|
|
|
Οι ιεροί κανόνες, θεόπνευστοι ή θείοι;
Παναγιώτου Μπούμη,
Ομοτ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
Περιοδικό «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» - Φεβρουάριος
2005
Εισαγωγικώς
πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, όταν λέμε «ιεροί κανόνες», εννοούμε τους κανόνες
εκείνους πού έχουν καθιερωθεί από την Εκκλησία με τις αποφάσεις τού στόματος
αυτής πού είναι οι Οικουμενικές Σύνοδοι.
Όπως είναι γνωστό, η Εκκλησία τού Χριστού είναι «στύλος και εδραίωμα της
αληθείας» (Α' Τιμ. 3,15). Άρα οι ιεροί κανόνες, οι οποίοι θεσπίστηκαν ή
υιοθετήθηκαν και επικυρώθηκαν από μία Οικουμενική Σύνοδο, η οποία αποτελεί το
όργανο εκφράσεως της Εκκλησίας αυτής, μάς προσφέρουν την αλήθεια και μάς
υποδεικνύουν το ορθό. Όλοι οι άλλοι «κανόνες», ή καλύτερα οι κανονιστικές
διατάξεις, μπορεί να έχουν την αλήθεια, αλλά μέχρις του επικυρωθούν από μία
Οικουμενική Σύνοδο, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ότι έχουν το αλάθητο και
ότι προσφέρουν οπωσδήποτε το αληθές και το ορθό.
Μετά ταύτα ερχόμαστε στο θέμα, αν οι ιεροί αυτοί κανόνες είναι
θεόπνευστοι ή απλώς είναι θείοι. Προς τούτοις
οφείλουμε κατ’ αρχάς να διακριβώσουμε και να επιστήσουμε την προσοχή μας στο,
ποια είναι η διαφορά μεταξύ των όρων θεόπνευστος και θείος.
Ο όρος θεόπνευστος χρησιμοποιείται και κυριολεκτείται για τα
κείμενα εκείνα, τα οποία περιέχουν λόγους τού Θεού, αλήθειες, τις οποίες
αποκάλυψε ο Θεός στους ανθρώπους του, ή όπερ το αυτό, τις οποίες εμπνεύστηκαν
αυτοί κινούμενοι από το Άγιο Πνεύμα. Πρβλ. το Β' Πέτρ.
1,21 : «Υπό πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν άγιοι (από) τού Θεού άνθρωποι».

Γι' αυτό και ονομάζεται αποστολική η χριστιανική Εκκλησία,
γιατί βασίζεται στην αποστολική Παράδοση, σε ,ότι δηλαδή εγγράφως ή προφορικώς ή
μυστηριακώς παρέδωσαν οι Απόστολοι.
Αντιθέτως ο όρος Θείος χρησιμοποιείται και μπορεί να
χρησιμοποιείται για όλα τα κείμενα εκείνα, τα οποία, αν και δεν περιέχουν
πρωτοτύπως την αποκάλυψη τού Θεού, όμως περιέχουν τις θείες αυτές αλήθειες ή
επαναλαμβανόμενες ή ερμηνευόμενες και αναπτυσσόμενες και μάλιστα αλαθήτως, γιατί
γράφτηκαν με τη Θεία επιστασία. Αυτό συνέβη και με τους Πατέρες των Οικουμενικών
Συνόδων, οι οποίοι «αυγασθέντες», τουτέστι φωτισθέντες, εθέσπισαν τα δόγματα της
Εκκλησίας και τους ιερούς κανόνες.
