
Συναξάρι των τεσσάρων νεομαρτύρων
![]()
Των αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων των εν
Ρεθύμνη:
Αγγελή, Γεωργίου, Μανουήλ και Νικολάου
(+1824)
Απόσπασμα από το βιβλίο:
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΩΝ ΚΡΥΦΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ – ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ
ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ - ΓΕΩΡΓΗ.Θ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑ
Οι τέσσερις αυτοί κρυφοί
χριστιανοί γεννήθηκαν στο χωριό Μελάμπες της επισκοπής Λάμπης και Σφακιών της
Κρήτης. Από μικροί πρόσμεναν την ώρα που θα έδειχναν στον κόσμο την ψυχή τους.
Όλα τους τα χρόνια τα πέρασαν με τον πόθο αυτό κι όταν ήρθε η στιγμή
παντρεύτηκαν γυναίκες απ’ το συνάφι τους που κι αυτές πρόσμεναν τη μέρα του
ποθούμενου. Ήταν κι οι τέσσερις συγγενείς, από το ίδιο σόι τους
Ρετζέπηδες. Οι δυό, ο Μανουήλ κι ο Αγγελής,
ήταν αδέλφια και με τους άλλους, το Γεώργιο και το
Νικόλαο, πρώτα ξαδέρφια. Οι οικογένειες τους ήταν πλούσιες κι από τις
πιο ισχυρές στην περιοχή. Κι οι ίδιοι ήταν φημισμένοι για την ανδρεία και τη
δύναμη τους. Μάλιστα, λένε, για έναν απ’ αυτούς, το Νικόλαο ή Αχμέτ αγά, πώς μια
μέρα τόλμησε ο,τι οι άλλοι θεωρούσαν μεγάλη αποκοτιά. Να τα βάλει με τον
αρχιγενίτσαρο Καπαρό που τυραννούσε τα χωριά τους.
Ήταν τότε που ο τούρκος θέλησε να δείξη τη δύναμή του και
να προσβάλλει όλους τους ρωμιούς. Γι' αυτό πήγε στο σπίτι του παπά και τον
διέταξε να σφάξει τον κόκορα, να ετοιμάσει σύγλινα και πίτες, να φέρει και
μπρούσκο κόκκινο κρασί, κι ας τ' απαγορεύει ο Μωάμεθ, και να του στρώσει έξω
στην αυλή, να τρώει και να τον βλέπει όλος ο κόσμος. Για τη διασκέδασή του
ζήτησε να έρθει ο λυράρης απ’ το διπλανό χωριό κι όλα τα κορίτσια τους, μαζί κι
η παπαδιά, να χορεύουν γύρω του σαν να είναι παλλακίδες.
Όταν πιά όλα ήταν έτοιμα κι άρχισε ο χορός, οι χριστιανοί ντροπιασμένοι
κλείσθηκαν στα σπίτια τους και πίσω από τις γρύλιες σήκωναν τις γροθιές τους
βλαστημώντας τη μοίρα τους που τους κρατούσε τόσα χρόνια δούλους. Τότε ήταν που
μπήκε στο χωριό ερχόμενος από τα χτήματα ο Νικόλαος, ο Αχμέτ αγάς. Το πρώτο που
του έκανε εντύπωση ήταν που βασίλευε παντού η ερημιά και το δεύτερο πώς
ακούγονταν γλέντια και χαρές, τέτοια μέρα χωρίς γιορτή, χωρίς σχόλη. Στο σπίτι
του έμαθε λεπτομέρειες και φούντωσε. Αμέσως ζώστηκε τ' άρματα του και πήγε στου
παπά. Εκεί βρήκε τον Καπαρό μ’ αλλοιωμένη την όψη απ’ το μεθύσι και τις κοπέλλες
γύρω του να σέρνουν θλιμμένες το χορό. Μόλις τον είδε ο τούρκος πετάχτηκε
χαρούμενος απ’ τη θέση του, άνοιξε τα χέρια κι άρχισε να φωνάζει:
«Οσκελντίν Αχμέτ αγά. Κόπιασε να
γλεντήσουμε».
