Θεός και επανάσταση του 1821
Ηλίας Οικονόμου
(Ανάτυπο από το περιοδικό "KOΙNΩNΙΑ", έτος ΚΖ', Απρίλιος-Ιούνιος 1984, τεύχος 2, σελ. 139-153.)
(Επιμέλεια, παρουσίαση, μετάφραση στη Δημοτική: Π. Α. Μ.)
Χθες
Γιορτάσαμε την 163η επέτειο της εορτής των εορτών του νεότερου Ελληνισμού, την
25ην Μαρτίου 1821. Γιορτάσαμε ως η 5η γενιά των απογόνων του εθνικού έπους του
182Ι. Και εύλογο είναι το ερώτημα, πόσο καλά γνωρίζουμε, οι σημερινοί απόγονοι
της ηρωικής εκείνης γενιάς, το πνεύμα και τις δυνάμεις, που οιστρηλάτησαν τον
αγώνα τους.
Το ερώτημα προέρχεται από την καθημερινή σχεδόν διαπίστωση, ότι η αναφορά στο '21 πολώνεται συνθηματολογικά περί δύο κέντρα - σκοπούς, δηλαδή το "εθνικό και απελευθερωτικό" από τη μια, και το "κοινωνικό" από την άλλη, σαν ο δεύτερος να ήταν δυνατός χωρίς τον πρώτο, ή ο πρώτος σκοπός, να μη είχε πληρότητα και καθολικότητα περιεχομένου, δηλαδή αρχή, κέντρο και πτυχές.
Αυτή την πληρότητα του αγώνα της ελευθερίας, θα επιχειρήσω να παρουσιάσω στο εκλεκτό ακροατήριό σας, με τις εκφρασμένες σαφέστατα θέσεις για την ελευθερία, που επεδίωξαν οι Έλληνες του '21. Η θεώρηση αυτή, θα γίνει με την βάση και την σύνθεση των ιδεών, που θέτουν τα ίδια τα κείμενα, επειδή και για την ιστορία ισχύει η παρατήρηση του Αριστοτέλη «περί την διαίρεσιν και την σύνθεσιν κείται το αληθές ή το ψευδές». Αυτόν ακριβώς τον κανόνα παραβιάζουν τα προκατασκευασμένα σχήματα θεωρήσεως του '21.
Η σύνθεση των εννοιών "Θεός" και "θρησκεία" με τις έννοιες "επανάσταση" και "ελευθερία" είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του αγώνα του '21 και των κειμένων, τα οποία τον διέσωσαν. Τα κείμενα αυτά είναι πολυφωνικά, προέρχονται δηλ. από διάφορα κοινωνικά στρώματα είναι επίσημα και ανεπίσημα. Είναι όμως αρμονικά ως προς την συνισταμένη του αγώνα.
Θέλω να προσθέσω, ακόμη, ότι μολονότι ο χρόνος θα επιτρέψει την παρουσίαση ολίγων μόνον αποσπασμάτων, κείμενα όμοιου περιεχομένου υπάρχουν σε αφθονία, όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω από πρόσφατη προσωπική έρευνα.
Η Σημειωτική του αγώνα: Η θεολογική γλώσσα.
Οι λέξεις είναι οι φορείς των εννοιών, των νοημάτων και των μηνυμάτων. Η θεολογική γλώσσα, ως ειδική γλώσσα, συνυφαίνεται στα κείμενά μας με την ειδική επίσης επαναστατική γλώσσα και οι δύο μαζί προσδιορίζουν το ιδεολογικό και πνευματικό στίγμα του αγώνα, που είναι θρησκευτικό και εθνικό.
Η επανάσταση, ως ελεύθερη ενεργητική εκδήλωση των Ελλήνων, εξαρτάται τόσο από την δράση τους, όσο και από τη συγκατάθεση και τη βοήθεια του Θεού. Η Επανάσταση παρίσταται ως έργο Θεού και Ελλήνων. Ο συνδυασμός αυτός εκφράζεται όχι μόνο λεκτικά, αλλά και νοηματικά, αυθεντικά και επίσημα από τα διοικητικά όργανα του αγώνα, όπως οι Εθνοσυνελεύσεις, αλλά και ατομικά από τους διαφόρους αγωνιστές και οπλαρχηγούς.
Δείγμα χαρακτηριστικό επίσημου εγγράφου είναι το ακόλουθο της "Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος" (30.11.1822). Απευθύνεται προς τον πρόεδρό της:
«Eις την Ομοούσιον λοιπόν Τριάδα (την οποίαν ημείς πιστεύομεν αδιστάκτως) και εις την αγάπην της πατρίδος... σας ορκίζομεν να συμφρονήσετε με το Βουλευτικόν Σώμα».
Αλλά ας σταθούμε στην θεολογική γλώσσα, που αφορά στο
αντικείμενο της Πίστης. Ο πρώτος πολύχρηστος όρος είναι:
"Θεός".
Ο Θεός διαποτίζει, ως υπερβατικός παράγοντας της Ιστορίας, τη σκέψη των Ελλήνων,
επώνυμων και ανώνυμων, και καταγράφεται με ένα πολύ ευρύ φάσμα θεολογικών
όρων. Οι θεολογικοί αυτοί όροι είναι δυνατό να υπαχθούν σε 4 ομάδες. Η πρώτη
αφορά στο αντικείμενο της πίστης, τον Θεό, η δεύτερη στο υποκείμενο της πίστης,
τον Έλληνα, η τρίτη στα θρησκευτικά του σύμβολα και η τέταρτη στην Εκκλησία του
και τον κλήρο.
α. Το αντικείμενο της πίστης.
Το αντικείμενο της πίστης του αναφέρεται
στα κείμενα
(1). ως:
"ο Θεός",
ή "ο Ύψιστος",
ή "η Αγία Τριάς",
(2). ως: "η βουλή του Θεού", ή "η βουλή του Υψίστου", ή "η θ. θέλησις", ή "η θ. ευδοκία", ή "αι θείαι αποφάσεις" ή "η υπογραφή του Θεού" , κ.ά.
