Η ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ ΗΤΑΝ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ!
Απάντηση σε μια σύγχρονη επικίνδυνη πλάνη

κ. Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου Καθηγητού



Είναι γνωστό ότι τον τελευταίο καιρό προστέθηκε ένας ακόμα εχθρός στο μακρύ κατάλογο των εναντίων της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για το νεοφανές κίνημα των νεοειδωλολατρών δωδεκαθειστών, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται "ελληνολάτρες" (λες και εμείς οι χριστιανοί είμαστε. . . μισέλληνες)!


Μέσα από τα πύρινα άρθρα των περιοδικών τους και των τηλεοπτικών συζητήσεων οι "καθοδηγητές" τους επιχειρούν να πείσουν τους αδαείς, ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία, την οποία έχουν ανασυστήσει, δεν είναι ειδωλολατρική, αλλά "η πιο εξευγενισμένη θρησκεία που υπήρξε ποτέ στην ιστορία", "η γνησιότερη θρησκευτική έκφραση του Ελληνισμού"
(περ. ΙΧΩΡ, Δεκ. 2000, σελ. 23)! Η "Μεγάλη Εθνική Εκκλησία των Ελλήνων", όπως ονομάζουν την ειδωλολατρική "εκκλησία" τους σύμφωνα με τα χιτλερικά πρότυπα της παγανιστικής "Εθνικής Γερμανικής Εκκλησίας", είναι κατ αυτούς "δημιούργημα του ελληνικού πνεύματος", έχει πνευματικό χαρακτήρα και οφείλουν οι "γνήσιοι" έλληνες να αποβάλουν κάθε άλλη πίστη και να ακολουθήσουν τη μόνη . . . αληθινή θρησκεία, παραμερίζοντας το "τεχνητό δίλημμα μεταξύ πολυθεϊσμού και μονοθεϊσμού" (Περιοδ. "Απολλώνειο Φως"). Μοναδικός τους αντίπαλος είναι ο Χριστιανισμός ο οποίος αποτελεί γι αυτούς στόχο εξόντωσης, διότι τον θεωρούν "κατασκεύασμα των Εβραίων, προκειμένου να χτυπηθεί ο ελληνισμός"!

Μέσα όμως από τα δημοσιεύματα τους αποδεικνύεται πως η θρησκεία των "ελληνολατρών" όχι μόνο είναι ειδωλολατρική, αλλά αναβίωση της πιο πρωτόγονης μορφής της αρχαιοελληνικής θρησκείας, η οποία δεν λατρεύτηκε από την πλειοψηφία των μορφωμένων προγόνων μας, αλλά από τον απλοϊκό λαό και τους αμαθείς και δεισιδαίμονες χωρικούς της αρχαίας Ελλάδος!

Όπως είναι γνωστό, κύριες πηγές της αρχαίας ελληνικής θρησκείας είναι τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου. Αυτοί οι δύο μεγάλοι ποιητές της πρώιμης αρχαιότητας, χρησιμοποιώντας παλιές πρωτόγονες θρησκευτικές παραδόσεις και προφανώς, ποιητική αδεία, έπλασαν τους γνωστούς μας ανθρωπομορφικούς μύθους περί θεών. Προκειμένου να δώσουν τόνο στα ποιήματα τους προσέδωσαν στους θεούς ανθρώπινα σώματα με ανθρώπινες ανάγκες, πάθη, κακίες, ανηθικότητες κ. λ. π. Οι θεοί του Ομήρου και του Ησιόδου δεν είναι τίποτε περισσότερο από υπεράνθρωπα όντα. Ο αμαθής όμως λαός εξέλαβε αυτά τα ποιητικά σχήματα ως πραγματικότητες και έτσι με το πέρασμα του χρόνου δημιούργησε ιδεατά θεία όντα, σύμφωνα με τις ποιητικές φαντασιώσεις των προειρημένων ποιητών. Κάπως έτσι γεννήθηκε η αρχαιοελληνική θρησκεία, (βλ. P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Έλλ. Θρησκείας, μετ. Αίκ. Παπαθωμοπούλου, Αθήνα 1977, Μεγ. Έλλην. Έγκυκλ. Τομ. Ι, σελ. 146).


