Διωγμοί κατά του
Οικουμενικού Πατριαρχείου
χάρη τσιρκινίδη
. Οι Νεότουρκοι και οι συνεχιστές τους Κεμαλικοί, στα πλαίσια του σχεδίου τους για εξαφάνιση των χριστιανών της Ανατολής, έδειξαν ιδιαίτερη αγριότητα κατά του Ορθόδοξου κλήρου
Η προσπάθεια της Τουρκίας για ίδρυση Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου
Ο Κεμάλ, από το 1921, συνέλαβε νέο σατανικό σχέδιο απομάκρυνσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης και την αντικατάστασή του με το αυτοαποκαλούμενο «Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο».
Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών της Λωζάνης δεν κατάφερε τον τελικό αυτό σκοπό, όμως πέτυχε ν' αποσπάσει από τον Έλληνα επικεφαλής της αντιπροσωπείας μας, το Βενιζέλο, ν' ασκηθεί πίεση επί του Πατριάρχη Μελετίου Δ' προκειμένου να παραιτηθεί.
ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ ΑΓΙΑΣ ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
Ας παρακολουθήσουμε, όμως, αυτές τις εξελίξεις μέσα από τα γαλλικά αρχεία:
Στις 19 Ιουνίου 1923, ο Γάλλος διευθυντής της ύπατης αρμοστείας στην Κωνσταντινούπολη, ο Ζες Κυρελί (Jesse Curely) υπέβαλε στον πρωθυπουργό Πουανκαρέ αναφορά όπου διαβάζουμε:
«Το Πανορθόδοξο Συνέδριο τερμάτισε τις εργασίες του...
...Οι τουρκικές αρχές δεν επιχείρησαν νέες απόπειρες κατά του Πατριάρχη. Εντούτοις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα, ότι αυτή η ηρεμία δε θα είναι μακράς διάρκειας. Η οργανωθείσα διαδήλωση κατά του ΜΕΛΕΤΙΟΥ Δ', στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα επεισόδιο του αγώνα που αναλήφθηκε από την Άγκυρα, για να φθάσει στην καταστροφή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ήδη, πριν δύο χρόνια, ο Μουσταφά Κεμάλ προσπάθησε να δημιουργήσει ένα σχίσμα μέσα στη Μεγάλη Εκκλησία, ιδρύοντας αυτό που αποκάλεσε, με μια συγγένεια των λέξεων τουλάχιστον θρασεία, «τουρκορθόδοξο πατριαρχείο».
Η δοκιμή απέτυχε, καθώς κανένας επίσκοπος δε δέχθηκε το ρόλο του Πατριάρχη, και η τουρκική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να στραφεί σ' ένα απλό παπά, με το όνομα ΕΥΘΥΜΗΣ, ο οποίος ενθρονίστηκε, αλλά δεν μπόρεσε να στρατολογήσει πιστούς. Είναι αυτό το σχέδιο, που επιχείρησαν να επαναλάβουν στην Κωνσταντινούπολη και του οποίου η εκτέλεση απαιτεί την προηγούμενη εξαφάνιση του ΜΕΛΕΤΙΟΥ Δ'. Αυτός ο οποίος γνωρίζει ότι η κατάσταση του είναι ακροσφαλής, αλλά ο οποίος είναι ένας έξυπνος άνδρας, αποφασιστικός κι ενεργητικός, θέτει τώρα όλη την ικανότητα του να κερδίσει χρόνο, επιχειρώντας να κάνει ειρήνη με τις τουρκικές αρχές.
Ο σεβασμιότατος ΓΑΒΡΙΗΛ, μητροπολίτης Μαυροβουνίου, που αντιπροσωπεύει τη Γιουγκοσλαβική Εκκλησία στο Συνέδριο, δήλωσε στον Πατριάρχη, πριν αναχωρήσει για Βελιγράδι, ότι θα κάνει τα πλέον πιεστικά διαβήματα προς τη Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, για ν' αναλάβει η Σερβία, σε συμφωνία με τα άλλα ορθόδοξα κράτη, την πολιτική προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Όπως κατέδειξα στο υπουργείο, η ιδέα του ΜΕΛΕΤΙΟΥ Δ΄, που έτεινε να εμφυσήσει στο Συνέδριο, είναι να δημιουργηθεί στην Κωνσταντινούπολη ένα είδος Βατικανού, του οποίου η δράση θα επεκτεινόταν σε
όλη την ορθόδοξη Ανατολή.
Η θέση του Πατριάρχη είναι η ακόλουθη: με την εφαρμογή της συνθήκης της Λωζάνης, ο Πατριάρχης του Φαναριού θα παύσει να είναι ένα ελληνικό πολιτικό κέντρο, καθόσον δε θα έχει πλέον καμιά φωνή στη διαχείριση των υποθέσεων της ελληνικής κοινότητας, ως μειονότητας.
Το Πατριαρχείο μπορεί, λοιπόν, ν' αντιμετωπίσει μια κατάσταση πιο ψηλή, μέσα στην οποία θα στεκόταν υπεράνω των πολιτικών ζητημάτων. Θα ήταν αδιάφορο, κατά συνέπεια, το αν ο Πατριάρχης ήταν τουρκικής εθνότητας, όπως ο Πάπας μπορεί να είναι Ιταλός ή άλλος.