(3). Επίσης ως: "η θ. δικαιοσύνη", ή "η θ. δίκη", ή "το κρίμα του Θεού",
(4). ως: "η αγάπη Θεού", ή "η άρρητος ευεργεσία", ή "το έλεος του Υψίστου",
(5). ως: "η θ. δύναμις", ή "η θ. παντοδυναμία",
(6). ως: "η θ. βοήθεια", ή "η βοήθεια του Θεού", ή "η βοήθεια του Υψίστου" ή "η θ. αντίληψις", ή "η θ. πρόνοια" ή "η θ. χάρις".
(7). Επίσης συχνά γίνεται αναφορά στον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους.
(8). Τέλος ο Θεός προσδιορίζεται ως: "Θεός της Ελλάδος" ή "ο Θεός των Ελλήνων".
Αν τους όρους αυτούς τους δούμε με τα συμφραζόμενά τους, διαπιστώνουμε ότι η επανάσταση άρχεται από του Θεού, ο οποίος απεφάσισε την ελευθερία των Ελλήνων, προετοιμάζεται με την συμπαράστασή Του, κηρύσσεται ως θρησκευτική πράξη με τελετουργικό εντός των ναών, διεξάγεται με τη θεία συμπαράσταση και ολοκληρώνεται με πανηγυρικές διακηρύξεις στο όνομά Του και με δοξολογίες του Θεού.
H
τεκμηρίωση των παραπάνω είναι συντριπτική σε εύρος και ποικιλία και θα εκδοθεί
σύντομα. Δύο-τρία δείγματα αρκούν, όταν προέρχονται μάλιστα από προσωπικότητες,
που δεν διέθεταν την χειμαρρώδη θρησκευτικότητα ενός
Μακρυγιάννη.
Ο ελλιπώς χρησιμοποιούμενος Ρ. Φεραίος περιέλαβε στο "'Εγκόλπιό" του, την "Δημοκρατικήν Κατήχησιν", της οποίας τα θέματα αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, θρησκευτικά και ηθικά, όπως «τις είναι ο πλάστης σου», «τις δε ο Θεός ούτος;», «πώς πρέπει ο Θεός να τιμάται;", «τι διατάττει η δικαιοσύνη;», «τι εστιν ελευθερία;», «πώς δύναται να αντιστέκη τoυ ισχυρού ο αδύνατος;», «πώς ο άναρχος Κύριος μας διορθώνει την φύσιν;» και «τις ο επίλογος των καθολικών καθηκόντων του εν κοινωνία ανθρώπου;». Ας δούμε και τις απαντήσεις.
-Στο ερώτημα, «Τίς ο πλάστης σου;» η «Δημοκρατική Κατήχησις», δίνει την ακόλουθη απάντηση: «Ο Ποιητής του Παντός· εκείνος δηλαδή, όπου εποίησε τον ουρανόν, τα άστρα, το φως, τους πλανήτας, την γην, όπου κατοικούμε, τα στοιχεία, τους ανθρώπους, τα ζώα· εγώ δε, ο πλήρης θαυμασμού γενόμενος εις αυτόν πιστεύω, και τον ονομάζω Θεόν». Στο "Φυσικής Απάνθισμα", που είναι ένα έργο Κοσμογεωγραφίας, ο Ρήγας περιλαμβάνει και μια σύντομη δοξολογία, που είναι ελευθέρα σύνθεσι ψαλμικών φράσεων, «Όθεν – γράφει - ας φωνάξωμεν όλοι ομού: Κύριε, τα έργα Σου είναι μεγάλα και πολλά· πάντα εν σοφία εποίησας και έργα των χειρών σου, εισίν οι ουρανοί!».
-Στο ερώτημα, «Τις δε ο Θεός ούτος;» η "Δημοκρατική Κατήχησις", απαντά: «Μία συμπλοκή τελειοτήτων, οπού γνωρίζω από τα έργα του. Όλα προξενούν πίστιν της μεγαλωσύνης του εις τας εκθάμβους αισθήσεις μου· αλλά το κατασυνεσταλμένον μου πνεύμα δεν φθάνει να τον κατανοήση· παρατρέχει από τα όμματά μου, αλλ' ομιλεί τη καρδία μας».
-Στο ερώτημα «Πώς πρέπει ο Θεός να τιμάται;» η "Δημοκρατική Κατήχησις" απαντά: «H παγκόσμια ευταξία κηρύττει την δύναμίν του· όλα είναι ή θαύμα ή ευεργεσία διά τον άνθρωπον. H προς Θεόν λατρεία πρέπει να είναι το σέβας και η ευχαριστία· η παρ' αυτώ δε πλέον δεκτή θυσία είναι το ευεργετείν τους πλησίον μας».
-Στο ερώτημα, «Τι εστίν ελευθερία;» η διδομένη απάντησι είναι: «Τούτο είναι του Θεού το ευμορφώτερον έργον· αλλά πρέπει να έχη τινάς καθαράν καρδίαν, διά να ευφραίνεται τας ευεργεσίας και χάριτας της ελευθερίας αυτής. Ας εκλαμπρύνωμεν λοιπόν την θυσίαν μας εν τω θυσιαστηρίω της αρετής και ας την λατρεύωμεν πάντοτε, χωρίς να την μιάνωμεν πώποτε».
-Στο ερώτημα, «Πώς δύναται να αντιστέκη του ισχυρού ο αδύνατος;» η "Δημοκρατική Κατήχησις" απαντά: «Αγκαλά και ο αιώνιος Θεός να μας έπλασε μέτρον και ηλικίας ανίσου, και κατά τα χαρίσματα, δυνάμεις και πλούτη ανομοίους, αυτός ο ίδιος όμως θεραπεύει ταύτας τας ανισότητας με την κοινωνικήν ευταξίαν, οπού διορθώνει την φύσιν».
