ΒΙΟΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη
Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών
Status Questionis.
Η πρόοδος που έχει σημειωθεί στην ιατρική
τα τελευταία χρόνια, τόσο στον τομέα της θεραπευτικής, όσο και στον τομέα της
γενετικής και της βιολογίας, πέρα του ότι είναι εντυπωσιακή και συχνά έξω και απ
αυτά τα όρια των προσδοκιών του ανθρώπου, προκαλεί τη θεολογία και φαίνεται να
την εξωθή σε επανερμηνεία και επαναθεώρηση των παραδοσιακών της αντιλήψεων.
Ωστόσο σε κύκλους θεολόγων, αλλά και μη θεολόγων πλανάται το ερώτημα· Έχει η
θεολογία τα απαραίτητα εφόδια για να δώση απάντηση σε ερωτήματα, τα οποία
επιτακτικά θέτει η σύγχρονη επιστημονική έρευνα; Μήπως η ηθική της είναι
παρωχημένη και αναποτελεσματική, ανίκανη να αντιμετωπίση τα νέα δεδομένα και τις
αλματώδεις εξελίξεις που αναφέρονται στη βιολογική ύπαρξη και λειτουργία του
ανθρώπου; Μήπως ο λόγος της αφορά μόνο στην πνευματική σφαίρα της υπάρξεως και
δεν μπορεί να είναι συμβατός με την πραγματικότητα της εξελίξεως, ή ακριβέστερα
της επαναστάσεως, που επιτελείται στον τομέα της βιολογίας και της ιατρικής;
Μήπως το δόγμα, η πίστη της Εκκλησίας, επέβαλε ένα τυποποιημένο ήθος, το οποίο
χαρακτηρίζει η ακαμψία, η ανελαστικότητα και η αδυναμία προσαρμογής στα νέα
επιτεύγματα της επιστήμης;
Τα ερωτήματα αυτά έχουν πολλές πλευρές και μπορεί να αναγνωρίση κανείς σ αυτά
ποικίλες αφορμές για συζήτηση. Είναι γνωστό ότι η βιοηθική έκανε την εμφάνισή
της τα τελευταία μόλις χρόνια, αρχικά στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ευρώπη,
προφανώς δε είναι προϊόν των νέων δεδομένων που έθεσε η ιατρική πρόοδος και οι
έρευνες στον τομέα της Βιολογίας. Η Βιοηθική ήλθε ως παρεπόμενο των
επιστημονικών εξελίξεων και αποβλέπει στην κριτική αντιμετώπιση των διλημμάτων
και στην αξιολόγηση των συνεπειών που η νέα γνώση έχει φέρει στην επιφάνεια της
κοινωνικής ζωής. Η Βιοηθική, λοιπόν, εμφανίσθηκε σαν μια ανάγκη να
αντιμετωπισθούν τα ηθικά προβλήματα που συνδέονται με την πρόοδο της Ιατρικής
επιστήμης, αλλά και εκείνα που απορρέουν από τα πειράματα που σχετίζονται με τη
βιολογική ύπαρξη του ανθρώπου.
Προσέγγιση των εννοιών.
Είναι γνωστό ότι ο όρος «ηθική», ως δηλωτικός κάποιου τρόπου και κώδικα
συμπεριφοράς, έχει γίνει αφορμή να διατυπωθούν κατά καιρούς ποικίλες γνώμες, τα
τελευταία δε χρόνια η δυτική θεολογία τον είχε για καιρό αφήσει στο περιθώριο,
γιατί θεωρούσε ότι εκφράζει μια πεπαλαιωμένη αντίληψη για τον άνθρωπο και τη
ζωή. Ο όρος «ηθική» έχει την αφετηρία του στην αρχαία ελληνική σκέψη.
Ετυμολογικά προέρχεται από τον όρο «ήθος» που είναι άλλη γραφή και ερμηνεία του
όρου «έθος». Ο Αριστοτέλης θεωρεί την ηθική ως το δεύτερο σκέλος της αρετής,
μετά την «διανοητική», πιστεύει δε ότι «εξ έθους παραγίνεται, όθεν και τούνομα
έσχηκε μικρόν παρεκκλίνον από του έθους». Έτσι η ηθική, που διαμορφώνεται με τη
συνήθεια, σχετίζεται με το χρόνο. Η ηθική δηλώνει τη συμπεριφορά του ανθρώπου, η
οποία διαμορφώνεται ανάλογα μέσα στο χρόνο. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς βλέπουν στο
ήθος, πέρα από τη διαμόρφωση τρόπου συμπεριφοράς, η οποία επιτυγχάνεται με τη
συνήθεια, κάτι το θείο. «Ήθος ανθρώπω δαίμων» θα πει ο Ηράκλειτος, εννοώντας ότι
ήθος για τον άνθρωπο είναι η θεία δύναμη που κατοικεί μέσα του. 'Εδώ το
ανθρώπινο το ήθος είναι κάτι πέρα από ένα τρόπο που διαμορφώνει η συνήθεια,
είναι το αποτέλεσμα της σχέσεως με το θείο.