Όπως χαρακτηριστικώς διακηρύττει ο α' κανόνας της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου
«ασπασίως τους θείους κανόνας ενστερνιζόμεθα, και ολόκληρον τήν
αυτών διαταγήν και ασάλεντον κρατύνομεν, των εκτεθέντων υπό των αγίων σαλπίγγων
τού πνεύματος, των πανευφήμων αποστόλων, των τε εξ αγίων, οικουμενικών συνόδων,
και των τοπικώς συναθροισθεισών επί εκδόσει
διαταγμάτων και των αγίων πατέρων ημών. Εξ ενός γαρ άπαντες και τον αυτού
πνεύματος αυγασθέντες ώρισαν τα συμφέροντα». Σύμφωνα, λοιπόν, με
τη μαρτυρία αυτή οι ιεροί κανόνες είναι Θείοι, γιατί θεσπίστηκαν με το φωτισμό
και με την επιστασία τού Αγίου Πνεύματος, με τη Θεία επιστασία.
Γι' αυτό το λόγο και οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας αποτελούν τους αυθεντικούς
φορείς της ορθής εκφράσεως της εν Χριστώ αποκαλυφθείσης αληθείας και τού
μηνύματος της εν Χριστώ πραγματοποιούμενης σωτηρίας. Επίσης για το λόγο αυτό δεν
επιτρέπεται σε κανένα «τους προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ή αθετείν, ή
ετέρους παρά τους προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως υπό τίνων
συντεθέντας, των την αληθείαν καπηλεύειν (= να νοθεύουν) επιχειρησάντων» (β'
Καν. της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).
Πέραν όλων αυτών πρέπει να γίνει γνωστό και να μην παραθεωρείται το γεγονός, ότι
οι Θείοι και ιεροί κανόνες μάς προσέφεραν και μάς παρέδωσαν τον κανόνα ή
κατάλογο των βιβλίων της Αγίας Γραφής (Πρβλ. Παν. Μπούμη, Οι κανόνες της
Εκκλησίας περί τού κανόνος της Αγ. Γραφής, Αθήναι 1986), η οποία, όπως
αναφέρθηκε πιο πάνω, περιέχει και μάς προσφέρει την αποκεκαλυμμένη ευαγγελική
αλήθεια.
Μετά από όλα τα ανωτέρω μπορεί να καταλήξει κάποιος αβιάστως στο
συμπέρασμα, ότι οι ιεροί κανόνες ναι μεν δεν είναι κείμενα θεόπνευστα, πλην όμως
είναι Θεία και αλάθητα κείμενα, γιατί αλαθήτως στηρίζουν και ακολουθούν τα
θεόπνευστα κείμενα. Από την έποψη αυτή οι ιεροί κανόνες είναι και αυτοί «στύλος
και εδραίωμα της αληθείας».
Επομένως δικαίως και ορθώς και οι ορθόδοξοι Πατριάρχες της Ανατολής στις
«αποκρίσεις» τους προς τους Αγγλικανούς Ανωμότους (1716/25) έλεγαν: «Τους
γάρ των προπονημένων ιερών και αγίων επτά Συνόδων και των τοπικών, των εν τη
Ανατολή δηλονότι συγκεκροτημένων (από των χρόνων των Αποστόλων μέχρι τού χρόνου
καθ’ όν εβασίλευσεν εν Κων/πόλει Βασίλειος ο Πορφυρογέννητος), θεσμούς και
κανόνας, ως αυτά τα άγια ευαγγέλια δεχόμεθα, κατά τον β' της ζ' άγιας και
Οικουμενικής Συνόδου κανόνα, και την γ' διάταξιν τού β' τίτλου των Νεαρών, εν η
ευρίσκομεν, τι δει τους κανόνας των επτά Συνόδων και τα δόγματα κρατείν ως τας
θείας Γραφάς... Δήλον δε και διατί τους των ιερών Συνόδων κανόνας ως τας θείας
δεχόμεθα Γραφάς, ότι θεοφόρων ανδρών θεσμοί είσιν... οι και θείω Πνεύματι
εμπνευσθέντες εθέσπισαν τους τοιούτους κανόνας» (Παρά Ιω. Καρμίρη, Τα
δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Τόμ. Β', έκδ.
Β', GRAZ-AUSTRIA 1968, σελ. 808/[888]).
|
|
|