-Και στο επόμενον ερώτημα, «Πώς ο άναρχος Κύριος μας διορθώνει την φύσιν;» η απάντηση είναι η ακόλουθη: «H εξ αυτού [δηλαδή του Κυρίου] εμπεπνευσμένη συμφωνία [πρόκειται, περί νέας μεταφράσεως του όρου Διαθήκη, υπονοείται δηλαδή η Κ. Διαθήκη] (της οποίας ο δεσμός ενώνει τα ολόκληρα πλήθη) θέτει τον χαλινόν εκείνον, διά τον οπoίov ο αδύνατος αποκαθίσταται δυνατός με την απάντων βοήθειαν, και με τους Νόμους ο ανόμοιος εις τα μέσα γίνεται εις τα δικαιώματα όμοιος».
-Και στο ακροτελεύτιο ερώτημα, «Τις ο επίλογος των καθολικών καθηκόντων του εν κοινωνία ανθρώπου;», η απάντηση της περιλαμβανομένης στο Εγκόλπιο "Δημοκρατικής Κατηχήσεως" είναι: «Φοβού τον Θεόν, δούλευε την Πατρίδα σου, αγάπα τον πλησίον σου ως τον ίδιον εαυτόν σου· ευλαβού τον δυστυχή, τίμα τους γέροντας, θαυμάζου τας χάριτας, απόδιδε θυσίαν των επισrημών και τεχνών· θρήνει διά τον ένοχον αδελφόν σου, φυλαττόμενος μάλιστα από την παραμικράν προς αυτόν καταφρόνησιν». Ποιος δεν αναγνωρίζει στους λόγους αυτούς τις ηθικές αρχές της Κ. Διαθήκης; Ο Ρήγας Φεραίος δικαιώνει πλήρως την Πανελλήνια εκτίμηση, η οποία θα ήταν ουσιαστική, αν συνοδευόταν από γνώσι των ιδεών του και υιoθέτησή τους. Απορεί κανείς, όταν πληροφορείται ότι το κείμενο αυτό δεν διδάσκεται στα Σχολεία. Και ερωτά, γιατί;
Αν όμως ο Ρήγας είναι ο Εθνεγέρτης, η Φιλική Εταιρεία είναι ο νηφάλιος οργανωτής της κοινής επιθυμίας των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Η Φιλική Εταιρεία χωρίζει το σκοπό της σε ένα ελάσσονα και σε ένα μείζονα, εξαρτώμενο από την συνδρομή της θείας βοηθείας. Ο πρώτος είναι «η καλλιτέρευσις του έθνους» και ο δεύτερος «και αν ο Θεός συγχωρήση [δηλαδή επιτρέψη] και την ελευθερίαν του».
Στην σύσκεψη της "αρχής" όπως ονομαζόταν η ηγεσία τής Φ. Ε., που έγινε αρχές Οκτωβρίου 1820, διαπιστώνεται «το εισέτι απαράσκευον της Πελοποννήσου και της Στερεάς», από τον αρχιμανδρίτη Περραιβό και τον Παπαδόπουλο. H πλειοψηφία διαφωνεί και προχωρεί στον ορισμό της ημερομηνίας, που στηρίζεται στην αιτιολογική σκέψη του αρχιμανδρίτη Γρ. Δικαίου (Παπαφλέσσα). Ιδού, πως ο Ι. Φιλήμων διασώζει το γεγονός· «η πλειοψηφία του συμβουλίου ως αποτέλεσμα αγνοίας ή έργου δειλίας εθεώρει πάσαν παρατήρησιν κατά της ταχείας ρήξεως του πολέμου, παραδίδουσα τω Θεώ τα περαιτέρω». Η αναπλήρωση και των οργανωτικών και υλικών ελλείψεων επαφίεται στο Θεό. Έπρεπε να υπάρχει μεγάλη πίστη στο Θεό και βεβαιότητα για τη θ. βοήθεια, για να γίνει δεκτή η αιτιολόγηση μιας τόσο σημαντικής απόφασης.
Η πίστη στο Θεό δεν είναι αόριστη, αναφέρεται στο τριαδικό Θεό. Η τριαδικότητα του Θεού εκφράζεται στα κείμενα συμβολικά και φραστικά. Ο Ρ. Φεραίος στην "Νέα πολιτική του Διοίκησι" προτείνει το εξής έμβλημα της σημαίας και της στολής των αγωνιστών, «Η σημαία οπού βάνεται εις τα μπαϊράκια και παντιέρες της Ελληνικής Δημοκρατίας, είναι εν ρόπαλον του Ηρακλέους με τρεις σταυρούς». Οι τρεις σταυροί αυτήν την τριαδικότητα υποδηλώνουν.
Παράλληλα, προς την ενδοελληνική πνευματική τοποθέτηση του αγώνος, εκφράζεται και η εξωτερική δηλαδή προς τους άλλους λαούς. Η συνθήκη μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας συνάπτεται το τέλος Δεκεμβρίου του 1820: «Εν ονόματι της Παναγίας Τριάδος και έμπροσθεν του ακοιμήτου και παντεφόρου όμματος του πανταχού παρόντος αληθινού Θεού».
«Εν ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος το Ελληνικόν Έθνος... κηρύττει σήμερον διά των νομίμων παραστατων του,...ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν», διακηρύσσουν οι Εθνοσυνελεύσεις.
β. Το υποκείμενο της πίστης.
Tο υποκείμενο της πίστης είναι ο υπόδουλος Ελληνισμός. Πού όμως στηρίζει τα όσα διεκδικεί; Στις ορθόδοξες ανθρωπολογικές πεποιθήσεις και συγκεκριμένα στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι "κατ' εικόνα Θεού και ομοίωσιν" δημιούργημα ή πλάσμα του Θεού, όπως διαλαμβάνεται σε πολλά κείμενα (λ.χ. Ο Ρ. Φεραίος ορίζει, «τις ο πλάστης σου;»).