Η θρησκεία αυτή έγινε αποδεκτή από τους Έλληνες της πρώιμης αρχαιότητας, κατά την οποία η επιστημονική σκέψη ήταν εμβρυώδης
(βλ. Κ. Γεωργούλη, λ. Ειδωλολατρία στη Θ. Η. Ε. τομ. 5, 360). Αφότου όμως άρχισε να αναπτύσσεται η λογική σκέψη και η επιστήμη (6ος π. Χ. αιώνας), η αρχαιοελληνική ειδωλολατρική θρησκεία τέθηκε σε κριτική από τους μορφωμένους, ξεκίνησε η αμφισβήτηση της και άρχισε να περιορίζεται στον αμόρφωτο λαό και τους χωρικούς. Όλα σχεδόν τα μεγάλα πνεύματα της αρχαιότητας άσκησαν κριτική και αρνήθηκαν την αρχαιοελληνική ειδωλολατρία. Πρώτος ο Ξενοφάνης (570 480) τόλμησε να διακηρύξει επίσημα ότι "Εις Θεός, εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοίσιν όμοιος ουδέ νόημα”. Όμως "πάντα θεοίς ανέθηκαν Όμηρος θ Ησίοδος τε. . . όσα παρ ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν" (Ξενοφ. Απ. 11)!

Ο Ηράκλειτος (540 480) επιζητούσε "εξαγνισμόν από τα είδωλα" και πνευματική λατρεία του θείου (Αποσπ. 5, Diels) και υποστήριζε ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αποδίδοντας στους θεούς κακίες και ανηθικότητες είχαν ολέθρια επίδραση στα ήθη των ανθρώπων. Ακόμα στηλίτευσε τον ανόητο ανθρωπομορφισμό, τόνισε την απόλυτη διαφορά άνθρωπου και Θεού (Αποσπ. 88) και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές (Βακχισμός, ιερά όργια, ιερή πορνεία κ. λ. π. ). Ο Αναξαγόρας (490 427) απεφάνθη ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, δεν είναι θεοί, όπως πρέσβευε η ειδωλολατρική θρησκεία και η οποία απαιτούσε λατρεία γι αυτά, άλλα πύρινες υλικές μάζες. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει και ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Θαλής, ο Δημόκριτος.

Ο Μητρόδωρος, (5ος αιών. ), μαθητής του Αναξαγόρα, διακήρυξε πως "οι θεοί δεν είναι εκείνο που νόμιζαν, όσοι τους έχτιζαν ναούς και τους προσκυνούσαν" (P. Decharme, Ελληνική Μυθολογία, τομ. Α, σελ. 286). Ο Πρωταγόρας (480 411) θεμελίωσε την έννοια της απολύτου υπερβατικότητας του θείου και σατίρισε την παιδαριώδη θρησκευτικότητα της εποχής του, γι αυτό οι φανατικοί αθηναίοι ειδωλολάτρες αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Ο Ηρόδοτος δε δίστασε να ασκήσει κριτική στο Μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς, ο δε Αριστόδημος και ο Δημοσθένης περιγελούσαν τις ανόητες μαντείες του, (P. Dech. όπου άνωτ. ). Ο Πρόδικος (5ος αιών. ) υποστήριξε με πάθος πως οι άνθρωποι της αρχαιότητας θεώρησαν ως θεούς ό,τι ήταν χρήσιμο για τη ζωή τους, όπως ο ήλιος, η σελήνη, τα ποτάμια, οι πηγές κ. λ. π. Ο Αντισθένης (414 365) διακήρυξε πως ο Θεός είναι ένας και απόλυτα υπερβατικός για τον ανθρώπινο νου. Αποκήρυξε αηδιαστικά τη θρησκεία της εποχής του, διότι οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι! (Cicero de Nat. Deor. I, II, 13). Ο Θεόφραστος (372 287) ζήτησε να πάψουν οι ανόητες ζωοθυσίες, τόσο από σεβασμό προς τα ζώα, όσο και από το ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες ενέργειες (Θ. Η. Ε. τομ. 6, 415). Ο Ευριπίδης (480 406) χαρακτήρισε τις γελοίες για τους θεούς διηγήσεις των ποιητών "αοιδών δυστήνους λόγους" (Ευρ. Ηρακλ. Μαιν. 1346) και υποστήριξε πως "ει οι θεοί εισί κακοί ουκ εισί θεοί" (Εύρ. Βαλλεροφ. 23) με αποτέλεσμα να γίνει στόχος των φανατικών ειδωλολατρών. Ο Επίχαρμος (530 440) λοιδορεί την αρχαία ειδωλολατρία, διότι αυτή δέχεται "τους θεούς είναι άνεμους, ύδωρ, γην, ήλιον, πυρ, αστέρες" (Στοβ. Άνθ. 91, 92). Ο Πίνδαρος (522 446) στα περίφημα ποιήματα του απογύμνωσε τους θεούς από τις μυθολογικές γελοιότητες, που προσβάλλουν το θείο (Πινδ. Ολυμ. Θ 35 και P. Dech. όπου άνωτ. σελ. 7). Ο Σωκράτης (469 399) υπήρξε σαφώς μονοθεϊστής. Στους μαθητές του δίδασκε διαφορετική θρησκευτική πίστη, γι αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο ως "έτερα καινά δαιμόνια εισφέρων". Ο Πλάτων (428 347) φυγάδευσε κυριολεκτικά τον Όμηρο από την "Πολιτεία" του, διότι θεώρησε ότι οι ανήθικοι μύθοι για τους θεούς αποτελούν επιζήμια πρότυπα για τους νέους (Πολιτ. 368 Α 383C). Αρνήθηκε ουσιαστικά την πατρώα ειδωλολατρική θρησκεία και προσηλώθηκε στη δική του ιδεατή θεότητα, το "Όντως Όν". Ο Αριστοτέλης (384 322) όρισε το θείο ως το "Πρώτον κινούν ακίνητον" (πνευματικός μονοθεϊσμός), αρνούμενος τις ανόητες περί θεών πίστεις της αρχαιοελληνικής θρησκείας, γι αυτό κατηγορήθηκε για αθεϊσμό! Οι Στωικοί, ακολουθώντας τη διδασκαλία του Ζήνωνα καθιέρωσαν την πίστη στον ένα Θεό και ερμήνευσαν τους μύθους του Ομήρου αλληγορικά (P. Nilsson, όπου άντωτ. σελ. 304). Αρνητές της αρχαιοελληνικής θρησκείας υπήρξαν ακόμα ο Καρνεάδης, ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και όλοι οι σοφιστές και οι κυνικοί φιλόσοφοι.

