν τέτοιες)...”.

Γνωρίζουμε ότι οι αιρέσεις δεν είναι κάτι εντελώς ξένο από την Ορθόδοξη διδασκαλία, αλλά κάθε αίρεση αναφέρεται και τονίζει ένα μέρος της αλήθειας, η οποία διασώζεται καθ’ ολοκληρίαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όταν όμως η αλήθεια κομματιάζεται, τότε παύει να είναι αλήθεια. Οι Πεντηκοστιανοί, λοιπόν, έχουν έντονη διδασκαλία περί χαρισμάτων και εμπειριών, κάτι που εκ πρώτης όψεως έχει το αντίστοιχό του και στην διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό γράφει ότι στην Ορθόδοξη διδασκαλία συνάντησε κάτι οικείο με ό,τι είχε ζήσει ως “χαρισματικός” άνθρωπος. Πλην όμως αυτό δεν του είχε πληρώσει την ζωή, αλλά του άφησε πολλά κενά, γι’ αυτό και οδηγήθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Και μάλιστα ομολογεί ότι δεν είναι και σίγουρος αν υπήρχε κάτι αληθινό, “μη πλαστό”, στις “χαρισματικές” του εμπειρίες. Αντίθετα, όταν η Χάρη του Αγίου Πνεύματος επισκιάση τον άνθρωπο –αυτό εννοούμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία όταν μιλάμε για πνευματική εμπειρία (βλ. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου: “Εισαγωγή στην Ορθόδοξη Πνευματικότητα”)–, τότε “πληροφορεί” την καρδία του για την αληθινότητα της δωρεάς, όπως το βλέπουμε διάχυτα μέσα στην διδασκαλία (διήγηση θα λέγαμε) των αγίων, και δεν μπορεί πλέον τίποτε πάνω στην γη –ούτε και ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος– να χωρίση τον άνθρωπο που χαριτώθηκε από την αγάπη του Χριστού, να του δημιουργήση αμφιβολία ή να τον πείση ότι υπάρχει κάτι άλλο δυνατότερο ή αληθινότερο.

Αυτή η επιφανειακότητα των Πεντηκοστιανών, σε σχέση με την Ορθόδοξη Παράδοση, φαίνεται και στο παρακάτω απόσπασμα:

 “Πίστευα ότι η “χαρισματική” κίνηση ήταν σωστή διότι παλαιότερα η ζωή μας ήταν απλή (μιλώντας συγκριτικά), το κριτήριό μας για όλα ήταν η αγάπη (έστω απαλή και συναισθηματική όπως ήταν συχνά), τα τραγούδια μας αντλούσαν κυρίως από την Αγία Γραφή, και δεν υπήρχε τίποτα πιο σημαντικό για μας από το να συγκεντρωνόμαστε για να προσευχηθούμε και να δοξολογήσουμε τον Θεό.

Με αυτό είχαμε για ένα διάστημα ένα είδος πνευματικής δύναμης, απληροφόρητοι, αδαείς, λίγο cheesy μερικές φορές, μα όταν αντιμετωπίζαμε προβλήματα ή προκλήσεις συμφωνούσαμε στην προσευχή, ζητώντας από τον Κύριο να μας βοηθήση και συχνά αυτές οι προσευχές εισακούονταν, πιο συχνά από το αντίθετο. Τα πράγματα συνέβαιναν. Στην συνέχεια, ωστόσο, η κίνηση άλλαξε.

Χάσαμε την απλότητά μας, χάσαμε τον αντι-υλισμό μας, χάσαμε την αθωότητά μας, αρχίσαμε να γυρεύουμε όχι απλώς τον Κύριο, αλλά την δύναμη εν Κυρίω. Κάτι καλό μας εγκατέλειψε και για πολλά χρόνια μου έλειπε και το πενθούσα. Ήλπιζα για ένα νέο κύμα ανανέωσης που δεν ήλθε ποτέ. Ώ, υπήρξαν άνεμοι δογματικοί και όλων των ειδών νέες εμπειρίες, αρκετές για να γαργαλεύεσαι και να θαυμάζης, αλλά για μένα είχαν γίνει όλα ένα μεγάλο σόου, και είχα χάσει την πρώτη μου αγάπη, έχασα το να μοιράζομαι την χαρά με άλλους που ένοιωσαν όπως εγώ.

Έχασα την απλότητα, έχασα την ταπείνωση, έχασα την παιδική αθωότητα, έχασα την φανερή αίσθηση ότι ο Θεός ήταν μαζί μας, και έχασα την αγάπη.

 Και δεν ξαναείδα μια ακτίδα όλων αυτών, για χρόνια, ώσπου διάβασα για την Ορθοδοξία και γνώρισα τους βίους των αγίων και βλέποντας πώς στην Ορθοδοξία αυτή η παράδοση ζούσε σε μεγάλο ή σε μικρό βαθμό, γενεά προς γενεά, από την εποχή των Αποστόλων μέχρι σήμερα, έλιωσε η καρδιά μου ξανά. Ήμουν τόσο ευγνώμων που έζησε κάπου αγνή και ολόκληρη...”.