Η Γ' Εθνοσυνέλευσι της Τροιζήνος (5 Μαΐου 1827) περιλαμβάνει σε διακήρυξη, που εξαπέλυσε με την λήξη των εργασιών της τα ακόλουθα:
«Έλληνες ! ... οι κάτοικοι της [εννοεί της γης των πατέρων σας] δεν είναι πράγματα του [εννοεί του σουλτάνου], αλλά είναι λογικά όντα, πλασμένα κατ' εικόνα Θεού και ομοίωσιν».
Ο Πρόεδρος της ίδιας εθνοσυνελεύσεως (Γ. Σισίνης), την ίδια ημέρα απευθύνει προκήρυξη «προς άπαντας τους πιστεύοντας εις Χριστόν». Ο όρος "Χριστιανός" είναι ισότιμος με τον όρο "Έλληνας" και οι δύο εναλλάσσονται στα κείμενα.
Το κείμενο αυτής της διακηρύξεως θεμελιώνει θρησκευτικά τον
αγώνα και τα πνευματικά και υλικά δικαιώματα των Ελλήνων και διαλαμβάνει τα εξής
σημεία:

«Ως πλάσματα του Θεού, ως άνθρωποι έχοντες τ' αυτά δικαιώματα, όσα ο Θεός εχάρισεν εις τον άνθρωπον, πολεμούμεν προς τους αρπακτήρας διά την γην μας, διά την πατρικήν κληρονομίαν μας, διά την φιλτάτην πατρίδα μας· πολεμούμεν προς τους φονείς, προς τους δημίους, διά την φυσικήν μας ύπαρξιν, διά τα τιμιώτατα, τ' ακριβά των καρδιών μας αντικείμενα: γονείς, γυναίκας, παρθένους, φίλτατα τέκνα· πολεμούμεν προς τους ληστάς Οθωμανούς διά τας ιδιοκτησίας μας, διά τους καρπούς των κόπων και των ιδρώτων μας.
Ως χριστιανοί, ούτε ήταν, ούτε είναι δυνατόν να πειθαρχήσωμεν δεσποζόμενοι από τους θρησκομανείς Μωαμεθανούς, οι οποίοι κατέσχιζον και κατεπάτουν τας αγίας εικόνας, κατεδάφιζον τους ιερούς ναούς, κατεφρόνουν το ιερατείον, εβλασφήμουν, υβρίζοντες το θείον όνομα του Ιησού, του τιμίου σταυρού, και μας εβίαζον ήτοι να γένωμεν θύματα της μαχαίρας, αποθνήσκοντες χριστιανοί, ή να ζήσωμεν τούρκοι, αρνηταί του Χριστού και οπαδοί του Μωάμεθ· πολεμούμεν προς τους εχθρούς του Κυρίου μας και δεν θέλομεν πώποτε συγκοινωνίαν μετ' αυτών».
Σε άλλο σημείο σημειώνει: «κάλλιον να μηv υπάρχη Έλλην εις τον κόσμον, παρά ν' ατιμάζη το κατ' εικόνα Θεού και ομοίωσιν, υπάρχων ανδράποδον του αναισθήτου Τούρκου, ενώ επλάσθη από τον Θεόν ελεύθερος».
Το κείμενο αυτό μαρτυρεί, εκτός άλλων, και τη λανθάνουσα ανάπτυξη μιας "θεολογίας της επαναστάσεως" ή "της απελευθερώσεως", όπως ονομάζεται σήμερον. Και δεν είναι το μοναδικό.
Το χριστιανικό όνομα, δηλαδή η θρησκευτικότητα, είναι, όπως σημείωσα ήδη, δηλωτική ταυτοχρόνως και της εθνικότητας,. Αυτό το χριστιανικό όνομα οδηγεί τους επιφανειακά εξισλαμισθέντες, στην αποτίναξη του ενδύματος επιβίωσης και στη στράτευσή τους στον αγώνα. Ο Μ. Οικονόμου παραδίδει, στην "Ιστορία της Ελληνικής παλιγγενεσίας" ή "τον Ιερόν των Ελλήνων αγώνα", όπως επιγράφει το έργο του, ότι «τα καθημερινά τοιαύτα φρικαλέα θεάματα [δηλαδή φόνοι και σφαγαί, ιερέων, αρχιερέων, λογίων ή τυχαίων δημοτών ή ραγιάδων, ανάμιξ ησύχων και αθώων...] κατένυξαν και κατεσπάραξαν την καρδίαν ενός των μνησθέντων Κουρμουλάκηδων (Χουσεΐν μπέη ονομαζομένου εν τω φανερώ και Μιχαήλ Κουρμουλάκη εν τω κρυπτώ), ηνάγκασαν αυτόν και τον Κερίμογλου να αποκαλύψουν εαυτούς μετά των τέκνων τους ως χριστιανούς».
Θα επιμηκυνθεί ο λόγος, αν προστεθούν τα τεκμήρια της θρησκευτικότητας των Ελλήνων από τη πρακτική και λατρευτική συμμετοχή στην πίστη τους. Και παραλείπονται, διότι τα αναγνωσθέντα κείμενα μαρτυρούν επαρκώς και διά τον χριστιανικό βίο τους.
Η αξιολογική κλίμακα του αγώνα, όπως προκύπτει από το κείμενο του προέδρου της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, που αναφέρθηκε προηγουμένως, είναι εναρμονισμένη με τα λοιπά κείμενα. Χαρακτηρίζεται από αξίες υποδομής, που είναι η πίστη των χριστιανών και η ελεύθερη πατρίδα και αξίες που εποικοδομούνται και απορρέουν απ’ αυτές και είναι ατομικές και κοινωνικές.
Οι αξίες προσδιορίζουν και τους σκοπούς του αγώνα, που σαφώς, απερίφραστα και μυριόλεκτα είναι η Πίστη και η Ελευθερία Οι κοινωνικές αξίες και στόχοι του αγώνα, θεωρούνται απόρροια των πρώτων. Έπονται και δεν προηγούνται. Είναι εξαρτώμενες από την θεόθεν και κατ' εικόνα Θεού σύσταση των ανθρώπων και δεν είναι αυτοτελείς και αυθύπαρκτες.