Ο ΜΕΛΕΤΙΟΣ Δ', φαίνεται, δίνει στο πρόβλημα όλο το εύρος του. Εντούτοις, έχει ν' αγωνιστεί αυτός κατά των παραδόσεων και του εθνικισμού του ίδιου του Πατριαρχείου, εναντίον αυτού που θα μπορούσε ν' αποκαλέσει κανείς ο Ελληνισμός του Πατριαρχείου. Καθότι το Φανάρι, ήταν δια μέσου των αιώνων κυρίως ελληνικό Πατριαρχείο, το οποίο εργάστηκε κυρίως για την εξάπλωση του Ελληνισμού στην Ανατολή.
Για να μπορέσει να υιοθετηθεί και πραγματοποιηθεί το σχέδιο του Πατριάρχη, θα έπρεπε το Πατριαρχείο να δεχθεί ν' ανοίξει την Αγία Σύνοδο στους ξένους ανώτατους θρησκευτικούς αξιωματούχους. Ακόμη και ο χαρακτήρας του Φαναριού θα μπορούσε να τροποποιηθεί και είναι αυτό που δε θέλουν οι διευθύνοντες του...
...Στη πραγματικότητα η προστασία που θα μπορούσαν να παρέξουν οι κυβερνήσεις της Ρουμανίας και της Σερβίας, για παράδειγμα, στο Πατριαρχείο του Φαναριού, θα ήταν πολύ πιο ισχυρή και πιο δικαιολογημένη αν Σέρβοι και Ρουμάνοι επίσκοποι έδρευαν στην Αγία Σύνοδο του Φαναριού...
...Αυτή η πρωτοβουλία έγινε δεκτή δυσμενώς από τον τουρκικό τύπο, που χλεύασε τον Πατριάρχη για τη φιλοδοξία του να θελήσει να εξυψώσει ένα νέο Βατικανό και να ορίσει διπλωματικούς αντιπροσώπους στο εξωτερικό...
...Ένας από τους φόβους που εμπνέει το σχέδιο του (του Πατριάρχη) στους ελληνικούς κύκλους είναι αυτός της Ρωσίας του αύριο, η οποία μπορεί στέλνοντας Ρώσους θρησκευτικούς αξιωματούχους στην Αγία Σύνοδο, να προσεταιριστεί λίγο λίγο όλο τον πατριαρχικό οργανισμό και να Σλαβοποιήσει έτσι το Φανάρι».
Ο Πατριάρχης Μελέτιος είχε στείλει επιστολές με τις σκέψεις και προτάσεις του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ιδού, πώς σχολιάζει τις θέσεις του ο Γάλλος στρατηγός Πελλέ, ο γνωστός μας ύπατος αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη και ο οποίος, όπως είδαμε, προήδρευσε στην τελευταία Συνδιάσκεψη στη Λωζάνη:
«Λωζάνη, 29 Ιουνίου 1923
Ο επιτετραμμένος μας στην Κωνσταντινούπολη μου κοινοποίησε το γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Νο 3040.
Έμαθα από τον σερ Χόρας Ράμπολντ ότι αυτός, από την πλευρά του, δέχθηκε την έκκληση του Πατριάρχη, προς τις μεγάλες δυνάμεις και ότι συνομίλησε γι' αυτό με το κύριο Βενιζέλο. Η αίσθηση του συναδέλφου μου, όπως και η δική μου είναι ότι οι δυνάμεις δεν έχουν κανένα συμφέρον να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους υπέρ του σημερινού Πατριάρχη, εκλεγέντα υπό ανώμαλες συνθήκες, σε μια εποχή που το Πατριαρχείο είχε διακόψει τις νόμιμες και παραδοσιακές του σχέσεις με την Πύλη, και προσωπικά εκτεθέντα από τον έντονο πολιτικό ρόλο, τον οποίον έπαιξε κατά τη διάρκεια της ελληνικής επιθετικής ενέργειας. Προς το συμφέρον του ελληνικού οθωμανικού πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, όπως και αυτού των πατριαρχικών ιδρυμάτων είναι επιθυμία όπως η Αυτού Αγιότης Μελέτιος παραιτηθεί των καθηκόντων του κι εγκαταλείψει την πρωτεύουσα.
Ο σερ Ράμπολντ υπέδειξε ότι ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρη επενέβη προς αυτόν προς την ίδια κατεύθυνση...
...Ο κύριος Βενιζέλος εγκρίνει ολοκληρωτικά αυτό το σχέδιο. Η άποψη του είναι ότι ο Πατριάρχης οφείλει ν' αναχωρήσει γρήγορα, για να είναι σε θέση η Αγία Σύνοδος να εκλέξει το διάδοχο του πριν εγκαταλείψουν τα συμμαχικά στρατεύματα την Κωνσταντινούπολη...».
Η αναχώρηση του Μελετίου έλαβε χώρα στις 11 Ιουλίου 1923. Και ενώ ο Πατριάρχης στη συνέχεια αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος, για την παραίτηση του μας πληροφορεί και πάλι ο προαναφερθείς Γάλλος, ο Ζες Κυρελί:
«Κωνσταντινούπολη, 17 Ιουλίου 1923
‘’...Η αναχώρηση είναι ο επίλογος ενός ζωηρού αγώνα, που είχε ξεσπάσει, τον τελευταίο αυτό καιρό, μεταξύ ΜΕΛΕΤΙΟΥ Δ' και ελληνικής κυβέρνησης. Επί πολλές εβδομάδες, ο Πατριάρχης δεχόταν από τον κύριο Βενιζέλο και τον κύριο Γόνατα [πρωθυπουργός της επαναστατικής κυβέρνησης] τηλεγραφήματα επί τηλεγραφημάτων παραγγέλνοντας να παραιτηθεί πριν την υπογραφή της ειρήνης’’.