Ο Νικόλαος έκανε δυό βήματα και
στάθηκε μπροστά του με τα πόδια στη διάσταση. Καθώς ίσωσε το κορμί του φάνηκε
τεράστιος και το άγριο βλέμμα του έκανε να σταματήσει η μουσική κι οι γυναίκες
να τραβηχτούν στην άκρη της αυλής γύρω απ’ την παπαδιά. Από εκεί τον είδαν να
διώχνει το λυράρη και να βουτά τον Καπαρό απ’ τα ρούχα και να τον πέτα έξω απ’
την αυλή. Έτσι όπως τον έβλεπαν πεσμένο στο σοκάκι φαινόταν μηδαμινός κι όταν
σηκώθηκε στάθηκε λίγο κι αμέσως, ταπεινωμένος, πήρε το δρόμο για το χωριό του.
«Να μη σε ξαναδώ στα μέρη μας» βρόντηξε η φωνή του Αχμέτ αγά.
Ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του τόπου.
Τότε εμφανίστηκε ο παπάς που τόση ώρα, κλεισμένος στο πιο σκοτεινό δωμάτιο του
σπιτιού, θρηνούσε για το κατάντημα τους. Οι γυναίκες τον είδαν να σηκώνει το
δεξί του χέρι και να ευλογεί τον Αχμέτ κι όσες μπόρεσαν να διαβάσουν τα χείλη
του κατάλαβαν και την ευχή που του έδινε! «Ο Θεός να σ' ευλογεί Νικόλαε».
Τον άλλο χρόνο ήταν που οι Έλληνες πήραν τα όπλα. Η Επανάσταση. Το Όνειρο. Όλοι
οι τόποι αντηχούσαν τη βουή του πολέμου.
Στην Κρήτη η κατάσταση ήταν τελείως απογοητευτική. Χρόνια τώρα το νησί είχε
γεμίσει τούρκους κι οι τρεις πασάδες του ήταν πανίσχυροι κι είχαν στρατό καλά
εξοπλισμένο. Λες και περίμεναν το ξέσπασμα της ατίθασης ψυχής. Οι σφαγές ήταν
καθημερινή ιστορία και μια υποψία, μια ανεξέλεγκτη φήμη έφτανε για να βάψει με
αίμα τον τόπο. Ήταν κι οι μνήμες από το κίνημα του Δασκαλογιάννη, τότε στα 1769,
που ο ατρόμητος κρητικός έφτυσε κατά πρόσωπο την εξουσία. Αποτέλεσμα η θυσία. Η
δική του και των δικών του. Τον έγδαραν ζωντανό κι έσφαξαν χιλιάδες. Τραγωδία!
Ήταν κι η απόσταση από την Ελλάδα που έσβηνε κάθε ελπίδα για βοήθεια.
Παρόλ' αυτά οι κρητικοί δεν μπορούσαν να μείνουν στην
απάθεια. Ο σίφουνας που είχαν μέσα τους νίκησε τη λογική. Πρώτα ξεσηκώθηκαν οι
σφακιανοί. Ύστερα οι ριζήτες. Μετά ολο το νησί. Ο πόλεμος ξύπνησε τις
συνειδήσεις.
Είχαν φύγει όλοι οι άντρες απ’ το χωριό κι οι κρυφοί χριστιανοί, οι Ρετζέπηδες,
βρίσκονταν σε μεγάλη απορία. Να φανερωθούν και να βγουν στο κλαρί ή να μείνουν
στη διπλή ζωή βοηθώντας κρυφά τον αγώνα; Τη λύση, το τελικό σπρώξιμο, την έδωσε
ένας ξάδερφος του Νικολάου Ρετζέπη, ο Μιχάλης Μπουρδούνης. Στο διάλειμμα κάποιας
μάχης, κι ενώ ο τόπος καιγόταν, πήγε και τους βρήκε.
«Δέ
χρειάζονται διπροσωπίες» τους είπε, «Το έθνος καλεί. Ή Τούρκοι ή χριστιανοί. Όχι
και τα δύο».