Στο Χριστιανικό κόσμο, και ειδικότερα στη σκέψη των ελλήνων Πατέρων, με τις
έννοιες ήθος και ηθική προσδιορίζεται ο χριστιανικός τρόπος ζωής, η καινή
συμπεριφορά, την οποία προβάλλει και επαγγέλλεται η Εκκλησία του Χριστού. Βέβαια
είναι γνωστό, ότι οι όροι «ήθος» και «ηθική» δεν είχαν ποτέ στους έλληνες
Πατέρες ευρεία διάδοση. Η χρησιμοποίησή τους ήταν οπωσδήποτε περιστασιακή και
περιωρισμένη. Ακόμα και ο Μ. Βασίλειος, ο οποίος συνέταξε λόγους στους οποίους
δόθηκε ο γενικός τίτλος «Ηθικά», χρησιμοποίησε μια εκκλησιαστική και θεολογική
γλώσσα, η οποία σαφώς διαφοροποιείται από τη νομική γλώσσα της ηθικής, όπως αυτή
αναπτύχθηκε σε μεταγενέστερες εποχές. Κατά τους νεώτερους χρόνους η λέξη «ηθική»
(Ethics, Ethic, Ethique) χρησιμοποιήθηκε για να δηλωθή η επιστήμη που ασχολείται
με τις ηθικές γενικά αξίες. Στή δυτική ορολογία χρησιμοποιήθηκαν παράλληλα οι
όροι Morality, Moral ή Morale (από το λατινικό mos που σημαίνει ήθος) για να
προσδιορισθή το αντικείμενο της ηθικής, δηλ. η ηθική συμπεριφορά.
Η Βιοηθική εμφανίζεται σήμερα ως νέος κλάδος της ηθικής επιστήμης ή έστω ως μια
αυτόνομη επιστήμη, παράλληλη όμως προς την ηθική επιστήμη. Ο κλάδος της
Βιοηθικής αποσκοπεί στο να προσεγγίση τα ηθικά διλήμματα που απορρέουν από την
πρόοδο στο χώρο της Βιολογίας και της Ιατρικής. Βιοηθική είναι ηθική που αφορά
στο βίο ειδικώτερα του ανθρώπου. Εχει ορθά επισημανθή, ότι ίσως είναι καλλίτερα
να μιλάμε για ηθική της Βιολογίας και της Ιατρικής. Όπως και νά'χη το πράγμα η
Βιοηθική καλείται να αντιμετωπίση τους νέους ηθικούς προβληματισμούς, τους
οποίους δημιούργησε και συνεχώς δημιουργεί η έρευνα στο χώρο της Βιολογίας και
της Ιατρικής. Το αντικείμενό της είναι απόλυτα καινούργιο και ως επί το πλείστον
απροσδόκητο. Τά επιτεύγματα που αφορούν στη βιολογική ύπαρξη του ανθρώπου είναι
συχνά έξω από τον κύκλο και αυτής της πιο τολμηρής φαντασίας. Συνεπώς η Βιοηθική
έχει την αποστολή να αξιολογήση την τολμηρή πρόοδο και να δή αν και σε ποιό
βαθμό συμβιβάζεται με τις εν γένει παραδεκτές αξίες που διέπουν τη ζωή του
ανθρώπου. Οι νέοι ορίζοντες που ανοίγονται με την επιστημονική έρευνα
συνεπάγονται και νέες προοπτικές στις αξιολογήσεις και στην περί ζωής φιλοσοφία
του ανθρώπου. Υπάρχουν δηλ. ηθικές συνέπειες που συνοδεύουν την κατά ένα τρόπο
ευγενή προσπάθεια του ανθρώπου να επεκτείνη τη γνώση του, να ευκολύνη τη ζωή και
να ερευνήση το χώρο της βιολογικής διαδικασίας.
Η δημιουργικότητα και η έρευνα δώρα του Θεού.
Συχνά οι κοινωνίες, που βρίσκονται μπροστά στα απίστευτα επιστημονικά
επιτεύγματα αντιδρούν με αμηχανία ή με αλληλοαναιρούμενες προτάσεις. Πολλοί
είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η έρευνα και η επιστήμη δεν μπορούν να έχουν
φραγμούς, άλλοι πάλι θεωρούν επιβεβλημένο τον καθορισμό κάποιου νομικού ή ηθικού
πλαισίου, γιατί, όπως τονίζουν, αν δεν αναγνωρισθή η αναγκαιότητα του ελέγχου
στα βιολογικά πειράματα και στην ιατρική έρευνα ο άνθρωπος υποβιβάζεται σε
πειραματόζωο, σε αντικείμενο του εργαστηρίου.
Είναι αναγκαίο στο σημείο αυτό να διευκρινίσουμε ότι η έρευνα γενικά και
ειδικώτερα η επιστημονική αναζήτηση νέων μεθόδων και νέων εφαρμογών που αφορούν
στη βελτίωση της ζωής του ανθρώπου εντάσσονται στη δυνατότητα που ο ίδιος ο Θεός
έχει δώσει στον άνθρωπο να αναζητά και να δημιουργή. Η τεχνολογία και κατ
επέκταση η βιοτεχνολογία βρίσκουν τη θεολογική τους δικαίωση στη δυνατότητα που
αυτός ο Θεός έδωσε στους πρωτόπλαστους να εργάζωνται και να φυλάσσουν τον
παράδεισο (Γεν. 2:15). Η δημιουργικότητα είναι συνυφασμένη με τη φύση του
ανθρώπου, ο οποίος, ως εικόνα του Θεού (Γεν. 1:27) και ως ελεύθερο πρόσωπο έχει
μια μοναδικότητα στο στερέωμα του κτιστού κόσμου. «Και έπλασεν ο Θεός τον
άνθρωπον χούν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και
εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γεν. 2:7).