...Αυτός αρνήθηκε αρχικά να υποκύψει σε αυτές τις παραγγελίες. Ζήτησε υποστηρίξεις και μου ζήτησε, αν μπορούσε να υπολογίσει στη δική μου συνδρομή. Του απάντησα ότι η γαλλική κυβέρνηση δεν μπορούσε να επέμβει σε ζητήματα τέτοιας μορφής...
...Μετά από μια μακρά αντίσταση, ο ΜΕΛΕΤΙΟΣ, τελικά υπέκυψε σε μια ενδιάμεση λύση, συνισταμένη στο να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας στη θέση του έναν τοποτηρητή, το μητροπολίτη Καισαρείας Νικόλαο. Η διασυμμαχική αστυνομία διακριτικά επέβλεψε μέχρι την επιβίβαση του. Δεν απέφυγε τις συνηθισμένες κακές μεθόδους των Τούρκων, οι οποίοι εξονυχιστικά ερεύνησαν τις αποσκευές του...
...Σε ό.τι μας αφορά, η αναχώρηση του είναι ένα επεισόδιο μάλλον δυσάρεστο. Ο Πατριάρχης ήταν μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα που επιδείκνυε μια αληθινή προσήλωση προς τη χώρα μας...».
Δύο, όμως, ακόμη αναφορές του Ζες Κυρελί μας φανερώνουν τα αισχρά έργα του Παπα-Ευθύμ σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου:
Πρώτη: Με ημερομηνία 10 Οκτωβρίου 1923.
«Η τουρκική κυβέρνηση μόλις επιδόθηκε σε μια νέα και βίαιη απόπειρα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εμπιστεύτηκε την εκτέλεση του στον Παπα-Ευθύμ, Έλληνα ιερέα με μια πασίγνωστη ανηθικότητα. του οποίου η ύπαρξη αξίζει να περιγραφεί περιληπτικά εξαιτίας του γραφικού του χαρακτήρα.
Ο Παπα-Ευθύμ γεννήθηκε στο Ακ Νταγ Μαντέν, μικρό απομακρυσμένο χωριό στα περίχωρα της Αγκύρας. Η καταγωγή του είναι από τις πιο ταπεινές. Η μητρική του γλώσσα είναι τουρκική [Κάνει δύο λάθη ο Γάλλος. Πρώτο, το Ακ Νταγ Μαντέν ήταν μεγάλη και πλούσια κωμόπολη, και δεύτερον, η μητρική του γλώσσα ήταν η ελληνική ποντιακή διάλεκτος]. Εισελθών ως επιστάτης στο ελληνικό σχολείο, έμαθε ν' αποκρυπτογραφεί την ελληνική, όχι όμως να την καταλαβαίνει. Μπόρεσε έτσι να διαβάζει τις προσευχές της Εκκλησίας, χωρίς να κατανοεί την έννοια.
Διωγμένος από το χωριό του εξαιτίας της κακής συμπεριφοράς του, πήγε και εγκαταστάθηκε σε πανδοχείο του Κεσκίν, επί του δρόμου από Άγκυρα προς Καισαρεία. Η φήμη του δεν κέρδισε τίποτε από αυτή τη μεταμόρφωση. Εντούτοις, οι ομόθρησκοι του, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι γνώριζε να διαβάζει ελληνικά, αποφάσισαν να τον κάνουν ιερέα.
...Βεβαιώνουν ότι συνέχισε να διάγει ακόλαστο βίο μέχρι το 1921, ημερομηνία κατά την οποία φυλακίστηκε από τους Τούρκους, ενώ ο πατέρας του κι ένα μεγάλο μέρος της οικογένειας, του σφάχτηκαν.
Είναι σε αυτή την εποχή που η τουρκική κυβέρνηση είχε την ιδέα να ιδρύσει Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο στην Ανατολή για να καταπολεμήσει αυτό της Κωνσταντινούπολης. Ο Παπα-Ευθύμ φάνηκε ιδιαίτερα κατάλληλος να επιφορτιστεί αυτή την επιχείρηση. Η κυβέρνηση απέστειλε στην φυλακή το Σερίφ μπέη, βουλευτή Αδριανούπολης, του οποίου ο ιερέας του Κεσκίν δέχθηκε αμέσως τις προτάσεις.
Αφού ελευθερώθηκε ο Παπα-Ευθύμ άρχισε αμέσως την προπαγάνδα του υπέρ των Τούρκων και του εθνικού κινήματος. Πολλά χωριά ελληνικά ευθυγραμμίστηκαν μαζί του, με την ελπίδα ν' αποφύγουν τις
εξορίες. Έτσι, θεμελιώθηκε η Τουρκορθόδοξη Εκκλησία στην Ανατολή.