Αυτό ήταν. Δεν ήθελαν άλλη πρόσκληση.
Ο Μπουρδούνης τους στρατολόγησε εκείνη τη μέρα και τους έφερε στο σώμα που
υπηρετούσε. Γρήγορα έγιναν σαν τους άλλους κι άρχισαν να βάζουν το λιθαράκι για
να χτιστεί η λευτεριά.
Η
Επανάσταση στο νησί κράτησε τρία χρόνια. Τρία χρονιά αμφίρροπου αγώνα. Πότε
νίκη, πότε ήττα. Ένα βήμα μπρος, ένα πίσω. Ώσπου ήρθε στρατός απ’ την Αίγυπτο. Η
πλάστιγγα γύρισε πιά με το μέρος των εχθρών. Το τέλος. Οι Έλληνες δεν μπόρεσαν
ν' αντέξουν και παράδωσαν τα όπλα. Ηττημένοι και ντροπιασμένοι γύρισαν στα χωριά
τους. Η ζωή έπαιρνε πάλι τη συνηθισμένη της ρότα. Μαζί τους και οι τέσσερις
πρώην κρυπτοχριστιανοί. Ζούσαν κι αυτοί τη θλίψη της αποτυχίας και περίμεναν την
εκδίκηση των Τούρκων. Κι η θλίψη αυτή δεν τους άφηνε να χαρούν τη νέα, τη φανερή
ζωή τους.
Κι η εκδίκηση δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση της και να
ξεσπάσει σ' αυτούς που πρόσβαλαν το κράτος και σήκωσαν μπαϊράκι κατά της
εξουσίας. Το πρώτο που έκαναν ήταν να εφαρμόσουν την παλιά συνταγή. Την έκτακτη
φορολογία. Ηττηθήκατε, θα πληρώσετε! Και τα χωριά γέμισαν από μουχασίληδες,
φοροεισπράχτορες, και στρατιώτες που φορολογούσαν τους ρωμιούς κατά πώς τους
ερχόταν εκείνη τη στιγμή. Απόγνωση!
Στις Μελάμπες πήγε ο πιο ασύδοτος μουχασίλης της περιοχής μαζί με μια διμοιρία
στρατιώτες. Έστησε την εξουσία του έξω απ’ την εκκλησιά κι έστειλε τους
ντελάληδες να καλέσουν τους χριστιανούς. Θα πλήρωναν μαζεμένους τους φόρους για
τρία χρόνια, όσο κράτησε η Επανάσταση, και τα έξοδα του φοροεισπράχτορα και των
δικών του. Η φωνή του ντελάλη ακούστηκε ως πένθιμο σήμαντρο και τους μαύρισε την
καρδιά. Όλοι άφησαν τις δουλειές τους, κλείστηκαν στα σπίτια τους κι άρχισαν
τους ατέλειωτους λογαριασμούς να δουν που θα βρουν τα τόσα χρήματα.
Το ίδιο έκαναν κι οι Ρετζέπηδες. Μόνο που αυτοί είχαν τα λεφτά. Έβλεπαν το χωριό
έρημο και τον κόσμο αποτραβηγμένο στα σπίτια και περίμεναν να ξεσπάσει η οργή
των Τούρκων. Σκέφτηκαν να πάνε πρώτοι να τους καθυστερήσουν κι αν χρειαστεί,
μετά, να βοηθήσουν και τους ανήμπορους. Ήταν η ώρα τους! Η συνάντηση που κλείνει
ο κάθε άνθρωπος με το πεπρωμένο του. Ο μουχασίλης, ως τους είδε, δεν έκρυψε την
έκπληξη του. Μίλησε πρώτα στο μεγαλύτερο το Νικόλαο, πρώην Αχμέτ αγά.
«Πώς εδώ Αχμέτ εφέντη;».
Του αποκρίθηκε απότομα.
«Να πληρώσουμε τους
φόρους».
«Μα είστε τούρκοι».
Έκανε ένα βήμα μπροστά, ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι του φοροεισπράχτορα, τον
κοίταξε άγρια και γρύλισε:
«Ρωμιοί είμαστε. Όλοι».