Ο άνθρωπος ως «ψυχή ζώσα» είναι δημιουργικό πνεύμα, έχει δήλ. στη φύση του κάτι από τη θεία δημιουργικότητα. Αυτό είναι πράγματι ευλογία, τη σημασία της οποίας αναγνωρίζει και εξαίρει η θεολογία. Ωστόσο ο άνθρωπος ως ελεύθερο πρόσωπο οφείλει να λειτουργή κριτικά. Αν η δημιουργικότητα είναι ανεξέλεγκτη και άκριτη, τότε παύει να είναι ολοκληρωμένη και αυθεντική. Η «διάκρισις των πνευμάτων» (1 Κορ. 12:10) είναι ανάγκη να συνοδεύη τη δημιουργικότητα. Στην Ορθόδοξη παράδοση η δημιουργικότητα βρίσκει την ολοκληρία της όταν διασώζη τη θεία προέλευσή της. Ο άνθρωπος δεν είναι μια αυτόνομη και αυτοκίνητη μηχανή, αλλά μπορεί να δημιουργή επειδή ακριβώς είναι ζώσα εικόνα του Θεού. Στήν ουσία η δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος να ερευνά και να ανακαλύπτη έχει θεία την προέλευσή της. Αυτό σημαίνει, ότι η φυσική κλίση του ανθρώπου να δημιουργή, να ερευνά, να ανακαλύπτη δεν χάνει, σε καμμία περίπτωση, τη θεία καταβολή και καταξίωσή της. Οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν την έννοια της «συνεργίας» για να καταδείξουν ότι, ο άνθρωπος ως δημιουργική οντότης μπορεί και είναι συνεργός του Θεού.
Η μετά του Θεού συνεργία, ιδιαίτερα στην ιατρική λειτουργία, εξαίρεται στην Αγία
Γραφή. Στη Σοφία Σιράχ καταγράφεται· «Τίμα ιατρόν προς τας χρείας αυτού τιμαίς
αυτού, και γάρ αυτόν έκτισε Κύριος· παρά γάρ υψίστου εστίν ίασις ... επιστήμη
ιατρού ανυψώσει κεφαλήν αυτού, και έναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται. Κύριος
έκτισεν εκ γης φάρμακα, και ανήρ φρόνιμος ου προσοχθιεί αυτοίς» (38:1-4). Στην
παράδοση εξ άλλου της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχει μια πλειάδα αγίων ιατρών, τους
οποίους ιδιαίτερα ευλαβείται η συνείδηση των πιστών, ενώ στο έργο της Εκκλησίας
συμπεριλαμβανόταν πάντοτε η μέριμνα για την ίδρυση νοσοκομείων και
θεραπευτηρίων. Η Εκκλησία συνεπώς καταφάσκει στο έργο της ιατρικής, το οποίο
θεωρεί ιερή υπόθεση, και ακόμα γιατί αναγνωρίζει ότι το ανθρώπινο σώμα έχει καθ
εαυτό μιαν ιερότητα ως αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης προσωπικότητας. Το σώμα
είναι ο ναός της ψυχής του ανθρώπου. Στην όλη ιστορία του κάθε ανθρώπινου
προσώπου το σώμα έχει να επιτελέση ένα μοναδικό έργο, είναι ο χώρος στον οποίο
ιερουργείται η ζωή και το επίπεδο στο οποίο ετοιμάζεται η μέλλουσα αθανασία του
ανθρώπου. Χωρίς το σώμα δεν υπάρχει ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι η Ιατρική και η
Βιολογία, ως επιστήμες που έχουν ως αντικείμενό τους τον ανθρώπινο βίο και πιο
συγκεκριμένα τις σωματικές λειτουργίες, θεωρούνται ότι επιτελούν θείο έργο, στο
μέτρο βέβαια που με τις επιστημονικές παρεμβάσεις τους δεν παραβιάζεται η
ελευθερία του προσώπου και δεν αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος ως μια αποκλειστικά
βιολογικά μηχανή. Το θέμα είναι, ότι η ιερότητα του ιατρικού λειτουργήματος
προϋποθέτει την αναγνώριση της ανθρώπινης προσωπικότητας ως μοναδικής
ψυχοσωματικής οντότητας.
Το ζήτημα του ιατρικού έργου και των ερευνών που αφορούν στις βιολογικές
λειτουργίες είναι λεπτό και θα πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε σχέση με την
πραγματικότητα του ανθρώπινου προσώπου. Η Ιατρική και η Βιολογία δεν ασχολούνται
με άψυχα αντικείμενα, δεν είναι δηλ. κάτι αντίστοιχο με τη φυτολογία ή έστω με
τη ζωολογία. Αντικείμενό τους είναι η μοναδική πραγματικότητα της ανθρώπινης
ζωής, η οποία είναι αναπόσπαστα δεμένη με το ανθρώπινο πρόσωπο, το οποίο ως
εικόνα του Θεού, έχει τη μοναδική κλήση και προοπτική της αθανασίας. Αυτό
σημαίνει ότι η Ιατρική και Βιολογία οφείλουν να λειτουργούν επικουρικά και όχι
εξουσιαστικά και κυριαρχικά. Ο απόλυτος σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου, όχι ως
εφήμερης βιολογικής υπάρξεως, αλλά ως αιώνιας και αθάνατης οντότητας είναι
προϋπόθεση για μια ιατρική η οποία θα συναινή στη ζωή ευεργετικά και βοηθητικά.