Ο μητροπολίτης Ικονίου, ο Προκόπιος, τοποθετήθηκε επικεφαλής της και κάλεσε να χειροτονήσει τους νέους επισκόπους. Αρνούμενος να διαχωριστεί τελείως από το Πατριαρχείο του Φαναριού, πέθανε ξαφνικά ένα βράδυ, και ο Παπα-Ευθύμ πήρε τότε τη διεύθυνση των θρησκευτικών υποθέσεων της ελληνικής εκκλησίας, έξω από τα κατεχόμενα από τους συμμάχους εδάφη. Σε αυτόν τον τυχοδιώκτη κατέφυγαν οι τουρκικές αρχές για να εξαπολύσουν μια νέα έφοδο κατά του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Στις 2 Οκτωβρίου, την ώρα που λάμβανε χώρα η τελετή που προηγήθηκε της αναχώρησης των συμμαχικών στρατευμάτων, ο Παπα-Ευθύμ, συνοδευόμενος από δύο δημοσίους υπαλλήλους και μια συνοδεία Λαζών οπλισμένων με ρεβόλβερ, εισόρμησε στο Φανάρι και κατέλαβε τις εξόδους υπό τα ευμενή βλέμματα της αστυνομίας.
Οι λαϊκοί υπάλληλοι διασκορπίστηκαν και ο Παπα-Ευθύμ εισήλθε στο σαλόνι όπου συνεδρίαζε η Αγία Σύνοδος. Άρπαξε από το λαιμό τους μητροπολίτες Ρόδου, Κορυτσάς, Δυρραχίου και Φιλιππούπολης και τους διέταξε να εγκαταλείψουν αμέσως την αίθουσα, υπό το πρόσχημα ότι δεν είχαν αυτό το δικαίωμα να παρακάθονται στην Αγία Σύνοδο. Έδιωξε επίσης τους μητροπολίτες της Βάρνας και του Βέλιγραντ, των οποίων οι έδρες δεν κείνται σε τουρκικό έδαφος.
Οι διαμαρτυρίες και οι επικλήσεις της Συνθήκης της Λωζάνης υπήρξαν μάταιες μπροστά στην απειλή των ρεβόλβερ. Όταν οι μητροπολίτες εγκατέλειψαν το Συνοδικό, ο Παπα-Ευθύμ, απευθυνόμενος στους έξι παραμένοντες μητροπολίτες, ανακοίνωσε την έκπτωση του πατριάρχη Μελετίου και διόρισε το μητροπολίτη Ροδόπολης, πλησίον της Σαμψούντας [Πρόκειται για λάθος, η επαρχία Ροδόπολης ήταν ανατολικά της Τραπεζούντας.] , για να εκπληρώσει τα καθήκοντα του Τοποτηρητού.
Υποχρέωσε έπειτα αυτόν τον τελευταίο να τον καλέσει σε γεύμα, καθώς και τους Λαζούς του.
Αυτό το συμπόσιο συνέπεσε με την πλήρη εξαφάνιση και οριστική των αργυρών σκευών του Πατριαρχείου. Αφού πέρασε μερικές ημέρες στην Κωνσταντινούπολη, ο Παπα-Ευθύμ αναχώρησε για Άγκυρα ως "αντιπρόσωπος" του Πατριαρχείου σε αυτή την πόλη, τίτλο του οποίου, εξάλλου, η τουρκική κυβέρνηση αρνήθηκε να του αναγνωρίσει.
Αποκόμισε 3.500 τουρκικές λίρες για τις ανάγκες της φτωχής Εκκλησίας της Ανατολής, 350 τουρκικές λίρες για τα έξοδά του στο ξενοδοχείο, και 500 τουρκικές λίρες, που αντιπροσώπευαν την πρόβλεψη των μηνιαίων αποδοχών του στα νέα του καθήκοντα.
Το Φανάρι, παρά την επισφαλή οικονομική του κατάσταση, δε δίστασε να αποκτήσει, με αυτό το τίμημα, την απομάκρυνση αυτής της επικίνδυνης επίσκεψης.
Το κτύπημα κατά του Πατριαρχείου από τον Παπα-Ευθύμ μπορεί να έχει τον αντίκτυπο του επί των τουρκο ελληνικών σχέσεων. Η κατάσταση κινδυνεύει να δηλητηριαστεί αν η τουρκική κυβέρνηση, μη πλήρως ικανοποιημένη από τ' αποτελέσματα που απέκτησε επιδιώξει ν' αναμιχθεί μ' ένα τρόπο πιο άμεσο ακόμη στις Πατριαρχικές υποθέσεις. Της αποδίδουν την πρόθεση να χρησιμοποιήσει τον ΙΙαπα-Ευθύμ για να οδηγήσει, αν όχι όλη την Εκκλησία του Φαναριού, τουλάχιστον μερικές εκκλησίες της επαρχίας να καταργήσουν την ελληνική γλώσσα στις λειτουργίες τους, και να την αντικαταστήσουν με την τουρκική γλώσσα.
Ήδη, όλοι οι καθηγητές της "Μεγάλης Εθνικής και Πατριαρχικής Σχολής του Φαναριού" που ιδρύθηκε το 1453, απαλλάχτηκαν των καθηκόντων τους ‘’διότι δεν ενέσπειραν τα τουρκικά αισθήματα στους μαθητές τους’’. Ο στόχος της κυβέρνησης... είναι να Τουρκοποιήσει το Φανάρι.
Η παραβίαση των διατάξεων της Συνθήκης Ειρήνης φαίνεται εδώ κατά τρόπο πασιφανή...
...Ενόψει αυτής της κατάστασης, στους ελληνικούς κύκλους αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο της μεταφοράς του Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη ή στο Όρος Άθως. Δε φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση διάκειται ευνοϊκά σε αυτή τη λύση...

...Αντιλήφθηκα ότι σι επίσκοποι του Φαναρίου έβλεπαν με λύπη την παρατηρούμενη αδιαφορία των ξένων διπλωματικών αποστολών για την αξιολύπητη κατάσταση του Πατριαρχείου...».
