Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΩΝ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΣTO ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Οι Γνώσεις φυσιολογίας του γήρατος στους Βυζαντινούς συγγραφεις

Ιωάννη Παπαφιλιππούλου
Επισκέπτη Υγείας, Θεολόγου


       Για να είμαστε σε θέση να μιλάμε για ολοκληρωμένη συστηματική φροντίδα των ηλικιωμένων κατά την Βυζαντινή περίοδο δεν φτάνει να αποδείξουμε μονάχα ότι υπήρχε η βούληση να πραγματοποιηθεί, αλλά και ότι υπήρχαν όλες οι επιστημονικές προϋποθέσεις πού επέτρεπαν την εποχή εκείνη να ανιχνευτούν και να κατανοηθούν τα προβλήματα του γήρατος. Ερευνώντας, λοιπόν, τις πηγές της Βυζαντινής περιόδου βρέθηκαν σημαντικά στοιχεία σχετικά με τις γνώσεις πού διέθεταν οι ιατροί και οι συγγραφείς της περιόδου αυτής γύρω από το γήρας, οι οποίες και αξίζει να αναφερθούν.

Το στοιχείο πού εντυπωσιάζει ιδιαιτέρως είναι το γεγονός ότι οι Βυζαντινοί συγγραφείς προσδιορίζουν και διαιρούν την περίοδο των γηρατειών με αρκετά σωστό τρόπο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Μελετίου, ο οποίος και θεωρεί ως ανήκοντες στην τρίτη ηλικία τους παρακμάζοντες, ενώ τους γέροντες τους κατατάσσει στην τέταρτη ηλικία. Αξιοσημείωτη είναι και η άποψη του Ιωάννη Δαμάσκηνου πού αναφέρει ότι το γήρας αρχίζει από την ηλικία των σαράντα δύο ετών, ενώ ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι οι ηλικιωμένοι πέραν των 80 ετών καλούνται «εσχατόγηροι» ως βρισκόμενοι πλέον στα έσχατα της ζωής τους. Πρέπει να αναφερθεί ότι οι απόψεις αυτές των Βυζαντινών συγγραφέων πού προαναφέρθηκαν προσεγγίζουν αρκετά την σύγχρονη άποψη πού υποστηρίζει ότι η ενηλικίωση και η γήρανση του ανθρώπινου οργανισμού αρχίζει μεταξύ 20-30 ετών, καθώς και με τη διαίρεση πού κατατάσσει τους ώριμους ενήλικες όσους διανύουν το 55ο έτος και άνω, τους ηλικιωμένους στο 65ο έτος και άνω, ενώ τους πολύ ηλικιωμένους πάνω από την ηλικία των 80 ετών.

      Ενδιαφέρουσες θα λέγαμε ότι είναι οι απόψεις των Βυζαντινών ιατρών και γενικά των συγγραφέων της εποχής εκείνης σχετικά με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς και με τα προβλήματα πού εμφανίζονται στο γήρας. Ο Αέτιος και ο Αλέξανδρος αναφέρουν ως κύρια χαρακτηριστικά του γήρατος την ισχνότητα, την ξηρότητα και την ψυχρότητα του σώματος, την δυσκινησία, την αφυδάτωση, τη μελαγχολική διάθεση, την ακράτεια, την απώλεια ισορροπίας, την αστάθεια κατά το βάδισμα, καθώς και το άσπρισμα και την πτώση των τριχών. Μάλιστα, ο Αέτιος συμπληρώνει αναφέροντας -ότι οι ηλικιωμένοι είναι ευαίσθητοι στην καταρροή, εμφανίζουν άμβλυνση των αισθήσεων, φθορά των δοντιών, ολιγαιμία, καθώς και καρδιακή και ηπατική ανεπάρκεια. Ο Γρηγόριος Νύσσης πού ασχολήθηκε εκτενώς με θέματα ανθρώπινης φυσιολογίας αναφέρει ότι αλλάζει και φθείρεται το σώμα κατά το γήρας. Επίσης, αρκετοί άλλοι Βυζαντινοί συγγραφείς αναφέρουν διάφορα προβλήματα πού εμφανίζονται κατά τα γηρατειά όπως ο Θεοφάνης ο Νόννος πού αναφέρει την απώλεια της μνήμης, ο Ορειβάσιος και ο Ιωάννης Ακτουάριος πού αναφέρουν τα εγκεφαλικά επεισόδια, ενώ στο έργο του Μεγάλου Βασιλείου «Περί της του ανθρώπου κατασκευής» περιγράφεται η πρεσβυωπία.

Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό από τη μελέτη των Βυζαντινών συγγραφέων ότι κατά την Βυζαντινή περίοδο υπήρχαν οι κατάλληλες γνώσεις σχετικά με την φυσιολογία και τα προβλήματα του γήρατος πράγμα πού επέτρεψε την ανάπτυξη της γηριατρικής, καθώς και την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών κατά τον όσο το δυνατό πιο ικανοποιητικό τρόπο.



ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2005