Η ιατρική παρέμβαση, παραδείγματος χάριν, για τη διακοπή της κυήσεως
αντιστρατεύεται το δικαίωμα της ζωής, το οποίο είναι εξ ίσου υπαρκτό και έγκυρο
για το έμβρυο, όσο και για τον οποιοδήποτε ώριμο άνθρωπο. Πολύ περισσότερο
μάλιστα το έμβρυο ως ύπαρξη, στο οποίο έχουν ήδη προσδιορισθή τα χαρακτηριστικά
της νέας ανθρώπινης ζωής, έχει μεγαλύτερη ανάγκη ιατρικής προστασίας. Το έμβρυο
των πρώτων ημερών, το νεογέννητο βρέφος, ο νέος, ο ώριμος ή ο ηλικιωμένος
άνθρωπος είναι σταθμοί της ίδιας ανθρώπινης ζωής. Η ευθύνη της Ιατρικής και της
Βιολογίας έγκειται στο να προστατεύη με τις ανακαλύψεις και τις νέες μεθόδους το
ανεκτίμητο δώρο της ζωής, σ όποια φάση κι αν αυτό το δώρο εμφάνιζεται. Από
πλευράς Θεολογίας η προστασία αυτή δεν αφορά σε μια βιολογική ύπαρξη που θα
πεθάνη, αλλά σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο το οποίο έχει προορισμό να μη πεθάνη και
το οποίο στη βιολογική του πορεία έχει την ευκαιρία και την ύψιστη ευθύνη να
δημιουργήση μια μοναδική και ανεπανάληπτη ιστορία.
Οι εξελίξεις στον τομέα της Βιοτεχνολογίας και
τα διλήμματα που προκύπτουν.
Ωρισμένοι βιολόγοι, γιατροί, νομικοί, ακόμα και θεολόγοι θεωρούν, ότι η Βιοηθική
θα επιλύση όλα τα προβλήματα που δημιουργεί η έρευνα και οι ανακαλύψεις στον
τομέα της Βιοτεχνολογίας. Αντιλαμβάνονται τη Βιοηθική ως τον από μηχανής θεό της
αρχαίας τραγωδίας. Είναι γνωστό ότι στο αρχαίο θέατρο, όταν η τραγωδία έφθανε σε
αδιέξοδο, ξαφνικά εμφανιζόταν, με μια μηχανική υποστήριξη, κάποιος «θεός», ο
οποίος έδινε τη λύση στο αδιέξοδο. Ο θεός αυτός πήρε το όνομα «από μηχανής
θεός». Κάπως έτσι φαντάζονται ωρισμένοι και το ρόλο της Βιοηθικής. Αυτό προφανώς
αποτελεί ανεδαφική ελπίδα, απλούστατα γιατί οι εξελίξεις στη Βιοτεχνολογία
είναι, ως επί το πλείστον, ανεξέλεγκτες και δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με
ηθικές εντολές ή παραινέσεις. Θα πρέπει να δώσουμε ωρισμένα παραδείγματα για να
γίνει σαφές ότι τα προβλήματα και τα διλήμματα που εμφανίζονται με την πρόοδο
της επιστήμης είναι μεγάλα και πολύπλοκα, η δε αντιμετώπισή τους απαιτεί μια
ριζικά καινή νοοτροπία και μια περί ζωής φιλοσοφία η οποία δεν εξαντλείται σε
εντολές και στην καταγραφή κανόνων.
Υπάρχουν προτάσεις της Βιοτεχνολογίας για τις οποίες η κοινή γνώμη εκφράζει
αποτροπιασμό και η ανθρώπινη συνείδηση, ανεξάρτητα από τις ηθικές της καταβολές,
αντιδρά. Η συζήτηση για την ανδρική εγκυμοσύνη είναι ένα θέμα που προκαλεί τη
φυσική απέχθεια στον οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο. Η ανακοίνωση επίσης του
Βρετανού εμβρυολόγου Τζόναθαν Σλάκ, του Πανεπιστημίου του Μπάθ, ότι με την
τροποποίηση ωρισμένων γονιδίων κατώρθωσε να δημιουργήση ακέφαλα έμβρυα βατράχου,
και ότι με την ίδια μέθοδο θα μπορούσε δια του κλωνισμού να δημιουργήση
ανθρωποειδή για την παραγωγή ανθρωπίνων οργάνων για τις μεταμοσχεύσεις, είναι
θέμα για το οποίο ο κοινός άνθρωπος αισθάνεται απέχθεια. Η προοπτική δημιουργίας
ακέφαλων ανθρώπων, για την κατά παραγγελία παραγωγή ανθρωπίνων οργάνων,
υποκρύπτει μια κυνικότητα και έναν υποβιβασμό της ανθρώπινης ύπαρξης και της
βιολογικής λειτουργίας. Η κατά παραγγελίαν δημιουργία όντων, ή ακριβέστερα
τεράτων, που θα έχουν μοναδικό προορισμό να προσφέρουν τους ιστούς και τα όργανά
τους σε κάποιον άνθρωπο αφέντη, έστω και αν φαίνεται ως προοπτική που θα
λειτουργήση «επ αγαθώ» του ανθρώπου, είναι προκλητική και οπωσδήποτε ενοχλεί τον
καθημερινό άνθρωπο. Αντίδραση στον κοινό νού προκαλεί, σε γενικές γραμμές, και η
συζήτηση για την περιβόητη κλωνοποίηση. Μέ τον κλωνισμό μπορεί να επιτευχθή η
παραγωγή απεριορίστου αριθμού πανομοιότυπων όντων, ανθρώπων κλώνων, ενώ με τη
γενετική παρέμβαση είναι δυνατό τα αντίγραφα αυτά να βελτιωθούν. Το ερώτημα
είναι γιατί ανθρώπινα αντίγραφα, και ποιός θα κρίνη για τη γενετική τροποποίηση
και τις σκοπιμότητές της; Πώς, τέλος, κατανοείται η περιβόητη βελτίωση των