Η δεύτερη: Έχει ημερομηνία 19 Δεκεμβρίου 1923, και στην οποία διαβάζουμε:
«Σας ανέφερα, Εξοχότατε, με το τηλεγράφημα μου Νο 474, τα σκάνδαλα των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε το θέατρο το μήνα του τελευταίου Οκτωβρίου, και τα οποία κατέληξαν, υπό τις απειλές ενός υπόπτου πράκτορα της κυβέρνησης, ονομαζόμενου Παπα- Ευθύμ, στην εκθρόνιση του Πατριάρχη ΜΕΛΕΤΙΟΥ Δ' και στην εξορία των ξένων προκαθήμενων, μελών της Αγίας Συνόδου.
Έπρεπε μετά από αυτό να ασχοληθούν, χωρίς καθυστέρηση, στην εκλογή νέου αρχηγού της Ορθόδοξης Εκκλησίας...
...Η κυβέρνηση δήλωσε καθαρά ότι δε θα δεχόταν ως εκλέκτορες και εκλεγέντες παρά μόνο θρησκευτικούς αξιωματούχους τουρκικής υπηκοότητας.
Εντούτοις, όσον αφορά τις εκκλησιαστικές περιφέρειες της Μακεδονίας και των νησιών, μη αποσπασθείσες ακόμη ‘’κανονικώς’’ από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ήταν αδύνατο από άποψη θρησκευτική, να αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου στους μητροπολίτες αυτών των περιοχών.
Το Πατριαρχείο βρήκε μια λύση του προβλήματος, οργανώνοντας μια εκλογή σε δύο στάδια: Παρουσίαση, κατ' αρχάς, των τριών υποψηφίων με ψηφοφορία στην οποία θα έπαιρναν μέρος όλοι οι μητροπολίτες οι εξαρτώμενοι από την έδρα της Κωνσταντινούπολης, εν συνεχεία εκλογή μόνο από τους Τούρκους μητροπολίτες του ενός εκ των υποψηφίων στο θρόνο τον πατριαρχικό.
Ως συνέχεια αυτών των μακρών και δύσκολων διαδικασιών... ο μητροπολίτης της Χαλκηδόνας (Καδίκιοϊ) εκλέχτηκε, στις 6 Δεκεμβρίου, Οικουμενικός Πατριάρχης, υπό το όνομα ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ζ'. Ευθύς ως ανακηρύχθηκε, έσπευσε με ανακοινώσεις του να δηλώσει την πλήρη υπακοή του έναντι της κυβέρνησης.
Μπορούσε, λοιπόν, κανείς να ελπίζει ότι η κρίση, από την οποία πέρασε το Πατριαρχείο, είχε κλείσει, όταν την μεθεπόμενη, ο ίδιος ο Παπα-Ευθύμ, ο οποίος είχε ήδη προκαλέσει τα σκάνδαλα στο μήνα Οκτώβριο, δυσαρεστημένος από μια εκλογή την οποία εκτιμούσε ως νοθευμένη από τις ελληνικές επιρροές, εισέβαλε εκ νέου στο Πατριαρχείο...
...Εισβάλλοντας στο Πατριαρχείο, επικεφαλής μερικών ενόπλων παλιανθρώπων, θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς αυτόν τον Παπα-Ευθύμ, τον χαμερπή τυχοδιώκτη, να εκδιώκει χωρίς αντίσταση το νέο Πατριάρχη, τους μητροπολίτες, ακόμη και τους υπηρέτες, και εγκαθιστάμενο στη θέση τους, υπό το συνένοχο βλέμμα της αστυνομίας.
Παρά ταύτα, η Αγία Σύνοδος επέδειξε την μεθεπόμενη, λίγο περισσότερη σταθερότητα. Αντί να ενδώσει στις επιταγές του Παπα-Ευθύμ, ο οποίος ζητούσε νέες εκλογές, αποσύρθηκε στο Καδίκιοϊ, γύρω από τον Πατριάρχη, και αποφάσισε να περιμένει εκεί, έως ότου η κυβέρνηση θελήσει να της αποδώσει δικαιοσύνη.
Λίγες μέρες μετά, πράγματι, η αστυνομία, με διαταγές που ήρθαν από την Άγκυρα, εκκένωσε το Πατριαρχείο από τον Παπα-Ευθύμ, και εξουσιοδότησε την επιστροφή εκεί του Πατριάρχη.
Φαίνεται ότι σε όλη αυτή την υπόθεση, ο Παπα-Ευθύμ υπήρξε ένας πολύ κακός εκτελεστής των σχεδίων της Αγκύρας. Η κυβέρνηση θα ήθελε να εκλεγεί ο μητροπολίτης Ροδόπολης, θεωρούμενος ως Τουρκόφιλος, και χωρίς αμφιβολία, επιφόρτισε τον Παπα-Ευθύμ να επέμβει ενεργητικά προς αυτήν την κατεύθυνση...
...Πάντως, το σκάνδαλο ήταν τόσο πολύ καταφανές, για να μη στραφεί εναντίον των εκτελεστών και της κυβέρνησης, η οποία βρέθηκε υποχρεωμένη να επικρίνει τον αδέξιο πράκτορα της...
... Λοιπόν, ο Πατριάρχης εξέρχεται μια επί πλέον φορά από την κρίση που τον απείλησε...».