Το τελειωτικό κτύπημα στην αρχαιοειδωλολατρική θρησκεία το έδωσε ο Ευήμερος (317 297) ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία και η οποία έγινε τελικά ευρέως αποδεκτή, πως οι θεοί της αρχαιοελληνικής θρησκείας ήταν κάποιοι επιφανείς άνθρωποι της παλιάς αρχαιότητας, τους οποίους θεοποίησαν μετά το θάνατο τους οι αμαθείς άνθρωποι!


Αυτές είναι μερικές από τις πάμπολλες μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες η αρχαιοελληνική ειδωλολατρική θρησκεία δεν υιοθετήθηκε ποτέ από τους μορφωμένους και σοφούς προγόνους μας, αλλά αντίθετα έγινε αντικείμενο άγριας κριτικής από αυτούς. Οι πιο πολλοί μορφωμένοι της αρχαιότητας αποφάνθηκαν ότι η θρησκεία αυτή των χωρικών (παγανισμός) δεν ταίριαζε στους σοφούς και τους λοιπούς καλλιεργημένους Έλληνες. Η φύση της ήταν σαφώς ειδωλολατρική διότι λάτρευε θεούς ανθρωπόμορφους, γεμάτους πάθη και ανάγκες, έχοντας οι ίδιοι χρεία βοηθείας. Επί πλέον η λατρεία του ηλίου, της σελήνης, των ποταμών, των ιερών λίθων "βαιτύλων", ερμαίων λίθινων στηλών, ακόμα και του φαλλού, μαρτυρεί σαφώς την ειδωλολατρική της υφή. Κάποια στιγμή μάλιστα έφτασαν στο σημείο να λατρεύουν ακόμα και ζώντες ανθρώπους ως θεούς! Οι αθηναίοι λάτρεψαν ως θεούς τον εκπορθητή της Αθήνας Λύσανδρο το Σπαρτιάτη, το Δημήτριο τον Πολιορκητή και το Νέρωνα! Η απόπειρα των Στωικών, όπως προαναφέραμε, να ερμηνεύσουν αλληγορικά τους μύθους και να ταυτίσουν τους ψευτοθεούς με προσωποποίηση φυσικών και ηθικών δυνάμεων, δεν κατόρθωσαν να άρουν από τη θρησκεία αυτή το ειδωλολατρικό και παγανιστικό στοιχείο και να ανακόψουν την περιθωριοποίηση της στον αμόρφωτο λαό και τους χωρικούς.


Κατόπιν αυτών είναι φανερό πως οι σύγχρονοι μας "ελληνολάτρες" οι οποίοι επιδιώκουν (υποτίθεται) τη βίωση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και μαζί την επαναφορά της ειδωλολατρίας, δεν επιδιώκουν ουσιαστικά την αναβίωση των αληθών πολιτισμικών στοιχείων της αρχαιότητας, αυτά που διαμόρφωσε το γνήσιο ελληνικό πνεύμα της διανόησης, αλλά την νεκρανάσταση των σαθρών και αποβλήτων στοιχείων των αγραμμάτων χωρικών!




Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Διάλογος τεύχος 23