κυττάρων;
Υπάρχουν άλλα ζητήματα από τη βιολογική επανάσταση, για τα οποία οι καθημερινοί
άνθρωποι εκφράζουν ποικίλες γνώμες και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Για
την τεχνητή γονιμοποίηση η κοινή γνώμη έχει γενικά μεγαλύτερη συμπάθεια απ ότι
για άλλα ζητήματα της Βιοτεχνολογίας. Ο λόγος είναι προφανής. Με την τεχνητή
γονιμοποίηση, λέγεται, ότι χρησιμοποιούνται τα μέσα της επιστήμης για να έλθη
στον κόσμο μια νέα ανθρώπινη ύπαρξη. Πέρα όμως απ αυτή την απλοποιημένη
τοποθέτηση, το θέμα έχει και τις ποικίλες προεκτάσεις του, και τις κοινωνικές
παρενέργειές του. Η διατήρηση του σπέρματος είναι ένα θέμα που έχει πολλές
πλευρές. Σε μερικές περιπτώσεις αυτό γίνεται όταν ο άνθρωπος έχει προσβληθή από
ασθένεια που απαιτεί θεραπευτική αγωγή η οποία ενέχει τον κίνδυνο της
στειρότητας. Στην περίπτωση αυτή η διατήρηση του σπέρματος είναι ο μόνος τρόπος
για να γίνη τεχνητή γονιμοποίηση. Πιό ακραία και βέβαια ηθικά απαράδεκτη είναι η
διατήρηση του σπέρματος για λόγους «συμφέροντος». Εχει γραφή ότι «πολλοί νέοι
Αμερικάνοι καταθέτουν το σπέρμα τους στην τράπεζα σπέρματος και στην συνέχεια
υποβάλλονται σε στείρωση. Έτσι έχουν "άνετες" σεξουαλικές σχέσεις, και όταν
θελήσουν να αποκτήσουν παιδί απευθύνονται στην «τράπεζά τους».
Υπήρξαν και περιπτώσεις που το σπέρμα παρέμεινε στην τράπεζα για χρόνια μετά το θάνατο του δότη συζύγου, και η χήρα του ζήτησε τη γονιμοποίησή του πολύ μετά το θάνατο του συζύγου της. Έτσι, το παιδί που γεννήθηκε ήταν αναγκαστικά ορφανό, παιδί ενός «πατέρα» που είχε πεθάνει χρόνια πριν. Ακόμα πιο πολύπλοκα είναι τα ζητήματα όταν πρόκειται για την καταφυγή στο σπέρμα ενός δότη. Ωρισμένοι γονείς στην απελπισία τους και στην φυσική ανάγκη τους να αποκτήσουν παιδί καταφεύγουν σ αυτή την ηθικά επιλήψιμη λύση. Όχι σπάνια οι δότες και αυτοί που αποθηκεύουν ή μεταβιβάζουν το σπέρμα λειτουργούν στη βάση της οικονομικής συναλλαγής. Οι παρεμβάσεις των Υπουργείων Υγείας είναι κυρίως για να ρυθμισθούν προβλήματα νομικά και διαδικαστικά. Παραμένει ωστόσο το κρίσιμο ερώτημα, αν η προσφυγή στο σπέρμα ενός δότη είναι η ενδεδειγμένη και ηθικά αποδεκτή λύση. Ένα άλλο ζήτημα παρεμφερές είναι, ότι συνήθως στην περίπτωση της τεχνητής γονιμοποίησης επιδιώκεται να διατηρηθή η ανωνυμία του δότη, για να διασφαλισθή έτσι η αυτοτέλεια και η συνοχή της οικογένειας που αναγκάστηκε να καταφύγη σ αυτή τη λύση. Μέ τον τρόπο όμως αυτό δημιουργούνται άλλα προβλήματα που έχουν σχέση με την υγεία του παιδιού που πρόκειται να έλθη στον κόσμο. Όταν δεν είναι γνωστή η προέλευση του σπέρματος δεν είναι γνωστές και οι κληρονομικές καταβολές, με συνέπεια η υγιεινή προστασία του παιδιού να μην είναι εξασφαλισμένη.
Τα παραδείγματα αυτά δεν κάνουν άλλο παρά να καταγράφουν τα κρίσιμα προβλήματα
που δημιουργεί η επιστημονική εξέλιξη, και ειδικώτερα οι ανακαλύψεις στον τομέα
της τεχνητής γονιμοποιήσεως. Ανάλογα προβλήματα υπάρχουν και σε άλλα ζητήματα
που προκύπτουν από την πρόοδο στην Βιολογία και στην Ιατρική, πρόοδο που
καλύπτει όλο το φάσμα της ζωής, από τη σύλληψη ή και την προ της συλλήψεως
διαδικασία, μέχρι το θάνατο. Το καίριο όμως ερώτημα είναι, μπορούν τα προβλήματα
αυτά να αντιμετωπισθούν με απλές νομικές ρυθμίσεις; Μπορούν να αντιμετωπισθούν
με μια «ανανεωμένη» και προσαρμοσμένη στις νέες απαιτήσεις ηθική διδασκαλία;
Πολλοί κοινωνιολόγοι, ιατροί, νομικοί ή και θεολόγοι πιστεύουν πώς ναί.
Η άποψή τους είναι, ότι στα προβλήματα μπορεί να δοθή απάντηση αν ανανεώσουμε την ηθική μας, αν προσαρμόσουμε στις νέες απαιτήσεις των καιρών τις ηθικές μας αντιλήψεις. Αλλά και πάλι προκύπτει ένα σοβαρό ερώτημα, είναι η ηθική ένα σύστημα αξιών που διαμορφώνεται από τις διάφορες περιστάσεις και τις «ανάγκες» που εμφανίζονται κατά καιρούς ή μήπως έχει διαχρονική και διαπροσωπική σημασία και αξία;
«Descriptive and prescriptive
Bioethics».