Κάθε ερμηνεία του αγώνα ως κοινωνικού, παραγνωρίζει κατάφορα την φράση και το βούλημα των κειμένων και προσδιορίζει το παράγωγο, ως παράγοντα. Τούτο το κοινωνιολογικό σχήμα θεώρησης δεν υπήρχε και δεν λειτούργησε το 1821, ούτε ως θεωρία, ούτε ως πρακτική.
Ο κύριος σκοπός ήταν η θεόθεν ελευθερία των Ορθοδόξων, μετά της οποίας συνυφαίνεται η κοινωνική δικαιοσύνη και όλα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Στο θέμα τούτο τα κείμενα είναι κατηγορηματικά αντίθετα προς "σύγχρονες", πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές, ερμηνείες. Δεν τα εκφράζουν. Τα προδίδουν.
γ. Η Συμβολική του Αγώνα.
Είναι γνωστό, ότι οι άνθρωποι επικοινωνούν με πολλούς τρόπους, αλλά κυρίως με την γλώσσα και τα σύμβολα. Στα κείμενα του 1821, εκτός από την ιδιαίτερη θρησκευτική τους γλώσσα, που αποκαλύπτει την θρησκευτική, ορθόδοξη υποδομή των αγωνιστών και του αγώνος, αναφέρονται και σύμβολα, που και αυτά αποτελούν ένα άλλο πολύ σημαντικό και πολύ σπουδαίο σύστημα έκφρασης ιδεών.
Τα σύμβολα είναι φορείς εννοιών, προκαλούν συναισθηματικούς κραδασμούς, απελευθερώνουν δυναμισμό και ενεργητικότητα από άτομα και κοινωνικά σύνολα. Τα σύμβολα, που χρησιμοποιήθηκαν στον αγώνα είναι ποικίλα. Μεταξύ τους όμως δεσπόζουν απόλυτα τα θρησκευτικά, δηλαδή ο σταυρός και οι εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, διαφόρων Αγίων, κυρίως στρατιωτικών, όπως του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Κων/νου και της Αγίας Ελένης, κ.ά.
Ο σταυρός είναι ή το μοναδικό σύμβολο της σημαίας, και των σφραγίδων ή το κεντρικό σύμβολο όπως λ.χ. στο έμβλημα της Φιλικής Εταιρείας.
Ο σταυρός σαν σύμβολο εκφράζει την απόλυτη πεποίθηση στην πεμπτουσία της σταυρικής θυσίας, δηλαδή την Ανάσταση και την απολύτρωση. Χρησιμοποιείται, σαν σύμβολο ομολογημένης μέθεξης του ορθοδόξου ελληνικού λαού στην επίτευξη της ελευθερίας του με αγώνες και θυσίες, που είναι του Θεού το "ευμορφώτερον έργov", σύμφωνα με τη διατύπωση της "Δημοκρατικής Κατηχήσεως".
Η λύτρωση του ανθρώπου, με τη σταυρική θυσία του Ιησού και Ανάσταση, έχει εθνικές και κοινωνικές προεκτάσεις και συνέπειες και για τον λόγο αυτό, το σύμβολο της πανανθρώπινης απολύτρωσης χρησιμοποιήθηκε συνειδητώς και ως σύμβολο του αγώνα υπέρ της πίστης και της ελευθερίας της πατρίδας, αφού η εσωτερική λύτρωση και η εξωτερική απελευθέρωση αποτελούν την ουσία της Ορθοδοξίας.
Και στο σημείο αυτό πρέπει να θυμηθούμε
πάλι την "Δημοκρατική
Κατήχηση" που λέγει
«πρέπει να έχη τινάς καθαράν καρδίαν,
διά να ευφραίνεται τας ευεργεσίας και χάριτας τής ελευθερίας αυτής».
Τα κείμενα μας αναφέρονται συχνά
στο σταυρό, ως χρησιμοποιούμενο στην ατομική και την
ομαδική ευσέβεια («...
και τους λέγω - έκαμα το σταυρό μου -: " Όσοι αγαπάτε την πατρίδα ελάτε κοντά
μου". Εκίνησα, με ακολουθούν διακόσιοι»,
σημειώνει ο Θ. Κολοκοτρώνης).
Το "σταυροκόπημα" και το "σταύρωμα" αναφέρονται, επίσης συχνά. Τα σύμβολα, που υπάρχουν στα έγγραφα "καθιερώσεως" και "αφιερώσεως" των Φιλικών φέρουν απαραίτητα το σημείο του Σταυρού· οι σημαίες, οι σφραγίδες και τέλος και τα παράσημα είναι σταυροφόρα. Από το πνεύμα του 1821 προέκυψε και το ανώτατο παράσημο της χώρας μας, ο "Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος", δηλαδή ο συνδυασμός του Σταυρού και της εικόνας του Χριστού.
Ειδικώς για τις σημαίες της επαναστάσεως, που άλλοτε αναφέρονται ως "σημαίες του σταυρού", άλλοτε ως "σταυροφόρες σημαίες" και άλλοτε ως "σημαίες της Ελευθερίας", ο Γραμματέας του Γ. Αρχηγού της Πελοποννήσου Μιχαήλ Οικονόμου μας εξηγεί, ότι "σημαία της επαναστάσεως" και "σημαία του σταυρού" είναι ταυτόσημος, δηλαδή άλλοτε αναφέρεται το σύμβολο και άλλοτε ο σκοπός, τον οποίον υπηρετούν οι σταυροφόρες σημαίες.
Θα επεκταθεί ο λόγος μας, αν αναφερθούμε και στους όρκους, δηλαδή τις ενώπιον Θεού αυτοδεσμεύσεις των Ελλήνων, που αποτελούν ένα από τα πολλά κεφάλαια της πνευματικότητας του αγώνα.
δ. Η παρουσία του κλήρου.