Ύστερα απομακρύνθηκε λίγο και μίλησε πιο ήρεμα:
«Αν δεν το
ξέρεις, μάθε το. Εδώ και τρία χρονιά πετάξαμε τη μουτσούνα. Είμαστε χριστιανοί».
Πριν τελειώσει ακούστηκε ο Αγγελής.
«Εσένα τι σε νοιάζει;
Φόρους δε θες; Πάρτους».
Τώρα ήταν η σειρά του Τούρκου να βάλει τις φωνές.
«Εγώ σας ξέρω για τούρκους. Αν ζουρλαθήκατε να πάτε να
ρίξετε κρύο νερό στο κεφάλι σας να συνέλθετε. Φόρους από σας δεν παίρνω».
Περίμενε
ν' αποχωρήσουν κι όταν τους είδε να μένουν ακίνητοι στις θέσεις τους γύρισε κι
έκανε νόημα στους ζαπτιέδες. Αυτοί τους πλησίασαν κι ήταν έτοιμοι. να θυμηθούν
πώς κρατούν όπλα, όταν ο φοροεισπράχτορας άλλαξε ύφος και φόρεσε το προσωπείο
του ευγενικού. Χαμογέλασε και σταθείτε βρε παιδιά έκανε. Σηκώθηκε απ’ τη θέση
του και πλησίασε το Νικόλαο.
«Τι καμώματα είναι τούτα μωρέ παιδί μου
Αχμέτ» είπε. «Τι μουσουλμάνος, τι χριστιανός. Ένα Θεό δεν έχουμε;».
Και συνέχισε σε ρόλους που δεν ήξερε.
Άρχισε πρώτα από το Θεό που έφτιαξε τον κόσμο κι υστέρα πήγε στο Χριστό και στο
Μωάμεθ. Όλοι προφήτες του μεγάλου παντοδύναμου Θεού. Άρα τι Χριστός, τι Μωάμεθ.
Ποιος είναι ο λόγος να ψάχνει κανείς; Γιατί να φύγουν απ’ το Μωάμεθ και να πάνε
στο Χριστό; Δε βλέπουν γύρω τους; Αιώνες τώρα πολεμούν μουσουλμάνοι και
χριστιανοί και συνέχεια νικούν οι πρώτοι. Κι η αιτία είναι μία. Έπαψε πιά ο Θεός
να είναι με το μέρος των χριστιανών και στράφηκε με το μέρος των μουσουλμάνων
που είναι στο σωστό δρόμο και κάνουν το θέλημα του .
Του απάντησε ο Γεώργιος που τόση ώρα έμενε σιωπηλός.
«Δεν κατάλαβες καλά. Γεννηθήκαμε χριστιανοί και κάναμε το
μουσουλμάνο. Το ίδιο κι οι πατεράδες μας. Το ίδιο κι οι παππούδες μας και βάλε».
Ο Νικόλαος, άγρια θάλασσα, έβαλε τις φωνές.
«Χριστιανοί γεννηθήκαμε, χριστιανοί θα πεθάνουμε. Εσύ
πάρε τα λεφτά για τους φόρους και μη σε νοιάζει. Δεν τα θες; Άντε γεια σου».
Χωρίς να περιμένει απάντηση έστρεψε τα νώτα του και πήρε το δρόμο για το
σπίτι του. Πίσω του ακολούθησαν κι οι άλλοι τρεις. Οι λίγοι χριστιανοί, που στο
μεταξύ είχαν φτάσει έξω απ’ την εκκλησιά, είδαν το βλέμμα των Τούρκων και
τρόμαξαν.
Δεν είχε κλείσει η μέρα όταν έφτασαν στο χωρίο οι
στρατιώτες του πάσα απ’ το Ρέθυμνο. Αμέσως πήγαν στα σπίτια των Ρετζέπηδων, ενώ
οι ρωμιοί προτίμησαν να κλεισθούν στα σπίτια τους. Στην αρχή ακούστηκαν κάποιες
φωνές και μετά ησυχία. Κατόπιν οχλαγοή απ’ τα πόδια που ηχούσαν στο λιθόστρωτο.