Ο Δρ. Darryl Macer του Ινστιτούτου Βιολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της
Tsukuba της Ιαπωνίας θεωρεί, ότι υπάρχουν δύο τύποι Βιοηθικής. Ο πρώτος τύπος
είναι η «περιγραφική Βιοηθική» («descriptive bioethics»). Ο τύπος αυτός αφορά
στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τη ζωή και τις ηθικές
αλληλεπιδράσεις και ευθύνες τους σε σχέση με τους ζωντανούς οργανισμούς της
ζωής. Ο δεύτερος τύπος είναι Η «συνταγογραφική βιοηθική» («prescriptive
bioethics»). Μέ τον τύπο αυτό δηλώνεται στους άλλους τι είναι καλό και τι κακό,
ποιές αρχές είναι μεγαλύτερης σημασίας, και ότι ωρισμένοι έχουν δικαίωματα και
γι' αυτό άλλοι έχουν ευθύνες έναντί τους. Κατά τον ίδιο επιστήμονα η Βιοηθική
ασχολείται με τη μελέτη ζητημάτων που προκύπτουν από τη ζωή, είναι το αποτέλεσμα
αυτού που ονομάζει «αγάπη της ζωής». Η αγάπη συνυπάρχει με τη διακινδύνευση,
είναι μια προσπάθεια ισορροπίας μεταξύ ρίσκου και ωφέλειας, μεταξύ επιλογών και
αποφάσεων. Η αγάπη στηρίζεται στη φιλαλληλία και είναι αντίθετη προς την
εγωϊστική αυτονομία. Ο D. Macer πιστεύει, ότι στις περισσότερες θρησκείες η
αγάπη θεωρείται ανώτερη από τη φιλαυτία, και θεωρητικά οι περισσότεροι άνθρωποι
συμφωνούν σ αυτό χωρίς όμως να το αποδεικνύουν στην πράξη. Το συμπέρασμα είναι
ότι μια αληθινή Βιοηθική δεν μπορεί να υπάρξη αυτόνομα, έξω από την αγάπη.
Το πρωτείο της αγάπης αναμφίβολα προσδιορίζει ένα πλαίσιο Βιοηθικής, παρά ταύτα
είναι απαραίτητο να γίνουν μερικές εξηγήσεις, απλούστατα γιατί μπορεί μεν η
αγάπη να μη συμβιβάζεται με τη φιλαυτία και την εγωϊστική αυτάρκεια, ωστόσο
μπορεί να υπηρετή μια κοινωνία που είναι εγωϊστικά και ανθρωποκεντρικά δομημένη.
Αυτό που θέλω να πω είναι, ότι η αγάπη για να είναι αυθεντική πρέπει να βλέπη το
κάθε ανθρώπινο πρόσωπο όχι στα όρια μόνο της βιολογικής του ζωής, αλλά στην
προοπτική της αιώνιας υπάρξεώς του.
Η εσχατολογική θεώρηση της ζωής ή η πρόταση
της Ορθόδοξης θεολογίας.
Στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία και παράδοση έχει πολλά να πή. Η Ορθόδοξη
ανθρωπολογία είναι ρεαλιστική, αλλά συγχρόνως και έντονα ασκητική και
εσχατολογική. Αυτό που προσδιορίζει τον ανθρώπινο βίο δεν είναι η βιολογική
συμπεριφορά και η βιολογική έκτασή του, αλλά αυτό που μπορεί ο άνθρωπος να φθάση
με την άσκησή του και την ανάδειξή του στη χριστιανική κοινωνία. Στην Ορθόδοξη
παράδοση το είναι του ανθρώπου φωτίζεται απ αυτό που πρόκειται να γίνη. Έτσι, η
έσχατη ζωή βαρύνει περισσότερο από την παρούσα. Στη συνείδηση της Εκκλησίας
ασφαλώς μετράει αυτό που είμαστε, ωστόσο έχει ανυπολόγιστη σημασία αυτό για το
οποίο έχουμε κληθή. «Οίδαμεν γάρ ότι εάν η επίγειος ημών οικία του σκήνους
καταλυθή, οικοδομήν εκ Θεού έχομεν οικίαν αχειροποίητον αιώνιον εν τοίς
ουρανοίς. Και γάρ εν τούτω στενάζομεν, το οικητήριον ημών το εξ ουρανού
επενδύσασθαι επιποθούντες» (2 Κορ. 5:1-2).
Μέσα απ αυτή την εσχατολογική θεώρηση της ζωής τα βιοηθικά διλήμματα φωτίζονται
διαφορετικά. Το μείζον πρόβλημα της Βιοηθικής σήμερα είναι, ότι προσπαθεί να
δώση απαντήσεις σε ερωτήματα του παρόντος, για έναν άνθρωπο που θα πεθάνη,
εγκλωβίζοντας έτσι την ανθρώπινη διάσταση στα όρια της εγκόσμιας υλικής
πραγματικότητας. Η Βιοτεχνολογία και κατ ακολουθία και η Βιοηθική, σ ένα μεγάλο
βαθμό, υπηρετούν τις υλικές, και επομένως τις φθαρτές ανάγκες του ανθρώπου.