Τα κοινωνικά μεγέθη που συναπαρτίζουν την επαναστατημένη Ελλάδα είναι πολλά. Ο Ι. Φιλήμων γράφει ότι την επανάσταση έκαμαν «οι άνθρωποι του λαού, ... όλοι οι εκκλησιαστικώς προϊστάμενοι, όλοι οι πολιτικώς άρχοντες, όλοι οι εμπορικώς διαπρέποντες, όλοι οι εν ξέναις υπηρεσίαις και τόποις διατελούντες». Και συμπεραίνει με θαυμασμό ο ίδιος. «Ιδού ο αείζωος και αναλλοίωτος ελληνισμός, θρησκευτικώς τε και εθνικώς θεωρούμενος».
Μεταξύ τους όμως ο κλήρος, δηλαδή οι Αρχιερείς και οι ιερείς, αλλά και οι μοναχοί, αποτελούν, κατά τις πηγές, με ιδιάζουσα σημασία κοινωνικό μέγεθος του αγώνα. Η παρουσία του κλήρου και η συμμετοχή του σε όλες τις φάσεις του αγώνα είναι ενεργητική, ευεργετική και πρωτοποριακή σε θυσίες, υλικές και αίματος.
Η συμμετοχή του κλήρου εμφανίζεται ήδη από την περίοδο της προπαρασκευής και είναι δύο τύπων, δηλαδή της συντήρησης της ελληνικής ταυτότητας και της συμβολής στη προετοιμασία του επικείμενου αγώνα. Για τη πρώτη ο Κασομούλης αναφέρει τα εξής: «Από τα διάφορα ιστορικά και εκκλησιαστικά συγγράμματα και από αυτά τα πράγματα γνωρίζοντες ότι η ελληνική γλώσσα, ο χαρακτήρ, και τα έθιμα του Ελληνικού λαού μετά την πτώσιν του Βασιλείου μας εδιατηρήθησαν υπό την επαγρύπνησιν του κλήρου μας και των διαφόρων πεπαιδευμένων του Έθνους, και διά της κοινής ευλαβείας προς την αγίαν ημών θρησκείαν».
Ο δεύτερος τύπος προέρχεται από την μαρτυρία της Φιλικής Εταιρείας, της οποίας πολλά διαπρεπή και μη μέλη ήσαν κληρικοί, αλλά και από τη συμμετοχή του κλήρου στη διαδικασία της μύησης των νέων μελών στα μυστικά της Εταιρείας. Ο υποψήφιος για μύηση έπρεπε προηγούμενα να έχει την προφορική, ή γραπτή συμμαρτυρία εξομολόγου ιερέα, ότι είναι θρησκευτικά άψογος. Θα παραθέσω τον τύπο της συμμαρτυρίας, γιατί είναι αποκαλυπτικός.
«Εγώ ο δούλος του Θεού Νεόφυτος (ή όποιον άλλο καλογερικόν όνομα θέλω) μαρτυρώ, ότι ο δούλος του Θεού (το όνομα και το παράνομα του κατηχουμένου) εξομολογήθη εις εμέ όλα τα αμαρτήματά του, τα οποία ως αμαρτωλός και ως άνθρωπος έπταισεν, υπήκουσεν και έβαλεν εις πράξιν με όλην την επιμέλειαν όλας τας διαταγάς τας οποίας του εγνώρισα, διά τούτο του δίδω το παρόν εις απόδειξιν της καλής και χριστιανικής διαγωγής».
Την συμβολή του κλήρου μετά την κήρυξη της επανάστασης είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς, λόγω ποικιλίας και μαχητικής πυκνότητας, αλλά και εξειδικευμένης προσφοράς. Δείγματα μόνο θ' αναφέρω. Και πρώτο τη νωπή εκτίμηση της προσωρινής κυβέρνησης, η οποία εξαπέλυσε προκήρυξη, μετά την πυρπόληση του Τουρκικού στόλου του Καπετάν - Πασά και την παράδοση της φρουράς του Ναυπλίου, με ημερομηνία 18 Ιουνίου 1822.
Η
προκήρυξη διαλαμβάνει και τα ακόλουθα:
«οι μάρτυρες αυτοί, αυτοί οι
εκλεκτοί, ο άγιος Πατριάρχης μας και όλοι εκείνοι οι επίσκοποι oι θανόντες με το
μαρτύριον της αγχόνης, θ' απευθύνουν εις την Θείαv Τριάδα διαπύρους προσευχάς
διά να ευλογήση τα έργα μας, και να ευημερήσουν τα όπλα μας υπό την σκέπην του
αγίου Σταυρού». Αυτά αρκούν διά τον συκοφαντημένο
Πατριάρχη.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί στο εκλεκτό ακροατήριο, η συμμετοχή ενός Μεσολογγίτη ιερέως, του Παπαπαναγιώτη, που θα ήταν άγνωστη, όπως πολλές άλλες, αν δεν επισκεπτόταν το Μεσολόγγι ο ΌΘων. Εκεί ο Καπετάν Μακρής του διηγήθηκε.
«Άκουσε Μεγαλειότατε! Από την αρχή του κλεισμού στο Μεσολόγγι, ο παπάς αυτός η μόνη δουλειά που έκανε, ήτανε καθώς επιάνετο το τουφέκι και ήτανε αυτό καθημερινό, είτε μέρα ήτανε είτε νύχτα, έτρεχε στην Εκκλησία, έπαιρνε το δισκοπότηρο στα χέρια του και ξεσκούφωτος με το φαναράκι του επήγαινεν από τάπια σε τάπια και μεταλάβαινε τους ψυχομαχούντες και τους παρηγορούσε με καλά λόγια και εγκαρδίωνε τους άλλους να πολεμούν με όρεξιν και με ψυχήν διά να έχουν την βοήθειαν του Θεού. Σου ορκίζομαι στην πίστιν μου, Μεγαλειότατε! ότι δεν πέρασε ημέρα, είτε νύχτα να μην τον ιδώ εις την τάπια μου επάνω στο τουφέκι, καθώς να φέρνη γύρα όλαις ταις άλλαις τάπιες και μέσα στην χώρα από σπίτι σε σπίτι και στο γιρούσι της Εξόδου ήτανε μαζί μας και βόλι ή μπάλα δεν τον πείραξε· τότε δεν είναι άγιος ο παπάς αυτός;».