Πίσω απ’ τις γρύλιες οι χριστιανοί είδαν τους στρατιώτες να φεύγουν και μαζί
τους να παίρνουν τους τέσσερις Ρετζέπηδες. Ήταν δεμένοι σαν κακούργοι κι όμως
περπατούσαν καμαρωτοί και γαλήνιοι.
Για τρεις μέρες κανείς δεν
έμαθε νέα τους. Την τρίτη το απόγευμα, 27 του Οκτώβρη στα 1824, δύο ντελάληδες
βγήκαν στους δρόμους, στο Ρέθυμνο και τα χωριά, και φώναζαν ν' ακούει όλος ο
κόσμος:
«Αύριο στις οκτώ το πρωί θα σφάζουνε στη Μεγάλη Πόρτα τέσσερις γκιαούρηδες.
Θα γενούνε κι άλλα μαζλουχάθια και λοης λοης μασκαραλίκια. Τα ντουκιάνια
(καφενεία) κι ούλοι οι καγατζέδες θα είναι σφαλιχτοί κι όποιος θέλει, να έρθει
στο σεΐρι».
Συνηθιζόταν πάντα η εκτέλεση να παίρνει το χαρακτήρα
πανηγυριού, να συνάζονται τα πλήθη και να ευφραίνονται. Το θέαμα. Αυτό που ζήτα
ο άνθρωπος μαζί με το ψωμί. Εκεί που καταφεύγουν οι ηγεμόνες για να ξεγελάσουν
το λαό.
Εκείνο το πρωινό βγήκαν στη Μεγάλη Πόρτα μόνο οι Τούρκοι μαζί με τις γυναίκες
τους και τα παιδιά τους. Οι χριστιανοί έμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους,
προσμένοντας το φανατικό ξέσπασμα των μουσουλμάνων. Από βραδύς, όταν μαθεύτηκε
πώς οι τέσσερις ρωμιοί απ’ τις Μελάμπες βασανίζονται για να γυρίσουν πάλι στην
πίστη του Μωάμεθ, μαζεύτηκαν στις εκκλησιές και διάβασαν παράκληση να κρατηθούν
εδραίοι και να μη δειλιάσουν . Κι όταν άκουσαν πώς αυτούς θα σφάξουν στη Μεγάλη
Πόρτα, νιώσανε μέσα τους το φόβο να τους σφίγγει τα σωθικά. Ήξεραν. Αυτή η
αναμέτρηση μπορεί και να ξεσπάσει πάνω τους.
Όταν
ήρθε η ώρα για την εκτέλεση, οι ζαπτιέδες έφεραν τους τέσσερις αλυσοδεμένους.
Αμέσως οι γύφτοι, οι ζητιάνοι κι άλλοι βάλτοι τους υποδέχτηκαν με ουρλιαχτά κι
άρχισαν να πετούν πέτρες. Οι λίγοι χριστιανοί, που ήταν κλεισμένοι στα γύρω
σπίτια, τού είδαν να βαδίζουν αγέρωχοι, στητοί, ατρόμητοι. Ανέβηκαν στην εξέδρα,
όπου ο δήμιος είχε στήσει τα σύνεργα του, στάθηκαν σε μια γραμμή, ο ένας πλάι
στον άλλο, και κοίταξαν περιφρονητικά τον όχλο που βρισκόταν σε κατάσταση
υστερίας. Ένας αξιωματικός έπιασε πρώτα τον Αγγελή. Τον τράβηξε
ένα βήμα μπροστά και, προσκυνά το Μωχαμέτη να σωθείς, του είπε. Ακούστηκε μια
τραχεία, βροντερή φωνή. «Κάλλιο να ποθάνω χριστιανός παρά να ζήσω
Τούρκος». Τότε ο δήμιος τον έβαλε να γονατίσει και ν' ακουμπήσει
το κεφάλι σ ένα μεγάλο κούτσουρο. Σήκωσε το σπαθί και με μια τον χτύπησε στο
σβέρκο και τ' αποχώρησε από το σώμα.