Φιλοδοξούν να υπηρετήσουν τις ανάγκες της βιολογικής υπάρξεως, συχνά αγνοώντας
την πνευματική διάσταση του ανθρώπου. Φαίνεται να αγνοή η σύγχρονη Βιοηθική την
αιώνια, δηλ. τη θεία προοπτική του ανθρώπου. Μπορούμε συνεπώς να μιλάμε για
εκκοσμικευμένη Βιοηθική που υπηρετεί τις ανάγκες ενός εκκοσμικευμένου κόσμου.
Αν αξιολογήση κανείς τη βιολογική ζωή στη βάση του θανάτου, θα καταλήξη σε
συμπεράσματα τελείως διαφορετικά απ αυτά που θα του υπαγορεύη μια εκτίμηση, η
οποία θα στηρίζεται στην πίστη ότι ο άνθρωπος υπάρχει για να μη πεθάνη. Αυτό
σημαίνει ότι η βιολογική ύπαρξη του ανθρώπου έχει μοναδική και ανεκτίμητη αξία
όχι γιατί είναι σύντομη και τελειώνει με το θάνατο, αλλά γιατί είναι μοναδική
ευκαιρία αθανασίας. Αν δή κανείς τη βιολογική ζωή ως ανυπολόγιστη δωρεά του Θεού
για την προετοιμασία της πνευματικής ζωής, τότε οι εκτιμήσεις του για τα
πράγματα του κόσμου θα αξιολογούνται διαφορετικά. «Και γάρ οι όντες εν τώ σκήνει
στενάζομεν βαρούμενοι, εφ ώ ου θέλομεν εκδύσασθαι αλλ επενδύσασθαι, ίνα καταποθή
το θνητόν υπό της ζωής. ῾Ο δε κατεργασάμενος ημάς εις αυτό τούτο Θεός, ο δούς
ημίν τον αρραβώνα του Πνεύματος. Θαρρούντες ούν πάντοτε και ειδότες ότι
ενδημούντες εν τώ σώματι εκδημούμεν υπό του Κυρίου, δια πίστεως γάρ περιπατούμεν
ου δια είδους· θαρρούμεν δε και ευδοκούμεν μάλλον εκδημήσαι εκ του σώματος και
ενδημήσαι προς τον Κύριον. Διό και φιλοτιμούμεθα, είτε ενδημούντες είτε
εκδημούντες, ευάρεστοι αυτώ είναι» (2 Κορ. 5:4-9).
Το εκκλησιαστικό φρόνημα θεμέλιο για μια
αυθεντική Βιοηθική.
Η Βιοηθική μπορεί να λειτουργή λυτρωτικά πράγματι για τον άνθρωπο, όταν
θεμελιώνεται στο χριστιανικό φρόνημα και δηλώνη το ήθος της θεώσεως. Είναι λάθος
να πιστεύουμε ότι η Βιοηθική, ως σύστημα κανόνων και ηθικών επιταγών, θα μπορή
να ελευθερώση τον άνθρωπο από τα διλήμματα, στα οποία τον οδηγεί η πρόοδος της
Βιοτεχνολογίας. Ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερο και ανεπανάληπτο πρόσωπο, το
οποίο μέσα στη δική του ιστορία έρχεται να αντιμετωπίση καταστάσεις που αφορούν
αποκλειστικά αυτόν τον ίδιο. Καμμιά κωδικοποίηση κανόνων και ηθικών εντολών
μπορεί να επιλύση τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο όποιος συγκεκριμένος
άνθρωπος. Το ζήτημα είναι, ο άνθρωπος, ο οποίος ζη στο φάσμα της τεχνολογίας και
της προόδου, να έχη νούν Χριστού, ώστε να διακρίνη τα πράγματα. Αν
συσχηματίζεται και προσαρμόζεται άκριτα σε όσα ο παρών αιώνας αναδεικνύει, τότε
ο νούς του χάνει τη διαύγειά του. Ο Παύλος αναφέρεται στη μεταμόρφωση του νού
και πιστεύουμε ότι ο λόγος του είναι ιδιαίτερα επίκαιρος σήμερα. «Και μη
συσχηματίζεσθε τώ αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφούσθαι τη ανακαινώσει του νοός υμών,
εις το δοκιμάζειν υμάς τι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και
τέλειον» (Ρωμ. 12:2).
Η Βιοηθική, για να είναι αυθεντική ανθρώπινη ελπίδα και για να βοηθάη ουσιαστικά
στη λύση των προβλημάτων και στην ορθή αντιμετώπιση των διλημμάτων που εγείρει η
πρόοδος της επιστήμης, θα πρέπει να μη είναι απλή θεραπενίδα της ευημερίας. Θα
πρέπει να δή τον άνθρωπο στην πραγματική του διάσταση και όχι αποκλειστικά και
μονιστικά στη βιολογική του ύπαρξη και στην υλική ανάπαυσή του. Ο άνθρωπος δεν
είναι μόνο υλικοσωματική οντότης. Το πολυτιμώτερο που έχει δεν είναι το σώμα,
αλλά η αθάνατη ψυχή του που τον καθιστά ελεύθερο πρόσωπο, εικόνα του Θεού, η
οποία μπορεί να αξιολογή όσα ανήκουν στον άνθρωπο και όσα τον περιβάλλουν. Είναι
ανάγκη να υπάρχη διαβάθμιση των αξιών και εκκλησιαστική αξιολόγηση της ζωής.