Δυστυχώς αυτές οι συνεχείς παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάνης, τόσο σε βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, όσο και κατά του Πατριαρχείου, δε σταμάτησαν εκεί.
Από τις πολλές και τις συνεχείς μέχρι τις ημέρες μας (2004), θα περιοριστούμε μόνο σε μία, που έλαβε χώρα στα τέλη του 1924 και το πρώτο εξάμηνο του 1925.
Συγκεκριμένα:
Στις 17 Νοεμβρίου 1924 απεβίωσε ο μόλις προ έτους εκλεγείς Οικουμενικός Πατριάρχης, Γρηγόριος Ζ'. Από την ημέρα αυτή και μέχρι τις 15 Ιουνίου 1925. με αφορμή το ζήτημα της εκλογής νέου Πατριάρχη, συνέβησαν πολλά γεγονότα, τα οποία ενέπλεξαν την Ελλάδα και την Τουρκία σε μια έντονη πολιτική και διπλωματική διαμάχη, που λίγο έλειψε για να καταλήξει σε μη ελεγχόμενες καταστάσεις και περιπέτειες.
Στην παραπάνω διαμάχη έλαβαν μέρος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπον και άλλες χώρες των Βαλκανίων, κυρίως, όμως, οι μεγάλες δυνάμεις.
Τα γαλλικά αρχεία και αυτά της Κοινωνίας των Εθνών δίνουν πλήρη και σαφή εικόνα των σχετικών εξελίξεων πάνω στο θέμα αυτό:
Ο προαχθείς σε ύπατο αρμοστή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη, Ζες Κυρελί, υπέβαλε, στις 25 Νοεμ στον πρωθυπουργό του, Ερριό (Herriot), στην οποίαν διαβάζουμε:
«Ο θάνατος του Οικουμενικού Πατριάρχη, που συνέβη πριν το διακανονισμό του ζητήματος της ανταλλαγής των ελληνικών πληθυσμών της Κωνσταντινούπολης, περιέπλεξε μια κατάσταση, που ήδη ήταν περίπλοκη, που αύξησε τις ανησυχίες του ορθόδοξου κλήρου.
Οι τουρκικές αρχές ανακοίνωσαν καθαρά ότι προτίθενται να εφαρμόσουν καθ' ολοκληρίαν τους όρους ανταλλαγής για τους Έλληνες κληρικούς, ακόμη και για κείνους που είναι μέλη της Αγίας Συνόδου.
Μόνο ο Παπα-Ευθύμ, ο οποίος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, περίπου προ έτους, και του οποίου η ιδιότητα ως ανταλλάξιμου είναι αδιαμφισβήτητη, συνεχίζει ν' απολαμβάνει εμφανή αστυνομική προστασία.
Το αρμόδιο τμήμα του υπουργείου ενημερώθηκε με αλληλογραφία μου, σχετικά με την ανίερη αυτή προσωπικότητα, η οποία εμφανίστηκε πολύ πρόσφατα με μια νέα παράνομη ενέργεια του, καταλαμβάνοντας μια μικρή εκκλησία του Γαλατά, όπου, παρά την απαγόρευση που του έγινε, εξακολουθεί να λειτουργεί με την παρουσία ενός πολύ περιορισμένου αριθμού πιστών. Οι τουρκικές αρχές, που παρακλήθηκαν να επέμβουν, αρνήθηκαν να το πράξουν.
Με την ευκαιρία του θανάτου του Πατριάρχη, ο Παπα-Ευθύμ πήγε στο βαλή για να υποβάλει τα συγχαρητήρια του.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η εκλογή του νέου Πατριάρχη, θα δώσει λαβή για πολλές δυσκολίες.
Η πρόθεση της κυβέρνησης της Αγκύρας είναι: να εκλεγεί ένα δικό της δημιούργημα, να μετατρέψει το Πατριαρχείο του Φαναριού σε τουρκικό πατριαρχείο, να ελαττώσει την εξουσία και το γόητρο του, και να
υποκαταστήσει σιγά-σιγά την ελληνική γλώσσα με την τουρκική. Ο υποψήφιος της θα ήταν ο μητροπολίτης της Μάτσκας[Πρόκειται για το μητροπολίτη Ροδόπολης Πόντου, Κύριλλο. Είδαμε και στα προηγούμενα έγγραφα ότι ήταν πάντα ο επιθυμητός του Παπα-Ευθύμ και της τουρκικής κυβέρνησης], κοντά στην Τραπεζούντα, ο οποίος πρόσφερε υπηρεσίες στους Τούρκους, κατά τη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας,[Εννοεί το κίνημα του Κεμάλ] οργανώνοντας νοσοκομεία και περιθάλποντας τους τραυματίες...
Όμως, ένας άλλος κίνδυνος προήλθε από έξω, ο οποίος θα απειλήσει το Πατριαρχείο. Σύμφωνα με πληροφορίες από το Βελιγράδι, μερικοί σερβικοί και σλαβικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, ενόψει της υποβάθμισης της κατάστασης του Πατριαρχείου του Φαναριού, η οποία προήλθε μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, σκέπτονταν να δημιουργήσουν ένα άλλο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θα εγκαθίστατο σε σερβικό έδαφος. Η άποψη αυτή της μεταφοράς θα υποστηριζόταν από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δαμιανό, του οποίου οι σχέσεις με τον Πατριάρχη του Φαναριού δεν είναι καλές...