Σειρά είχε ο δεύτερος, ο Μανουήλ. Και σ' αυτόν ο αξιωματικός
έκανε την ίδια ερώτηση. Τον κοίταξε περιφρονητικά και μετά σήκωσε τα μάτια του
στον ουρανό και ψιθύρισε: «Κύριε ελέησόν με». Ύστερα
μόνος του έβαλε το κεφάλι του στο κούτσουρο κι αμίλητος δέχτηκε το συντριπτικό
χτύπημα απ’ το δήμιο. Το ίδιο έκανε κι ο τρίτος, ο Γεώργιος και
μόνο ο Νικόλαος φάνηκε να κλαίει και κάτι να ψελλίζει. Αν
μπορούσαν να τον καταλάβουν οι Τούρκοι γύρω του θα τον άκουγαν να ψέλνει
τροπάρια απ’ τη νεκρώσιμη ακολουθία. Κι αυτός, χωρίς καν να κοιτάξει τον
αξιωματικό γονάτισε, έκανε το σταυρό του κι έγειρε στο κούτσουρο.
Τρεις μέρες έμειναν τα
σώματα τους εκεί φρουρούμενα. Λίγοι χριστιανοί που δωροδόκησαν τους σκοπούς
κατάφεραν να βάψουν τα μαντήλια τους στο αίμα τους και να τα κρατήσουν σαν
κειμήλια. Κάθε βράδυ, λένε οι παλιοί, άνοιγαν οι ουρανοί κι ένα
υπερκόσμιο, ασυνήθιστο φώς έλουζε τα σώματα τους. Οι χριστιανοί ως το είδαν
ύμνησαν το Θεό για τη νέα φανέρωση της δόξας του. Οι μουσουλμάνοι,
γεμάτοι φόβο, έψαχναν να βρουν την αιτία, ώσπου κάποιος μουφτής έδωσε λύση στο
μυστήριο. Είναι θυμωμένος ο Θεός, είπε, και γι' αυτό στέλνει τη φωτιά για να
τους κάψει.
Την τρίτη μέρα ο ξάδερφος τους Αντώνης Μπουρδούνης κι ο Γιώργης Λαγός πήγαν και
βρήκαν το διερμηνέα Μανουήλ Παπαδάκη και τον έπεισαν να ζητήσει άδεια για την
ταφή τους. Αυτός, μετά από κάποιους δισταγμούς, τόλμησε και πήγε στο γραφείο του
Μεχμέτ πάσα και για δυό ώρες τον παρακαλούσε να επιτρέψει την ταφή. Ο πασάς
αρνιόταν με πείσμα και κάποια στιγμή, θα σε χώσω φυλακή, έβαλε τις φωνές. Στο
τέλος υποχώρησε. «Όχι για χάρη των σκυλιών, μα γιατί θ' αρχίσουν να βρωμάνε τα
πτώματα». Ο Παπαδάκης είχε κερδίσει.
Αμέσως ο Αντώνης Μπουρδούνης κι ο Γιώργης Λαγός πήγαν με κάρα και μετέφεραν τα
σώματα στον Αγι' Γιώργη στα Περιβόλια. Ειδοποίησαν κι όλους τους συγγενείς και
τους ρωμιούς κι από στόμα σε στόμα μαζεύτηκαν εκατοντάδες. Εκεί έγινε η κηδεία
τους κι η ταφή τους έξω από την εκκλησιά. Τον άλλο χρόνο ο δεσπότης Ιωαννίκιος
πήρε τα λείψανα τους και τα μετέφερε στη μονή Αρκαδίου. Πήγαινε ο κόσμος και τα
προσκυνούσε και δεν ήταν λίγοι αυτοί που έγιναν καλά από διάφορες αρρώστιες, που
τους ταλαιπωρούσαν. Το ίδιο κι όσοι είχαν μαντήλια με το αίμα τους. Οι τέσσερις
κρυφοί χριστιανοί ήταν οι νέοι μάρτυρες του Χριστού.
Η μνήμη τους τιμάται στις 28 Οκτωβρίου
