ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ
Αρχιμ. π. Βαρνάβα Λαμπρόπουλου
Μια
μερίδα ελληνοψύχων αρχαιολατρών υποστηρίζουν την βαθειά συγγένεια ελληνισμού και
χριστιανισμού και υπερτονίζουν την δήθεν τεράστια προσφορά τ
ου
ελληνισμού στον χριστιανισμό. Καλλιεργούν (όπως παρατηρεί ο π. Γεώργιος
Μεταλληνός) την λανθασμένη και εθνικιστικά φορτισμένη εντύπωση, ότι η Ορθοδοξία
οφείλει την αίγλη και δόξα της στην ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία.
Παραθεωρείται όμως το γεγονός, (συνεχίζει ο π. Γεώργιος), ότι η Ελληνικότητα
στην Εκκλησία δεν είναι μέγεθος αυτόνομο και αυθυπόστατο, αλλά μέσο και όργανο,
μεταπλασσόμενο και μεταμορφούμενο μέσα στο Φως του Αγίου Πνεύματος. . . Έτσι ο
φιλοσοφικός ελληνικός λόγος Αποφορτίζεται στους βασικούς του όρους νοηματικά,
και Αναφορτίζεται, για να γίνει εκκλησιαστικός λόγος.
Αυτή η ανάγκη
αποφόρτισης και αναφόρτισης απορρέει από το γεγονός ότι, μεταξύ της ελληνικής
φιλοσοφίας και της του θεού Λόγου Σοφίας χάσμα μέγα εστήρικται. Πολύ παραστατικά
φαίνεται αυτό το χάσμα σε επιστολή του Μεγάλου Βασιλείου. Ο άγιος πατήρ, έχοντας
δαπανήσει ολόκληρη εικοσαετία στην σπουδή της ελληνικής φιλοσοφίας,
γράφει προς τον Ευστάθιο Σεβάστειας τα εξής:
Έχασα τον καιρό μου σε μαθήματα της παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας. Και όταν
αυτό το κατάλαβα, ένιωσα σαν να ξυπνάω από βαθύ ύπνο. Εξ ύπνου βαθέος, λοιπόν,
διαναστάς απέβλεψα προς το θαυμαστόν φως της αληθείας του Ευαγγελίου. Και τότε
συνειδητοποίησα, πόσο άχρηστη είναι η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των
καταργουμένων. Και άρχισα να θρηνώ τα χαμένα μου χρόνια.
Είναι αναμφισβήτητο (και κουφότατα μαρτυρούμενο από τα περιοδικά τους) ότι, αν
κάποιος τολμήσει να συγκρίνει την ελληνομάθεια των σημερινών αρχαιολατρών με την
ελληνομάθεια του Μ. Βασιλείου, θα αναγκαστεί, τους μεν ελληναράδες αρχαιολάτρες,
να τους βάλει (λίαν επιεικώς) στα θρανία του νηπιαγωγείου, τον δε Μέγα Ιεράρχη
σε πανεπιστημιακή έδρα! Γι αυτό ο λόγος του αγίου, όσο κι αν φαίνεται
υπερβολικός, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Όταν ο αληθινά φιλόσοφος άνθρωπος ξυπνήσει από τον ύπνο, στον οποίο οδηγεί η
παρά του Θεού μωρανθείσα σοφία, αρχίζει να αποκτά επιτηδειότητα φωτοληψίας (όπως
λέει και ο επίσης ελληνομαθής άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης). Και τότε μπορεί να
βλέπει, ότι η όντως Αλήθεια και η όντως Σοφία είναι ένα Πρόσωπο. Είναι το
συγκεκριμένο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του οποίου Μυστικό Σώμα είναι η
Εκκλησία. Γι αυτό ακριβώς η Εκκλησία είναι στύλος και εδραίωμα της Αληθείας.
Έτσι είναι
φανερό ότι η οδός προς την Θεογνωσία ταυτίζεται με το έργο της εν Χριστώ
σωτηρίας. Θεογνωσία, δηλαδή, δεν είναι μια διανοητική μάθηση. Είναι γεγονός
κοινωνίας. Είναι μετοχή του άνθρωπου στην δόξα του Χριστού, μέσα στο κατ’ εξοχήν
σχολείο Θεογνωσίας, που είναι η Εκκλησία. Και η Εκκλησία αποτελεί την μόνη πηγή
γνώσεως του αληθινού Θεού, όχι τόσο ως διδασκαλία και κήρυγμα ΠΕΡΙ της σωτηρίας,
αλλά κατ’ αρχήν ως ΓΕΓΟΝΟΣ σωτηρίας• ως πραγματικότητα αποκαταστάσεως και
αναμορφώσεως του αρχαίου (όχι αρχαιοελληνικού!. . . ) κάλλους.
Επομένως οι άγιοι Πατέρες, όσο κι αν κατέχουν τον ελληνικό λόγο, δεν
καταξιώνονται ως απλώς πεπαιδευμένοι, αλλά ως θεούμενοι. Είναι Πατέρες, όχι ως
διδάσκαλοι του Γένους, άλλα ως μυσταγωγοί στην θεία, την άνωθεν σοφία, δηλαδή
στον τρόπο θεώσεως-σωτηρίας.
ΔΙΑΛΟΓΟΣ 24 2001