Είπα προηγουμένως, ότι ο κλήρος αποτέλεσε ιδιαίτερο κοινωνικό μέγεθος του αγώνα. Αυτό συνάγεται εκτός από άλλα και από μια διαταγή του Καποδίστρια, που ορίζει: «ο πληρεξούσιος τοποτηρητής να διορίσει επιτροπή συγκεκριμένην από άνδρας του ιερού κλήρου, ως και από πολιτικούς και πολεμικούς... διά να ενεργηθώσι τα εξής: α) Να συντεθή κατάλογος των εκκλησιαστικών στρατιωτικών, πολιτικών υπουργών, ή απλών πολιτών, οίτινες έπεσαν ως θύματα της πολιορκίας του Μεσολογγίου κατά τα έτη 1822, 1823, 1825 και 1826».
Χαρακτηριστικές ��ίναι και οι πληροφορίες του Φωτάκου για τον μαχητικό παλμό των μοναχών στη Μάχη του Μ. Σπηλαίου (24 Ιουνίου 1827), δηλαδή σε περίοδο εξασθενήσεως του αγώνος. Αξίζει να τις ακούσουμε:
Το πρώτο περιλαμβάνει την απάντηση των μοναχών στην πρόσκληση των Τούρκων να παραδοθούν.
«...Υψηλότατε αρχηγέ των Οθωμανικών αρμάτων χαίρε. Ελάβομεν το γράμμα σου και είδομεν τα όσα γράφεις, ηξεύρομεν πως είσαι εις τον κάμπον των Καλαβρύτων πολλάς ημέρας και ότι έχεις όλα τα μέσα του πολέμου, ημείς διά να προσκυνήσωμεν είναι δυνατόν, διότι είμεθα ωρκισμένοι εις την πίστιν μας, ή να ελευθερωθούμε ή να αποθάνωμεν πολεμούντες και κατά το αϊνί μας δεν γίνεται να χαλάση ο ιερός όρκος της πατρίδος μας, σε συμβουλεύουμε όμως να υπάγης, να πολεμήσης άλλα μέρη διότι αν έλθης εδώ να μας πολεμήσης και μας νικήσης δεν είναι μεγάλον κακόν, διότι θα νικήσης παπάδες, αν όμως νικηθής το οποίον ελπίζομεν άφεκτα, με την δύναμιν του Θεού, διότι έχομεν και θέσιν δυνατήν και θα είναι εντροπή σου και τότε οι Έλληνες θα εγκαρδιωθούν και θα σε κυνηγούν πανταχού. Ταύτα σε συμβουλεύομεν και ημείς κάμε ως γνωστικός το συμφέρον σου, έχομεν και γράμματα από την βουλήν και αρχιστράτηγον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, ότι εις πάσαν περίστασιν πολλήν βοήθεια θα μας στείλη παλληκάρια και τροφάς και ότι ή θα ελευθερωθώμεν τάχιστα ή θα αποθάνωμεν κατά τον ιερόν όρκον της Πατρίδος.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Ο Ηγούμενος και οι συν εμοί παπάδες και καλόγεροι.
Τη 22α Ιουνίουι 1827 - Μέγα Σπήλαιον.
Το δεύτερο περιγράφει την εμπλοκή τους στη μάχη:
«... Έξαφνα βλέπω - γράφει ο Φωτάκος - να εξέρχωνται από το Μοναστήριον ο εις κατόπιν του άλλου μοναχοί έως 100 και καπετάνιον είχαν τον γνωστόν Γεράσιον Τορολόν. Ούτοι όλοι έβγαλαν τα καλογερικά και ενεδύθησαν στρατιωτικά Ελληνικά, έβαλαν φουστανέλλες και εφόρεσαν φέσια, εξάπλωσαν κάτω τα πλούσια μαλλιά της κεφαλής των και είχον οπλισθή κατά τρόπον των ατάκτων στρατιωτών. Περνώντες δε έμπροσθεν ημών μας επροκάλεσαν ούτως: Ελάτε να μας δήτε πώς θα πολεμήσωμεν, και βαδίζοντες ετράβηξαν κατα το παλιάμπελον, θέσιν κειμένην άνωθεν και κατά το μεσημβρινοανατολικόν μέρος, φθάσαντες αμέσως ήρχισαν μόνοι τον πόλεμον με τους Τούρκους. Τούτο ιδόντες ημείς εξεροκοκκινήσαμεν από την εντροπήν μας και παρ' ευθύς εβγήκαμεν από το μέρος της Κισσωτής να υπάγωμεν εις τον πόλεμον».
Η εθνική και η κοινωνική αμοιβή του - θα ερωτήσει κάποιος - ήταν ανάλογη προς την προσφορά τους; Η αμοιβή είχε τρεις τουλάχιστον μορφές:
-Επί Καποδίστρια εξασφαλίστηκε με οδηγίες η κοινωνική παρουσία του Κλήρου με ειδικές αρμοδιότητες στην διαδικασία των εκλογών.
-Την εποχή της Βασιλείας, η αναγνώριση γίνεται με ουρανομήκεις ύμνους στην προσφορά του κλήρου, όπως φαίνεται από το έγγραφο του Καλλίνικου Καστόρχη προς την Ι. Σύνοδο, το οποίον σας διαβάζω:
«ΤΗ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΩ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
»Στρατιώτας τω Θεώ και τη Πατρίδι δεν έλειψε προσφέρων πάντοτε ο ιερός της Ανατολικής και μιας Ορθοδόξου Εκκλησίας κλήρος. Πιεζόμενος υπό την τυραννίαν των Οθωμανών, εξήγαγεν εκ των κόλπων του, φωστήρας θείους και του πνεύματος ευτυχείς προαγωγούς τους μακαρίους Ευγενίους, Θεοτόκεις, Πρωίους και μυρίους άλλους. Γνωρίζων την δύναμιν του Θεού των Όντων εν ασθενεία τελειουμένην, άμα η άπειρος Αυτού ευσπλαγχνία έπήκουσε των δεήσεων του πιστού Λαού του, ως Μήτηρ φιλόστοργος, συνέδραμεν εις τον δίκαιον σκοπόν των τέκνων του, και ιδού εν όπλοις μεγαλύνοντες την δόξαν του Θεού και της Πατρίδος οι Γερμανοί της Αχαΐας, οι Ησαΐαι των Σαλώνων, οι Άνθιμοι του Έλους και πλήθος άλλοι.