Ο άνθρωπος είναι πάνω απ όλα αθάνατη ψυχή για την οποία επιφυλάσσεται αιώνια θεία κοινωνία. Ο Μ. Βασίλειος ωραιότατα διευκρινίζει το ζήτημα. «Πρόσεχε ούν σεαυτώ· τουτέστι, μήτε τοίς σοίς μήτε τοίς περί σε, αλλά σεαυτώ μόνω πρόσεχε. Αλλο γάρ εσμέν ημείς αυτοί, και άλλο τα ημέτερα, και άλλο τα περί ημάς. Ημείς μεν ούν εσμεν η ψυχή και ο νούς, καθό κατ εικόνα του κτίσαντος γεγενήμεθα· ημέτερον δε το σώμα και αι δι αυτού αισθήσεις· περί ημάς δε χρήματα, τέχναι και η λοιπή του βίου κατασκευή. Τί ούν φησιν ο λόγος; Μή τη σαρκί πρόσεχε, μηδέ το ταύτης αγαθόν εκ παντώς τρόπου δίωκε· υγείαν και κάλλος και ηδονών απολαύσεις, και μακροβίωσιν· μηδέ χρήματα και δόξαν, και δυναστείαν θαύμαζε· μηδέ όσα σοι της προσκαίρου ζωής της υπήρεσίαν πληροί, ταύτα μεγάλα νομίσας, τη περί ταύτα σπουδή της προηγουμένης σεαυτού ζωής καταμέλει· αλλά πρόσεχε σεαυτώ· τουτέστι, τη ψυχή σου. Ταύτην κατακόσμει, και ταύτης επιμελού».
Η Ορθοδοξία με το ασκητικό της φρόνημα και την ησυχαστική παράδοσή της βλέπει
τον άνθρωπο όχι στα στεγανά όρια της επίγειας ζωής του, αλλά στην εσχατολογική
του δόξα. Όταν ο άνθρωπος αξιολογήση τη βιολογική με κριτήριο την εκκλησιολογική
του ύπαρξη, η όλη συμπεριφορά του φωτίζεται και αποκτά νέο νόημα η κάθε πράξη
του. Η Ορθόδοξη παράδοση σταθερά επαγγέλλεται, ότι μεγαλύτερη αξία απ ότι είναι,
έχει για τον άνθρωπο αυτό που μπορεί να γίνη, θεός κατά χάρη. Αν δούμε τη ζωή
του ανθρώπου σ αυτή της τη θεολογική και εκκλησιοκεντρική έκταση, η θεώρηση των
διλημμάτων που δημιουργούν οι βιοϊατρικές μέθοδοι εκλαμβάνει άλλο χαρακτήρα.
Τότε μπορούμε να καταλάβουμε, ότι κάθε νέα μέθοδος της Ιατρικής και κάθε πρόοδος
της Βιολογίας είναι ευλογημένη, αν αποβλέπη στον όλο άνθρωπο, που ζη μεν στον
παρόντα αιώνα πορεύεται όμως στον αιώνα τον μένοντα. Αντίθετα κάθε ανακάλυψη
στον τομέα της Βιοτεχνολογίας που εγκλωβίζει τον άνθρωπο στα στεγανά όρια της
βιολογικής του ζωής, όσο και αν διευκολύνει τη γήϊνη ζωή και αναπαύει το σώμα
του ανθρώπου, υποκρύπτει μια τραγικότητα. Το συμπέρασμα είναι, ότι το
εκκλησιαστικό φρόνημα είναι εκείνο που μπορεί να ξεπεράση τα όποια βιοηθικά
διλήμματα. Δεν μπορώ να μη αναγνωρίσω την επικαιρότητα των λόγων του Παύλου. «Οι
κατά σάρκα όντες τα της σαρκός φρονούσιν, οι δε κατά πνεύμα τα του Πνεύματος. Το
γάρ φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του Πνεύματος ζωή και ειρήνη...
Υμείς δε ουκ εστέ εν σαρκί, αλλ εν Πνεύματι, είπερ Πνεύμα Θεού οικεί εν υμίν» (Ρωμ.
8:5-9).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (Κατ επιλογήν)
Beauchamp, Tom. L. - Walter, LeRoy, Contemporary Issues in Bioethics (3rd ed.),
Belmont, California 1989
J. Bernard, Bioethics (Greek translation Eleni Spanou), Athens 1996
Breck, John, "Bioethical dilemmas and Orthodoxy", Sourozh, No 71
British Medical Association, Our Genetic Future: The Science and the Ethics of
Genetic Technology, Oxford 1992
Egelhardt, H. Tristam, The Foundations of Bioethics, New York - Oxford 1986
Grigger, Bette-Jane (Ed.), Cases in Bioethics. Selection from the Hastings
Center Report (2nd ed.), New York
Harakas Stanley Samuel, "Eastern Orthodox Bioethics", Theological Developments
in Bioethics, 1989-1990, pp. 85-101
Harakas Stanley Samuel, Health and Medicine in the Eastern Orthodox Tradition,
New York 1990
Hare, R.M., Essays in Bioethics, Oxford 1993
Jonsen, Albert R., The Birth of Bioethics, New York - Oxford 1998
Μαντζαρίδη, Γ.Ι., Χριστιανική Ηθική (4η έκδοση) Θεσσαλονίκη 1995
Rifkin, Jeremy, The Age of Biothechnology. The genetic marketplace and the dawn
of the wonderful new world (Μετ. Α. Αλιβιζάτου), Athens 1998
Robb, M. "Bioethics and the Ethos of Orthodoxy", Youth Centre, Parish of St.
Athanasios Polydroso, Polydroso - Athens 1999, pp.55-59
Walters, Le Roy - Palmer, Julie Gage, The Ethics of Human Gene Therapy, New York
- Oxford 1997
Wertz, C. Dorothy - Fletscher, J.C. (Eds), Ethics and Human Genetics. A Cross -
Cultural Perspective, Berlin - Heidelberg 1989.