...Φαίνεται ότι ο πατριάρχης Δαμιανός έχει πρόθεση ν' απευθυνθεί στους ίδιους τους Σοβιετικούς, και να τους υπενθυμίσει ότι η παλιά Ρωσία ήταν η επίσημη προστάτιδα της ορθόδοξης εκκλησίας της Παλαιστίνης».
Ο ίδιος Γάλλος αρμοστής, στις 17 Δεκεμβρίου 1924, αναφέρει:
«Ο μητροπολίτης Δέρκων (Θεραπιά) εκλέχτηκε Οικουμενικός Πατριάρχης, με το όνομα Κωνσταντίνος ΣΤ΄, στις 17 Δεκεμβρίου, με ομοφωνία 14 ψήφων της Αγίας Συνόδου. Είναι 62 χρόνων, γεννήθηκε στην Προύσα. Κατά συνέπεια είναι ανταλλάξιμος...».
Οι Τούρκοι δεν αναγνώρισαν την εκλογή. Η Υποεπιτροπή ανταλλαγής πληθυσμών έκρινε ότι ο Κωνσταντίνος ΣΤ' λογιζόταν ως ανταλλάξιμος. Όμοια απόφαση έλαβε και η Γενική Επιτροπή Ανταλλαγής, όμως, αρνήθηκε να του χορηγήσει διαβατήριο, με τη δικαιολογία ότι δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της ανώτατοι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, και μάλιστα ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Η υπόθεση πήρε διεθνείς προεκτάσεις. Παρατηρήθηκε έντονος διπλωματικός πυρετός. Ελλάδα και Τουρκία απειλούσαν, η μια την άλλη, με πόλεμο.
Ιδού, πώς αναφέρει ο ίδιος Γάλλος αρμοστής την εξέλιξη, στις 30 Ιανουαρίου 1925:
«Η Μικτή Επιτροπή, στη χθεσινή συνεδρίαση της, αποφάνθηκε ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης, θεωρούμενος ως απλό άτομο, συγκεντρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις του ανταλλάξιμου, αλλά ήταν εκτός της αρμοδιότητας της Επιτροπής να λάβει θέση για την περίπτωση αυτού του θρησκευτικού αξιωματούχου, ενόψει της ιδιότητας του ως μητροπολίτου.
Υιοθετώντας αυτή τη φόρμουλα, η Επιτροπή είχε ως στόχο να επιτρέψει τη συνέχιση των απευθείας συνομιλιών μεταξύ των δύο κυβερνήσεων.
Η κυβέρνηση της Αγκύρας, μόλις έλαβε γνώση αυτής της απόφασης, ενήργησε απότομα και βίαια. Ο Πατριάρχης συνελήφθη αυτό το πρωί από την αστυνομία, και οδηγήθηκε εκτός τουρκικού εδάφους».
Τον τρόπο, με τον οποίο έγινε αυτή η απέλαση, μας τον περιγράφει η εφημερίδα «STAMBOUL», της 30ής Ιανουαρίου 1925:
«Είναι από την Άγκυρα που έφτασε, χθες το απόγευμα, η διαταγή γι' αυτό το θέμα. Προερχόταν από το υπουργείο των Εσωτερικών.
Ο βαλής Σουλεϊμάν Σαμί μπέης, μόλις την έλαβε, τηλεφώνησε στον Εκρέμ μπέη, γενικό αστυνομικό διευθυντή της Κωνσταντινούπολης, καλώντας τον στην Υψηλή Πύλη. Κατά τη σύσκεψη που έλαβε χώρα, αποφασίστηκαν οι συνθήκες δια των οποίων θα γινόταν η εκτέλεση του μέτρου. Μόλις αποφάσισαν, τηλεφώνησαν στη διεύθυνση της αστυνομίας του Φαναριού, για να την ενημερώσουν. Αυτή πήρε αμέσως τα αναγκαία μέτρα.
Αυτό το πρωί, στις έξι η ώρα, αστυνομικά αποσπάσματα περικύκλωσαν το Πατριαρχείο. Οι αρχηγοί μπήκαν μέσα, πήραν προφυλάξεις, τοποθετώντας φρουρούς στους διαδρόμους και τις σκάλες. Ξύπνησαν τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο και του ανακοίνωσαν ότι οφείλει ν' αναχωρήσει αμέσως.
Ο Πατριάρχης ζήτησε μια προθεσμία δύο ή τριών ωρών, για να προετοιμαστεί, αλλά του ειπώθηκε ότι αυτό δεν ήταν καθόλου δυνατό, γιατί πλησίαζε η ώρα της αναχώρησης του τρένου.
Ο Παναγιώτατος Κωνσταντίνος ετοίμασε, λοιπόν, βιαστικά τις βαλίτσες του, αποχαιρέτησε το περιβάλλον του, και ανέβηκε στο αυτοκίνητο, παίρνοντας μαζί του τον γραμματέα του.
Στο ίδιο τρένο επιβιβάστηκαν και ο επικεφαλής κομισάριος Ντζεβάντ μπέης και τέσσερις αστυνομικοί, επιφορτισμένοι να συνοδεύσουν τον Πατριάρχη μέχρι τα σύνορα».