Ως εκράτυνε Κύριος το πνεύμα των νέων τούτων Mαρτύρων της Ελληνικής Ελευθερίας! Ενωπλισμένους με τον Σταυρόν, το τραύμα της δαιμονιώδους τυραννίας, απέστειλε τούτους, και ενεθάρρυνε τον εκλεκτόν Λαόν του, ευαγγελιζόμενος «ΝΙΚΑ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΣΟΥ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΛΑΟΣ ΜΟΥ». Αυτούς προπορευομένους των Στρατών κατά γην και κατά θάλασσαν, ανέδειξεν άλλους Μωϋσείς κατά της δυναστείας του νέου Φαραώ, και εταπείνωσεν ενώπιόν του τους υιούς της Άγαρ.
Η δικαιοσύνη ανατίθησι την πρώτην του ομίλου τούτου έδραν εις τον Ιεράρχην Γερμανόν, τόσον διακεκριμένον κατά την υπέρ Πίστεως και Πατρίδος Πάλην της Πατρίδος και της Εκκλησίας του πιστόν και γενναίον τέκνον, της Αχαΐας Ιεράρχης κλεινός, όχι μόνον ορθοτομών, της θείας αληθείας τον λόγον, όχι μόνον στρατεύων, αλλά και συγγράφων επεχείρησε να λαμπρύνη την Εκκλησίαν και την Πατρίδα....
Εν Καλάμαις, τη 25η Σεπτεμβρίου 1837
ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ ΚΑΣΤΟΡΧΗΣ»
-Η τρίτη και επικρατέστερη μορφή αναγνώρισης, ήταν η αδιαφορία προς τους αγωνιστές κληρικούς, όπως και προς τους λοιπούς. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, αναφερόμενος ειδικά στους μοναχούς γράφει, στο νεοδημοσιευθέν έργο του "Οράματα και θάματα", τα εξής:
«...
ήταν υπηρέτες των μοναστηριών της ορθοδοξίας· δεν ήταν τεμπέληδες, δούλευαν και
προσκυνούσαν· και εις τον αγώνα της πατρίδος σ' αυτά τα μοναστήρια γενόταν τα
μυστικοσυμβούλια συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον
θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι οι περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών
-τριάντα είναι -μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το
κάστρο, το Νιόκαστρο, και εις την Αθήνα».
Και συμπληρώνει με την πικρή συμβουλή, συνιστώντας επιφυλακτικότητα, «...καθώς το πάθετε πολλές φορές και κιντύνεψαν και έπαθαν τα μοναστήρια με λόγια της λευτεριάς».
Γι’ αυτό όλα αυτά, θα ερωτήσει πάλι κάποιος; Γιατί η "ώρα" της Ελληνικής Επανάστασης ήταν "ώρα θρησκευτικής έξαρσης", ενώ της Γαλλικής ήταν, "ώρα αντιθρησκευτική και αντικληρική;
"Μετά όμως την απελευθέρωση, διάφοροι προσάρμοσαν βαθμιαία, στην "ώρα Γαλλίας", την "ώρα Ελλάδας". Από τότε εισάγεται και παρερμηνεία της ιστορικά βεβαιουμένης αλήθειας, που οδηγεί στην παραχάραξή της.
Κυρίες και Κύριοι.
Το πλήρες σχήμα της ιστο��ίας του μέγιστου αγώνα του 1821, όπως προκύπτει από τα κείμενα, είναι δυνατόν να παρασταθεί με συμπαγή κωνοειδή πυραμίδα, τη βάση της οποίας απαρτίζει το άθροισμα των πολυάριθμων αγωνιστικών πράξεων, διά των οποίων επιδιώκεται η κατάκτηση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των Ελλήνων. Τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται στην αδιαίρετη δίπτυχη αρχή, το σύνθημα του αγώνα "για του Χριστού τη πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία".
Πηγή και εγγυητής της αρχής αυτής, ως η κορυφή του κώνου, αναγνωρίζεται ο Θεός. Αυτό είναι το σχήμα, το οποίον λειτούργησε πηγαία και θαυματούργησε το 1821. Το σχήμα αυτό αποκαλύπτει ένα συνδυασμό πολιτικής και θείας Οικονομίας, μεγιστοποίησης των αγωνιστικών δυνατοτήτων και ταυτόχρονα απόλυτη εξάρτηση της αποτελεσματικότητα των προσπαθειών αυτών από την Θ. Πρόνοια ή την Θ. Αντίληψη. Αυτό τεκμηριώνεται στα κείμενα.
Ένα δείγμα, ακόμη θα αναφέρω στο εκλεκτό σας ακροατήριο, πριν κατέλθω από το βήμα. Προέρχεται από τον Ι. Καποδίστρια και απευθύνεται προς την Δ' Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση (1829):
«Ας δοξάσωμεν -γράφει- ολοψύχως τον Ύψιστον Θεόν! Ας ευλογήσωμεν το Άγιον Αυτού όνομα.................................... Η ευσπλαγχνία του διά θαυμάτων έσωσε την Ελλάδα· ας είμεθα άρα ενδομύχως πεπεισμένοι, ότι δεν εθαυματούργησεν ματαίως».
http://www.geocities.com/agiosdimitrios_gr/epanastasi.htm