 Πράγματι χρειάζεται ολοκληρωμένη διδασκαλία, θεραπευτική παράδοση και προ παντός η Χάρη του Θεού, για να μπορέση κάποιος να ξεδιψάση την πνευματική του δίψα και να αποφύγη τους πειρασμούς και τους περιορισμούς που δημιουργεί η γήινή μας ύπαρξη. Και αυτά βρίσκονται και φυλάσσονται, σύμφωνα και με αυτήν την μαρτυρία, μόνο μέσα στην καρδιά της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Είναι σημαντική η ομολογία ότι η παράδοση και το πνεύμα των Αποστόλων διαφυλάχθηκαν μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Παράδοση. Πλανώνται, λοιπόν, όσοι την αναζητούν με μια “απευθείας” ερμηνεία της ζωής της πρώτης Εκκλησίας, δια μέσου μόνον των Γραφών, όπως προτείνει η προτεσταντική μεθοδολογία.

Ο αδελφός μας Σεραφείμ έχοντας την εμπειρία των “χαρισματικών κινημάτων”, υπογραμμίζει την αλήθεια ότι η μεγάλη δίψα για τον Κύριο οδηγεί τους ανθρώπους σε τέτοια κινήματα: “Δεν υπάρχει αμφιβολία πώς κατέληξα στην Ορθοδοξία δια μέσου του κινήματος των “χαρισματικών” και αυτό που αιχμαλώτισε την καρδιά μου τις πρώτες ημέρες των “χαρισματικών” ήταν το ίδιο που αιχμαλώτισε την καρδιά μου στην Ορθοδοξία.

Είχα ψάξει για μια πλήρη έκφραση της πίστεως των Αποστόλων...”. Πλην όμως, ενώ κοινή είναι η δύναμη που σπρώχνει τους βροτούς προς το θείον –“πάσι γαρ η γνώσις του είναι θεόν υπ’ αυτού φυσικώς εγκατέσπαρται”–, δεν είναι κοινός ο προσκυνούμενος και δοξολογούμενος, καθώς θέλει να μας το παρουσιάζη η πλημμυρίδα του συγκρητισμού. Σ’ όλες τις θρησκείες υπάρχει η δίψα για Θεό, πλην όμως μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, υπάρχει θεραπεία, ώστε να επιτευχθή η πρόσωπο προς πρόσωπο κοινωνία με τον Κύριο. Μάλιστα, η επιστολή - ομολογία του αδελφού μας Σεραφείμ απαντά με το καλύτερο τρόπο στην ερώτηση - κλειδί την οποία περιφέρουν από στόμα σε στόμα, όσοι έχουν επηρεασθή από την νοοτροπία του συγκρητισμού: “Τελικά, τί διαφέρει η Ορθοδοξία από τις άλλες Ομολογίες ή και θρησκείες”.

 Η απάντηση μπορεί να είναι η ακόλουθη: Εφ’ όσον ο πιστός θέλει να παραμένη σε ένα επίπεδο κοινωνικών σχέσεων, κοινωνικής ασφάλειας, συναισθηματικής ικανοποίησης, ή ακόμη και αναζήτησης “θρησκευτικών” εμπειριών, τότε πράγματι δεν φαίνεται αγεφύρωτη η διαφορά. Όταν όμως ζητήση να θεραπευθή, να σταυρώση τα πάθη και τις επιθυμίες, ακολουθώντας το παράδειγμα των αγίων, ώστε να συμμετάσχη αληθινά στην θεία Λειτουργία και να αξιωθή να μιλήση πρόσωπο προς πρόσωπο με τον Κύριο της δόξης, τότε ομολογεί μαζί με τους αδελφούς μας που πλανήθηκαν για χρόνια σε άλλες δοξασίες: “Υπάρχουν και άλλοι σαν εμένα που είναι εκτός της Εκκλησίας, ακόμα ελπίζοντας, ακόμα ψάχνοντας, ακόμα περιμένοντας για κάτι καθαρό και αγνό και άγιο να έρθη στην ζωή τους, κάτι που το κίνημα των “Χαρισματικών” τους εκπαίδευσε να αναγνωρίζουν σαν αληθινό έστω και εάν δεν έκανε κανένα άλλο καλό. Ό,τι χρειάζεται είναι να πέση το μάτι τους την Ορθοδοξία, να αιχμαλωτιστή η καρδιά τους εκεί που πρώτα ήταν αιχμαλωτισμένη στις υποσχέσεις της δόξας και της ανανέωσης. Να συναντηθή η Ορθοδοξία με τους “Χαρισματικούς”.