Τα βαθύτερα σχέδια αυτής της τουρκικής πολιτικής ήταν η πλήρης εξαφάνιση του Πατριαρχείου. Ιδού, ένα σχετικό έγγραφο. Πρόκειται για ένα εσωτερικό έγγραφο της Διεύθυνσης Πολιτικών Υποθέσεων του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών, με ημερομηνία 1 Φεβρουαρίου 1925:
«Η τουρκική κυβέρνηση, αφού εξόρισε το χαλίφη και κατάργησε το Χαλιφάτο (3 Μαρτίου 1924), εξόρισε με τη σειρά του τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Της αποδίδω την πρόθεση να ενεργήσει ομοίως κατά του Αρμενίου Πατριάρχη και του Μεγάλου Ραβίνου της Κωνσταντινούπολης. ‘’Αυτές οι αρχές’’, είπε ο Κεμάλ, στην εφημερίδα ‘’New York Herald’’, το Μάιο του 1924, ‘’αποτελούν διαρκές εμπόδιο για την ενοποίηση της τουρκικής νομοθεσίας και για την πρόοδο. Εξάλλου, είναι μια πρόφαση για αδιάκοπη ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στην εσωτερική μας πολιτική’’».
Το γαλλικό έγγραφο προχωρεί υποδεικνύοντας δύο ενδεχόμενες λύσεις: είτε να φύγει το Πατριαρχείο από την Κωνσταντινούπολη, είτε να μείνει με μηδαμινές εξουσίες. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση συνεχίζει:
«Αν δε θα έχει δικαιοδοσία παρά μόνο στο εσωτερικό των συνόρων της Τουρκίας επί των Τούρκων ορθοδόξων χριστιανών, πρέπει να εμπιστευτούν τα καθήκοντα σ' ένα αυτόχθονα, όπως ο Παπα-Ευθύμ, ο οποίος θα κάνει μια αρχή στην τουρκική γλώσσα. Φαίνεται ότι αυτή είναι η ευχή της κυβέρνησης της Αγκύρας. Αυτό θα ήταν το τέλος του παλαιού Οικουμενικού Πατριαρχείου, αντιπάλου της Ρωμαϊκής Παποσύνης...».
Η απέλαση του Πατριάρχη συγκλόνισε τους Έλληνες. Ο Γάλλος πρέσβης στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 1925, αναφέρει σχετικά:
«Η απέλαση του Πατριάρχη, που μαθεύτηκε αυτό το απόγευμα στην Αθήνα, προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση. Στο Κοινοβούλιο, όλοι οι αρχηγοί των κομμάτων εξέφρασαν τα αισθήματα τους. Ο στρατηγός Πάγκαλος έσπρωξε για ακραίες λύσεις. Το υπουργικό συμβούλιο θα συγκληθεί αύριο.
Ο κύριος Μιχαλακόπουλος [ήταν ο Πρωθυπουργός], με τον οποίο δείπνησα στο σπίτι του προέδρου της Δημοκρατίας, δείχνει ανήσυχος εξαιτίας των εξάψεων του στρατού, και της παρουσίας στη Βουλή 70 προσφυγών βουλευτών, οι οποίοι δείχνουν μια φυσική συμπάθεια, και για τους οποίους το κτύπημα ήταν ιδιαίτερα αισθητό...Η πρώτη σκέψη του πρωθυπουργού ήταν να γίνει προσφυγή στην Κοινωνία των Εθνών, σύμφωνα με το άρθρο 11.Για ένα τόσο σοβαρό μέτρο, που εμπεριέχει απειλή πολέμου, συνέστησα μετριοπάθεια και προσφυγή ατό Δικαστήριο της Χάγης. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, του μίλησε και ο Άγγλος συνάδελφος μου...».Η Ελλάδα κατέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών. Η ρουμανική και η σερβική εκκλησία, στην κρίσιμη αυτή στιγμή για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όχι μόνο δεν το στήριξαν, αλλά και κήρυξαν την ανεξαρτησία τους από αυτό.Η Τουρκία όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά ειδοποίησε την Μικτή Επιτροπή να χορηγήσει διαβατήρια και σε έξι ακόμη μητροπολίτες.Το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών, ως άλλος Πόντιος Πιλάτος, με έγγραφο του, στις 14 Μαρτίου 1925, απευθύνθηκε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, προκειμένου ν' αποφανθεί αυτό επί του ζητήματος.Τελικά θριάμβευσαν η τουρκική αδιαλλαξία και οι διπλωματικές ενέργειες της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Η.Π.Α. Βρέθηκε μια συμβιβαστική λύση, βασιζόμενη στην ελληνική αδυναμία. Η Ελλάδα δέχθηκε να πιέσει τον εξόριστο Οικουμενικό Πατριάρχη, που έμενε προσωρινά στη Θεσσαλονίκη, να παραιτηθεί.Η νέα εκλογή έγινε στις 16 Ιουλίου 1925. Εκλέχτηκε ο μητροπολίτης Νικαίας, με το όνομα Βασίλειος Γ΄.Ένα χρόνο αργότερα, η τουρκική κυβέρνηση άσκησε ποινική δίωξη και κατά του Βασιλείου Γ΄ και της Αγίας Συνόδου, γιατί συνεδρίασαν στη Σχολή της Χάλκης, με τη δικαιολογία ότι η Χάλκη βρίσκεται εκτός της διοικητικής έδρας του Φαναριού.Ο Κεμάλ και οι διάδοχοι του συνέχισαν το γενοκτόνο έργο τους σε βάρος των Ελλήνων της Πόλης, των νησιών Ίμβρου και Τενέδου εντός της επικράτειας της Τουρκίας, αλλά κι εκτός αυτής, στην πολύπαθη Κύπρο.